The Spiderwick Chronicles

Η Sierra μάς προσφέρει το πρώτο αξιοπρεπές movie tie-in που έχουμε δει εδώ και πολύ καιρό

Η Sierra μάς προσφέρει το πρώτο αξιοπρεπές movie tie-in που έχουμε δει εδώ και πολύ καιρό

Η Sierra μάς προσφέρει το πρώτο αξιοπρεπές movie tie-in που έχουμε δει εδώ και πολύ καιρό

Ναι, σε αυτό το κείμενο θα ασχοληθούμε με ένα ακόμα movie tie-in, ή αλλιώς, με ένα ακόμα δείγμα της «κατάρας» των videogames. Για όσους δεν αναγνωρίζουν τη φράση «movie tie-in» ή απλά, είναι νέοι στον κόσμο των videogames, οφείλουμε να αναφέρουμε ότι αυτά τα προϊόντα ανήκουν σε μια ιδιόμορφη κατηγορία, η οποία κατά βάση στηρίζεται στην αναγνώριση που έχει ένα franchise (συνήθως κινηματογραφικό) προς το ευρύ καταναλωτικό κοινό και που προσπαθεί να την εκμεταλλευτεί στο μέγιστο βαθμό. Το κακό είναι ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία αυτά τα προϊόντα συνοδεύονται, πώς να το πούμε…από απαράδεκτη ποιότητα, προχειρότητα και σχεδόν κανένα ουσιαστικό ενδιαφέρον. Εξαιρέσεις έχουν υπάρξει μεν, αλλά είναι τόσες λίγες που πρέπει να σπαταλήσεις αρκετές ώρες στο web για να τις ανακαλύψεις.

Με αυτά και με αυτά φτάνουμε στο ζητούμενο, το οποίο δεν είναι άλλο από το The Spiderwick Chronicles, το παιχνίδι των Sierra και Stormfront Studios, το οποίο ανήκει στην προαναφερθείσα κατηγορία. Βασισμένο στην κινηματογραφική παραγωγή του Nickelodeon, η οποία με τη σειρά της βασίζεται στα ομώνυμα παιδικά εικονογραφημένα βιβλία των Holly Black και Tony DiTerlizzi, το νέο αυτό παιχνίδι περιγράφει τις περιπέτειες τριών αδελφών που μετακομίζουν στην επαρχία και σε μια από καιρό ξεχασμένη έπαυλη ενός προγόνου τους. Το κακό είναι ότι αυτός ο πρόγονός τους (με το όνομα Arthur Spiderwick) είχε ανακαλύψει ότι στο δάσος που βρίσκεται γύρω από την οικία του υπάρχει ένας κόσμος πέρα από κάθε φαντασία, μια παράλληλη διάσταση όπου οι νεράιδες τα ξωτικά και οι καλικάντζαροι βασιλεύουν.

Όμως, όσο όμορφος και αν είναι αυτός ο κόσμος, οι κίνδυνοι που ελλόχευαν μέσα του ήταν τρομακτικοί. Έτσι, ο Spiderwick αποφάσισε να κλείσει την πύλη προς τη διάστασή τους και να κρύψει το κλειδί μέσα σε ένα μαγεμένο βιβλίο. Ατυχώς, χρόνια μετά, ένα εκ των τριών αδελφών (για την ακρίβεια οι πρωταγωνιστές είναι τα δίδυμα αγόρια Jarred και Simon και μια κοπέλα με το όνομα Mallory) βρίσκει το βιβλίο του Spiderwick, το ανοίγει και έτσι βρίσκουν τρόπο να εισχωρήσουν στη δική μας διάσταση όλα τα προαναφερθέντα πλάσματα των παραμυθιών. Στόχος μας σε αυτό το παιχνίδι είναι να αντιμετωπίσουμε ένα ogre -τον βασιλιά των τελωνίων- και να βρούμε τρόπο να ενεργοποιήσουμε εκ νέου την «κλειδαριά» του βιβλίου ούτως ώστε να στείλουμε πίσω στον κόσμο τους τα παράξενα αυτά πλάσματα.

Θα προσέξατε ότι στον τίτλο αναφέρουμε πως μετά από αρκετό καιρό βρεθήκαμε μπροστά σε ένα αξιοπρεπές movie tie-in. Αυτή μας η διαπίστωση δεν οφείλεται τόσο σε καινοτομίες και σε άρτιο gameplay που θα περίμενε κάποιος να συνοδεύει τέτοιους χαρακτηρισμούς. Το The Spiderwick Chronicles δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το The Golden Compass, το Cars, τα διάφορα Harry Potter, το Eragon (ακόμη μια δημιουργία των Stormfront) και κάθε άλλο παιχνίδι που υπόκειται σε αυτήν τη συγκεκριμένη κατηγορία. Πολύ απλά, -και σε αντίθεση με τα περισσότερα παιχνίδια της κατηγορίας- το πόνημα των Stormfront Studios, ό,τι προσπαθεί να κάνει, το φέρνει εις πέρας επιτυχώς.

Όπως προστάζουν οι άγραφοι νόμοι των videogames, ένα τέτοιο παιχνίδι πρέπει να διαθέτει gameplay πλατφόρμας, συνδυαζόμενο με εξερεύνηση χώρου, επίλυση απολύτως βασικών γρίφων και λίγες μάχες. Σε όλα αυτά τα «κουτάκια» το Spiderwick βάζει ένα «ν» και προσθέτει ακόμα λίγα. Για παράδειγμα, η ύπαρξη τριών διαφορετικών χαρακτήρων έδωσε στον developer τη δυνατότητα να προσφέρει στους παίκτες τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τρεις εκ διαμέτρου αντίθετες φιγούρες σε διάφορα σημεία της περιπέτειας. Ο Simon είναι ο «εγκέφαλος» της οικογένειας και βρίσκει λύσεις στις πιο δύσκολες καταστάσεις, η Mallory -όντας και η μεγαλύτερη σε ηλικία- χρησιμοποιεί ένα ξίφος για να αντιμετωπίζει τα τελώνια, ενώ ο Jarred είναι πιο…ωμός, ατίθασος και ιδανικός στις melee μάχες. Το πότε θα ελέγχουμε το κάθε ένα από τα αδέλφια εναπόκειται στην εξέλιξη της ιστορίας και στις συνθήκες που επικρατούν κάθε φορά.

Εκτός αυτών, υπάρχει μια ακόμα playable φιγούρα στο παιχνίδι, αυτή του καλικάντζαρου Brownie Thimbletack. Η προσθήκη αυτού του παράξενου πλάσματος δίνει ακόμα περισσότερο χρώμα σε ένα ήδη πολύχρωμο και ανάλαφρο παιχνίδι δεδομένου ότι τα επίπεδα που τον χειριζόμαστε (και λόγω του μικροσκοπικού του μεγέθους) είναι εντελώς διαφορετικά από εκείνα με τα αδέλφια.

Έχουμε λοιπόν τέσσερις επιλέξιμους χαρακτήρες, όπλα, ξωτικά, νεράιδες, καλικάντζαρους και μια απόχη. Τι θα κληθούμε να κάνουμε με όλα αυτά; Η απάντηση είναι μάλλον απλή. Στο The Spiderwick Chronicles το μεγαλύτερο μέρος του gameplay, τα οκτώ του κεφάλαια και οι πολλές υπό-αποστολές βασίζονται στη συλλογή αντικειμένων και νεραϊδών  και στις μάχες με πάσης φύσεως τελώνια. Σε ό,τι αφορά τις εν λόγω μάχες, η κατάσταση είναι μεν απλή, αλλά σωστά δομημένη. Δεδομένου ότι το παιχνίδι απευθύνεται κυρίως σε παίκτες νεαρής ηλικίας, ο developer φρόντισε να κρατήσει τις απαιτήσεις χαμηλά και σε εξίσου χαμηλά επίπεδα να χαράξει την προοδευτική καμπύλη δυσκολίας. Οι μάχες υπόκεινται στο φάσμα του «button mashing» κάτι που πρακτικά σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα περισσότερο από το να πατάμε συνεχώς ένα ή, το πολύ, δύο κουμπιά για να εξαπολύουμε τις επιθέσεις μας.

Στη συνέχεια -και συλλέγοντας τα «δόντια» των τελωνίων- ξεκλειδώνουμε νέες κινήσεις, οι οποίες ωστόσο παραμένουν απλοϊκές και δεν απαιτούν κάτι περισσότερο από τα προαναφερθέντα. Το ίδιο απλοϊκό είναι και το ranged σύστημα μάχης που χρησιμοποιεί το παιχνίδι, για το οποίο διαπιστώσαμε ότι δεν είναι και τόσο χρήσιμο στις μάχες, αλλά περισσότερο στην επίλυση των γρίφων. Όταν, για παράδειγμα, χρειαστεί να ενεργοποιήσουμε κάποιο μηχανισμό που βρίσκεται ψηλά και μακριά μας, πατώντας μια από τις σκανδάλες του χειριστηρίου φέρνουμε την κάμερα πίσω από τον ώμο του πρωταγωνιστή, εμφανίζεται ένα σταυρόνημα και εξαπολύουμε τις σφαίρες μας με τη χρήση μιας σφεντόνας.

Το ευχάριστο σε όλα τα παραπάνω εντοπίζεται στο ότι λειτουργούν σωστά. Η κάμερα σχεδόν πάντα παίρνει τη σωστή θέση, η κίνηση στο χώρο δεν δημιουργεί προβλήματα, η απόκριση των χαρακτήρων στις εντολές μας είναι ικανοποιητική, ενώ ακόμα και η απολύτως βασική τεχνητή νοημοσύνη των αντιπάλων κρίνεται ως καλύτερη από αντίστοιχες άλλων πιο «σοβαρών» παιχνιδιών. Επιπροσθέτως, το παιχνίδι των Stormfornt Studios προσφέρει και ένα ευχάριστο mini-game εντός της κύριας περιπέτειας, το οποίο θυμίζει εν μέρει τα αντίστοιχα του Golden Compass, αλλά τελικά μάλλον τα ξεπερνά. Αυτό το μίνι παιχνίδι ενεργοποιείται κάθε φορά που χρησιμοποιούμε την απόχη και συλλαμβάνουμε μια νεράιδα. Αν καταφέρουμε να πιάσουμε ένα από τα πολλά είδη, τότε η οθόνη αλλάζει και μεταφερόμαστε σε μια λευκή σελίδα.

Σε αυτήν, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τον αναλογικό μοχλό (δεν δοκιμάσαμε την έκδοση του Wii, αλλά υποθέτουμε ότι το Wii Remote εδώ θα λειτουργεί ως πινέλο) και να «ζωγραφίσουμε» την εν λόγω νεράιδα που πιάσαμε μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Αν το καταφέρουμε, τότε το παραμυθένιο αυτό πλάσμα μπαίνει στο inventory μας και μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις ιδιαίτερες ικανότητές του στη μάχη. Αυτή η προσθήκη μπορεί σε πρώτη ανάγνωση να μην φαντάζει σημαντική, αλλά η αλήθεια είναι ότι βελτιώνει σημαντικά το gameplay και μάλιστα προσφέρει μια σωρεία από ειδικές δυνάμεις (θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για «ξόρκια»), οι οποίες αυξάνουν σημαντικά την ποικιλία του συστήματος μάχης.

Παρόλο που η περιπέτεια αυτή καθ’ αυτή κινείται σε καλό δρόμο, το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για την τεχνολογία απεικόνισης που χρησιμοποίησαν τα Stormfornt Studios για να την αποδώσουν οπτικά. Μιλώντας ειδικότερα για την έκδοση του Xbox 360 (όπως θα διαπιστώσετε και από τη βαθμολόγησή μας, δοκιμάσαμε τις εκδόσεις Xbox 360 και PS2) διαπιστώσαμε ότι ο developer πήρε αυτήν του PS2 και…της ανέβασε την ανάλυση. Το polygon count είναι χαμηλό, ενώ κάθε σημείο του παιχνιδιού «φωνάζει» ότι έχουμε να κάνουμε με ένα port και όχι με κάποιον τίτλο που αναπτύχθηκε στο σύστημα της Microsoft. Όμως, ακόμα και έτσι η κατάσταση είναι ανεκτή. Προβλήματα τεχνικής φύσεως (bugs, προβληματικό frame rate, tearing) δεν εντοπίσαμε, ενώ η πλούσια παλέτα των χρωμάτων και η ίδια η παραμυθένια φύση του παιχνιδιού, βοηθούν τα μέγιστα στη δημιουργία μιας ξεχωριστής ατμόσφαιρας.

Σημαντική συμβολή σε αυτό έχουν και τα μουσικά θέματα -ένα από τα δυνατά σημεία του τίτλου- αν και τα voice overs είναι μάλλον «ξύλινα» και αδιάφορα. Σε κάθε περίπτωση -και συγκρίνοντας τις δύο εκδόσεις- είναι σαφές ότι το παιχνίδι κερδίζει πολλά σημεία παρακολουθώντας το σε υψηλή ανάλυση.

Για πολλοστή φορά σε αυτό το review θα τονίσουμε -προς αποφυγή παρεξηγήσεων- ότι τo The Spiderwick Chronicles δεν είναι κάτι το ξεχωριστό, κάτι το σπουδαίο ή ακόμα περισσότερο, ένα παιχνίδι που οι παίκτες οφείλουν να προσθέσουν στη συλλογή τους. Τα εύσημα τα κέρδισε η Sierra και ακόμα περισσότερο τα Stormfornt Studios που ανέπτυξαν το παιχνίδι, απλά και μόνο διότι προσέφεραν ένα αξιοπρεπές και σωστά δομημένο movie tie-in και όχι μια ακόμα…καταστροφή. Αν δείτε την ταινία, θέλετε να ζήσετε εκ νέου τις περιπέτειες των διδύμων και της αδερφής τους και είστε…νεαροί gamers, τότε το εν λόγω παιχνίδι θα σας χαρίσει κάτι λιγότερο από οκτώ ώρες απλοϊκού, ποικίλου και ευχάριστου gaming.

Γιώργος Καλλίφας

Ανάλυση 480p/ 720p/ 1080i/ 1080p (μόνο στην έκδοση Xbox 360)
Widescreen Ναι
PAL 60Hz Ναι (μόνο στην έκδοση Xbox 360)
Ήχος Stereo/ Surround/ Dolby Digital 5.1 (μόνο στην έκδοση Xbox 360)
PEGI 3+

Γιώργος Καλλίφας
Γιώργος Καλλίφας

Απο το 1982 και έναν "κλώνο" κονσόλας Atari ξεκίνησε το μικρόβιο. Από εκεί και πέρα τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. Commodore 64, Amiga 500, PC, SNES, PlayStation, Xbox... Το μικρόβιο έκατσε για τα καλά και παραμένει στο μυαλό μέχρι σήμερα . Σήμερα βρίσκει ακομα χρόνο για κανένα καλό JRPG ή FPS, αλλά και κανένα high fantasy βιβλίο, ταινίες και σειρές.

Άρθρα: 4180

Υποβολή απάντησης