
Hearthstone: Whispers of the Old Gods
Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν.
Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν.
Γεια σου αείμνηστε Νίκο Παπάζογλου, που κάπου στη δεκαετία του ‘80 βρήκες αυτήν την αναντίρρητη αλήθεια της ζωής και την τραγούδησες με τον τρόπο σου. Που διαπίστωσες ότι κάποια πράγματα, όσο κι αν προσπαθούν να μεταμορφωθούν, θα παραμείνουν για πάντα ίδια, όταν ο πυρήνας τους μένει ανέγγιχτος. Μακάρι οι δημιουργοί της Blizzard, όπως εσύ τότε, να είχαν σκεφτεί αυτές τις βασικές αρχές ή να ήταν τυχεροί ώστε να ακούσουν το τραγούδι σου. Μακάρι, έστω, να είχαν έρθει σε επαφή με τη ελληνική, λαϊκή, σοφία και να είχαν ακούσει εκφράσεις του στυλ “Άλλαξε ο Μανωλιός…” και “Ο λύκος κι αν εγέρασε…”.
Whispers of the Old Gods λοιπόν, άρτι αφιχθέν, μετά βαΐων και κλάδων (μέρες που είναι). Το πολυαναμενόμενο expansion της Blizzard για το υπερ-επιτυχημένο Hearthstone, που υποσχόταν εδώ και μήνες ότι θα αλλάξει ριζικά τη δομή του παιχνιδιού και κατά συνέπεια την εμπειρία. Ίσως και να πετυχαίνει το σκοπό του – μπορούμε να φτάσουμε σε τέτοιο συμπέρασμα, παίζοντας με λέξεις και έννοιες, επιστρατεύοντας περισσό skill. Ας δούμε όμως, για λίγο, τι οδήγησε σε αυτήν την ανάγκη για αλλαγή. Το εν λόγω παιχνίδι ξεκίνησε το Μάρτη του 2014, (αλλά είχε προηγηθεί μια μεγάλη beta περίοδος που μάζεψε αρκετούς οπαδούς) και συνεχίζει ακάθεκτο μέχρι σήμερα. Πρόκειται για online only παιχνίδι με κάρτες, στα πρότυπα ίσως του Magic the Gathering, αλλά φαινομενικά απλότερο, πιο γρήγορο και άκρως εθιστικό. Τα πρώτα χρόνια πήγαιναν πολύ καλά: ο κόσμος πειραματιζόταν με τις κάρτες, έφτιαχνε τα προσωπικά του decks και ερχόταν σε συνεχή αναμέτρηση με εκατομμύρια άλλους. Ο εθισμός χτυπούσε κόκκινο και η δημοτικότητα εκτοξευόταν στα ύψη.

Οι δε κάρτες, απλές στην πλειονότητά τους, λειτουργούσαν σαν απλά δομικά υλικά, σαν τουβλάκια lego, στη διαδικασία “οικοδόμησης” του deck. Λίγες κάρτες, εμφανώς ισχυρότερες (λέγε με legendary), έκαναν τη διαφορά μεταξύ των decks και το skill που απαιτούντο ήταν υψηλό κι έπαιζε σημαντικό ρόλο. Όμως ο χρόνος περνάει κι η ανανέωση κρίνεται επιτακτική προκειμένου να διατηρηθεί το ενδιαφέρον εκατομμυρίων παικτών. Το πρώτο επεκτατικό πακέτο καρτών ήρθε με τη μορφή solo (αλλά always online) περιπέτειας και έδεσε καλά με την υπάρχουσα κατάσταση. Οι νέες κάρτες ήταν ισχυρότερες από τις προηγούμενες, αλλά αυτό προς το παρόν έδινε ποικιλία και ζωντάνια στο παιχνίδι.
Έχοντας μεγαλύτερη ισχύ, ήταν απαραίτητες σε κάθε deck που αναζητούσε με αξιοπρέπεια την άνοδό του στα ranks του metagame. H μορφή των decks άρχιζε σιγά σιγά να στερεοποιείται γύρω από τον άξονα που έθεσαν οι OverPowered (σε σχέση με τις προηγούμενες) κάρτες. Το meta(game) απέκτησε τρελό ενδιαφέρον κι η δημιουργός εταιρία ευλόγησε τα γένια της, ποτισμένα όπως ήταν με το σιρόπι της επιτυχίας. Σύντομα κυκλοφόρησε νέο, μεγαλύτερο expansion, με κάρτες τόσο φανταχτερές και δυνατές, που κανείς δε μπορούσε να αγνοήσει. Συνεχίζοντας την προηγούμενη πρακτική, “χάλασε” το balance μεταξύ των καρτών και έκανε τις καινούριες OP σε σχέση ακόμα και με αυτές του προηγούμενου expansion. Ήταν όμως μεγάλες σε αριθμό κι η ζωντάνια ακόμα φαινόταν έντονα. Η εμπειρία ήταν ακόμα σε άνοδο.

Εδώ ξεκίνησε ο φαύλος κύκλος. Η σπείρα της παρακμής. Από εδώ και πέρα, τα expansions έρχονταν όλο και πιο συχνά, πάντα αγνοώντας το balance. Πάντα φέρνοντας ΟΡ κάρτες σε σχέση με τις προηγούμενες. Έφτασε το παιχνίδι σε τέτοιο σημείο, ώστε ένα deck φτιαγμένο με τις πρώτες, αρχικές κάρτες, να μην έχει ελπίδα σε οποιαδήποτε αναμέτρηση και οι κάρτες αυτές να είναι πρακτικά άχρηστες. Ελάχιστες από τις εκατοντάδες που δημιουργήθηκαν μέχρι τότε έβρισκαν θέση για κάποιο synergy σε ένα deck που περιείχε τις καινούριες. Ενώ, λοιπόν, υπήρχαν καμιά 800ρια κάρτες διαθέσιμες στον παίκτη, οι πραγματικά χρήσιμες και ως εκ τούτου χρησιμοποιούμενες, ήταν πολύ, πολύ λιγότερες.
Την κατάσταση ήρθε να χειροτερέψει η καταραμένη ρημαδο-εποχή του internet και το streaming παιχνιδιών από “pros” του είδους. Κάποιοι χρησιμοποίησαν την εφευρετικότητα και το skill τους κι έφτιαξαν πραγματικά καλά decks. Κέρδιζαν, ανέβαιναν στα ranks και γνώριζαν την όποια επιτυχία συνοδεύει ένα τέτοιο επίτευγμα. Εκατομμύρια άλλοι αντέγραψαν τα decks, ώστε να γίνουν κι αυτοί… “pros”. Έτσι, το λεγόμενο “meta” έφτασε στο σημείο να απαρτίζεται από εκατομμύρια παίκτες που έπαιζαν έναν, διψήφιο στην καλύτερη, αριθμό από decks. Το παιχνίδι έχασε τη μυθική του ρευστότητα. Έγινε στάσιμο, επαναλαμβανόμενο και μονότονο. Όποιος ξεκινούσε πλέον από την αρχή, δεν είχε ελπίδα με τις βασικές κάρτες. Έπρεπε “να τα στάξει” ώστε να αποκτήσει αρκετά πακέτα για τη δημιουργία των “standard decks” που κυκλοφορούσαν πλέον στο internet. Να μπει στη διαδικασία του copy paste (τέρμα η δημιουργικότητα) και να αναζητήσει την τύχη του στο meta. Ήρθε η ανάγκη για αλλαγή…

Ίσως πριν απ’όλους, η Blizzard κατάλαβε το doom spiral στο οποίο μπήκε το παιχνίδι. Με το Whispers of the Old Gods (WotOG) επιχειρεί να ανατρέψει την κατάσταση και να φέρει την εμπειρία στο αρχικό της επίπεδο. Έτσι, με το παρόν expansion δεν προσθέτει απλά κάρτες, αλλά διαφοροποιεί και τη δομή του παιχνιδιού. Πώς γίνεται αυτό; Εξηγούμαστε ευθύς αμέσως: στο παιχνίδι πλέον υπάρχουν δύο modes, το standard και το wild. Το standard (που θεωρείται το βασικό, επίσημο κλπ κλπ) περιλαμβάνει μόνον τις κάρτες του τελευταίου έτους και αποκλείει όλες τις υπόλοιπες πλην των basic.
Κάθε χρόνο θα προστίθενται νέες και θα αφαιρούνται αυτές που… έληξαν, ώστε να αποφευχθεί ο κορεσμός. Σίγουρα είναι μια πολύ σωστή κίνηση και προς την κατάλληλη κατεύθυνση. Το δε wild, είναι ο τρόπος παιχνιδιού που υπήρχε μέχρι τώρα, με όλες τις κάρτες διαθέσιμες και… ό,τι γίνει. Η εταιρία πλέον “νίπτει τας χείρας της” και αναγνωρίζει ότι με όλες τις κάρτες διαθέσιμες, η κατάσταση δεν ελέγχεται. Είναι… wild. Σαν επιλογή υπάρχει κι αυτό είναι κάτι καλό.