
Battlefield 1
Πόλεμος.
Πόλεμος.
“What follows is frontline combat. You are not expected to survive”. Σε αυτή την εισαγωγική φράση του προλόγου του Battlefield 1 συνοψίζεται η όλη εμπειρία του παιχνιδιού, αλλά και στην πραγματικότητα, του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αμέσως βρισκόμαστε στα παπούτσια ενός συμμαχικού στρατιώτη των Harlem Firefighters, στη μέση ενός τοπίου ερημωμένου και ρημαγμένου από εκατοντάδες βόμβες, χειροβομβίδες, πυροβολισμούς, άρματα, χαρακώματα. Ρίχνουμε κάποιους πυροβολισμούς στον πανικό μα δεν υπάρχει χρόνος, οι εχθροί πλησιάζουν απειλητικά, τα πυρομαχικά τελειώνουν, οι σύμμαχοί μας, που ήταν πριν δυο δευτερόλεπτα πιο πίσω, κομματιάστηκαν από χειροβομβίδες, ο τοίχος που έχουμε πάρει κάλυψη καταρρέει σιγά σιγά με κάθε κοντινή έκρηξη που σηκώνει χώμα, καπνό μπαρούτι, το καμπανάκι ακούγεται πλέον μακρινό, τα χρώματα γίνονται μουντά, ο χρόνος σταματάει, η ανάσα βαραίνει, να πάρει, αυτό είναι, θα πεθάνουμε.
Ο πρωταγωνιστής ουρλιάζει ηρωικά στην τελευταία έφοδο, πριν χαθεί στις φλόγες ενός φλογοβόλου που δεν είχαμε δει να πλησιάζει από τα αριστερά, και μια επιγραφή γράφει το όνομα, τη γέννηση και το θάνατό του, πριν περάσουμε στη θέση ενός άλλου. Δεν έχει respawn, εδώ τελείωσε για πάντα η ιστορία αυτού του στρατιώτη, μακριά από το σπίτι και την οικογένειά του, δίπλα στα πτώματα των συμμάχων του, σε μια ξεχασμένη, λασπωμένη γωνιά ενός απέραντου νεκροταφείου. Και ξάφνου μάς χτύπησε το αναπόφευκτο συναισθηματικό βάρος του setting αυτού: μπορεί για μας να είναι παιχνίδι αυτή τη στιγμή, αλλά κάπου κάποτε, άνθρωποι, πατεράδες, αδέρφια και γιοί πέθαναν με αυτόν ακριβώς τον τρόπο, και εμείς μόλις ζήσαμε τις τελευταίες στιγμές τους. Ήρωες και μη, που χάθηκαν για πάντα στην ιστορία και έγιναν στατιστικά που σήμερα διαβάζουμε με μια ψυχρή άνεση σε ιστορικά βιβλία.

Αλλά εδώ, για πρώτη φορά μετά από καιρό σε βιντεοπαιχνίδι, νιώσαμε ότι ο θάνατος έχει βάρος, είτε είναι ο δικός μας, είτε είναι αυτός του εχθρού απέναντι. Μέσω του προλόγου και μερικών εξαιρετικών βίντεο, η DICE δείχνει να έχει πιάσει πραγματικά το νόημα του πολέμου. Ο πόλεμος από μακριά φαίνεται ρομαντικός, αλλά μια ώρα στα χαρακώματα, ένας θάνατος φίλου και συγγενή ξεσκεπάζει μια άλλη πραγματικότητα. Και στην πραγματικότητα αυτή, είμαστε όλοι άνθρωποι εν τέλει, που δεν έχουν και πολλά να χωρίσουν, που δεν θα ξαναδούν την οικογένειά τους και θα ξεχαστούν για ένα σκοπό που λίγο πριν το τέλος συνειδητοποιούν ότι δεν τους αφορά καν, απλά επειδή το αποφάσισε κάποιος, κάπου.
Αυτό είναι το μήνυμα που θέλει να περάσει η DICE, και το καταφέρνει καλύτερα στο σύντομο πρόλογο και τα λίγα βίντεο, παρά στο σχεδόν επτάωρο campaign, για το οποίο είχαμε ομολογουμένως προσδοκίες. Για κάθε φορά που προσπαθεί να δώσει συναισθηματικό βάρος, στην επόμενη αποστολή σταθερά καταλήγουμε να θερίζουμε εκατοντάδες απρόσωπους τύπους, που ούτε θα μας νοιάξει, ούτε θα νιώσουμε μεγαλείο, ούτε τίποτα. Διαδικαστικές στημένες μάχες μέχρι το επόμενο checkpoint. Θεωρητικά, η δομή του Campaign φέτος είναι ιδανική, διότι με τα War Stories, τις αυτόνομες ιστορίες σε διάφορα θέατρα πολέμου, δεν υπάρχει η ανάγκη για κεντρική ιστορία τραβηγμένη από τα μαλλιά ώστε να τα δείξει όλα. Αντιθέτως, η καθεμία από τις πέντε ιστορίες παίρνει μέρος σε διαφορετικό σημείο του χάρτη, και με διαφορετικό gameplay.

Μια ακολουθεί ένα μικρό tank crew στο δυτικό μέτωπο και έχει κυρίως gameplay με οχήματα, μια άλλη αφορά κυρίως έναν πιλότο και αερομαχίες, άλλη την ιταλική αντεπίθεση στους πρόποδες των ιταλικών Άλπεων απέναντι στους Αυστρο-ούγγρους, άλλη τη συμμαχική απόβαση στην Καλλίπολη, και άλλη μια συνάντηση με τον Λώρενς την Αραβίας για το σαμποτάζ των οθωμανικών κτίσεων στην έρημο. Οι ιστορίες αυτές έχουν κάποιες, ομολογούμενως, επικές και συγκινητικές στιγμές, ενισχυμένες από το ιστορικό βάρος τους, αλλά αυτές παραμένουν μόνο στιγμές σε ένα, κατά τα άλλα, μέτριο single player mode, το οποίο είναι κατά τη γνώμη μας μια χαμένη ευκαιρία και καταλήγει περισσότερο ένα “glorified showcase” του multiplayer σκέλους. Όσο, λοιπόν, προσπαθεί η DICE μέσω του campaign να εντυπωσιάσει, άλλο τόσο το πετυχαίνει με το multiplayer, που ήταν και ανέκαθεν το ζουμί των Battlefield τίτλων.
Πριν περάσουμε όμως στο multiplayer, να πούμε δυο λόγια για τον τεχνικό τομέα του Battlefield 1. Κρατάμε υπόψη πάντα το καταστροφικό launch του Battlefield 4 και συνειδητοποιούμε ότι η DICE όχι απλά πήρε το μάθημά της, αλλά πλέον παραδίδει και μαθήματα. Στην PC έκδοση, που είχαμε την τύχη να παίξουμε σε Ultra settings με 60 fps, το αποτέλεσμα είναι, απλά, το πιο εντυπωσιακό οπτικοακουστικά που έχουμε δει σε multiplayer τίτλο, και πιθανότατα σε βιντεοπαιχνίδι γενικότερα μέχρι σήμερα. Κατά τη γνώμη μας, ξεπερνάει και το Star Wars Battlefront σε ποιότητα γραφικών, διότι εδώ ο χάρτης δεν είναι απλά πανέμορφος, αλλά «τσαλακώνεται» και μπορεί να αλλάξει ολοκληρωτικά κατά τη διάρκεια της μάχης, με αποτέλεσμα να νιώθουμε ότι σε άλλο χάρτη ξεκινήσαμε και σε άλλον τελειώσαμε.

Αυτό είναι πιο αισθητό σε χάρτες με κτήρια που μπορούν να αφανιστούν σταδιακά με κάθε έκρηξη, αλλά και γενικότερα με βόμβες και όλμους που δημιουργούν μόνιμους κρατήρες και αλλάζουν το τοπίο. Κάθε texture, κάθε εφέ, κάθε φωτισμός είναι σε κορυφαίο επίπεδο. Οι κοντινές εκρήξεις σηκώνουν σκόνη και χαλίκια, τα οποία ακούμε να πέφτουν στο έδαφος και σε διάφορες επιφάνειες, η λάσπη που εκτοξεύεται πέφτει πάνω στο όπλο μας, το οποίο καθαρίζεται με μια βουτιά στη θάλασσα, η φωτιά και ο καπνός, ειδικά αυτός από το καυστικό αέριο μουστάρδας, είναι τόσο όμορφα όσο είναι και τρομακτικά. Τα χαρακώματα είναι αποπνικτικά και ο καιρός αλλάζει κατά τη διάρκεια της μάχης, με καλύτερο παράδειγμα την καταιγίδα της ερήμου.
Είναι ακόμη πιο αξιοθαύμαστο το ότι αυτά τα γραφικά «τρέχουν» σε online περιβάλλον απροβλημάτιστα, χωρίς glitches και κολλήματα, ακόμη και πριν κυκλοφορήσει επίσημα το παιχνίδι. Απλά, να αναφέρουμε ότι στις πρώτες ώρες δεν ήταν λίγες οι φορές που σκοτωθήκαμε προσπαθώντας να θαυμάσουμε τα γραφικά και το τοπίο. Από το δυτικό μέτωπο που ξεχωρίζουμε μόνο ερείπια και λάσπη, στο βαθύ, υγρό δάσος της Argonnes, στην αχανή και ξερή έρημο του Sinai, η απόδοση είναι υπέροχη. Ο ηχητικός τομέας συνδυάζεται άψογα με τον οπτικό, και αρκεί να έχετε καλό ηχοσύστημα ή ακουστικά για να πάθετε την πλάκα σας με το εύρος και το βάθος των ήχων που ακούγονται. Αναμενόμενα, συνεχίζεται η παράδοση της σειράς σε αυτό τον τομέα. Ακόμη, η μουσική στο σύνολό της είναι επίσης πολύ καλή και ταιριάζει στο ύφος του παιχνιδιού.