Siren: Blood Curse

Πιστό στην αισθητική των ιαπωνικών ταινιών τρόμου, το Siren αποκτά τώρα μια «τηλεοπτική» φιλοσοφία

Πιστό στην αισθητική των ιαπωνικών ταινιών τρόμου, το Siren αποκτά τώρα μια «τηλεοπτική» φιλοσοφία

Πιστό στην αισθητική των ιαπωνικών ταινιών τρόμου, το Siren αποκτά τώρα μια «τηλεοπτική» φιλοσοφία

Ήταν το καλοκαίρι του 2004 όταν οι κάτοχοι PlayStation 2 ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή με αυτό που θα ήταν «το Grudge και το Ring των videogames». Και παρόλο που αυτή η ιδιαίτερη και άκρως τρομακτική σειρά της Sony δεν μπόρεσε να κερδίσει μια θέση στο πάνθεον των κορυφαίων survival horror τίτλων -δίπλα στα Silent Hill και Resident Evil- σίγουρα κατάφερε να προσφέρει αυτά που το Japan Studio είχε υποσχεθεί. To πρώτο Siren (γνωστό επίσης και ως Forbidden Siren) κατόρθωσε να φέρει την ωμή και εξαιρετικά τρομακτική αισθητική των cult ιαπωνικών ταινιών τρόμου στα videogames, ενώ την ίδια στιγμή διαφοροποιήθηκε αισθητά από τα μεγαθήρια του ανταγωνισμού σε πολλαπλά επίπεδα.

Το σίγουρο είναι πως το Siren, αλλά και η συνέχειά του, περισσότερα κοινά είχε με τη σειρά Project Zero της Tecmo, παρά με τα πονήματα των Capcom και Konami. Και τώρα, με την επικείμενη έλευση του Siren: Blood Curse, η διαφοροποίηση αυτή γίνεται ακόμα πιο αισθητή. Καταρχάς, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε το τοπίο σε ό,τι έχει να κάνει με τη θέση που διεκδικεί αυτό το ιδιόμορφο παιχνίδι σε σχέση με τους δύο προκατόχους του. Το Blood Curse, λοιπόν, δεν είναι sequel, αλλά δεν είναι ούτε και prequel. Εν ολίγοις, το νέο αυτό μέρος στη σειρά δεν συνεχίζει την ιστορία, ούτε και περιγράφει γεγονότα που οδήγησαν στο αρχικό παιχνίδι.

Αντιθέτως, με αυτήν την προσπάθεια το Japan Studio πήρε ρίσκα και προσπάθησε να κάνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Σε ό,τι αφορά το σενάριο λοιπόν, το παιχνίδι εξελίσσεται σε ένα χρονικό πλαίσιο παράλληλο με αυτό του πρώτου τίτλου. Απλά, εδώ θα ζήσουμε τις περιπέτειες επτά νέων χαρακτήρων, επτά μελών μιας ομάδας ενός αμερικανικού τηλεοπτικού συνεργείου, το οποίο βρέθηκε στο χειρότερο μέρος, τη χειρότερη στιγμή. Μέσα από τα μάτια αυτών των επτά, εντελώς διαφορετικών, χαρακτήρων θα ζήσουμε για μια ακόμα φορά τον τρόμο που έχει κατακλύσει το, άλλοτε ήρεμο, χωριό Hanuda της ιαπωνικής υπαίθρου και θα βρεθούμε αντιμέτωποι με κάθε λογής τρόμο που γέννησε η -αρρωστημένη επιτρέψτε μας να πούμε- φαντασία του developer.

Στην ουσία του, το Siren: Blood Curse -όπως και οι δύο προκάτοχοί- του- είναι ένα παιχνίδι περιπέτειας τρίτου προσώπου, στο οποίο ελέγχουμε ένα χαρακτήρα, προσπαθώντας κάθε φορά να φέρουμε εις πέρας ένα συγκεκριμένο objective. Πέρα, όμως, από τις συνήθεις πρακτικές που χρησιμοποιούνται στα παιχνίδια αυτού του είδους, εδώ υπάρχουν δύο αξιοσημείωτες διαφορές. Αυτές εντοπίζονται στο, γνωστό πλέον, «Sight Jacking» -μια τεχνική που έχει να κάνει με το gameplay αυτό καθ’ αυτό- και στο ότι το Blood Curse θα είναι το πρώτο παιχνίδι του PS3, που θα κάνει χρήση της «episodic gaming» φιλοσοφίας.

Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι το Blood Curse δεν θα διατεθεί στα καταστήματα σε Blu-ray μορφή, αλλά μόνο μέσα από το PSN και μάλιστα τμηματικά. Η δοκιμή, επάνω στην οποία βασίστηκε αυτό το κείμενο, έγινε έχοντας κατεβάσει από το PlayStation Store τρία από τα δώδεκα συνολικά επεισόδια που θα απαρτίζουν το παιχνίδι. Τρία κεφάλαια, που δικαιολογούν το χαρακτηρισμό των «επεισοδίων» στο έπακρο. Δεν είναι μόνο η εξαιρετικά σύντομη (άκρως τηλεοπτική) διάρκεια του κάθε ενός εξ αυτών των επεισοδίων, αλλά και η γενικότερη αισθητική τους, που φέρνει το Blood Curse τόσο κοντά στο να χαρακτηριστεί ένα πείραμα, το οποίο φέρνει κοντά -όσο ποτέ άλλοτε- δύο διαφορετικούς κόσμους της ηλεκτρονικής ψυχαγωγίας: αυτόν της τηλεόρασης με τον αντίστοιχο των videogames.

Κάθε επεισόδιο του Blood Curse έχει μέγεθος που ξεκινά από τα 600MB και φτάνει μέχρι το 1GB. Ωστόσο, αντιστρόφως ανάλογη με το μέγεθος των δεδομένων είναι η διάρκειά των κεφαλαίων, η οποία ξεκινά από τα 10 λεπτά και φτάνει μέχρι το ημίωρο. Σε πρώτη ανάγνωση αυτή η εξαιρετικά σύντομη διάρκεια θα ενοχλήσει. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για αυτό. Όμως, ας μην ξεχνάμε ότι το καινούργιο Siren είναι κάτι ξεχωριστό, ένα «πείραμα» -όπως προείπαμε- που επιχειρεί να κάνει κάτι πραγματικά διαφορετικό και από αυτά που είδαμε το καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό.
{PAGE_BREAK}
Σε ό,τι αφορά το σχεδιασμό του, το Siren Blood: Curse ακολουθεί τα βήματα των προηγούμενων παιχνιδιών. Η δράση ξεκινά στο σκοτεινό ιαπωνικό χωριό με τον παίκτη να αναλαμβάνει σε κάθε επεισόδιο την αποστολή διάσωσης ενός χαρακτήρα. Το…τηλεοπτικό του πράγματος δεν εντοπίζεται απλά και μόνο στο ότι τα κεφάλαια είναι χωρισμένα σε επεισόδια που κατεβάζουμε τμηματικά, αλλά και στην αφηγηματική τακτική που έχει επιλέξει το Japan Studio για να τα παρουσιάζει στον παίκτη. Κάθε νέο επεισόδιο ξεκινά με ένα «Preview» του προηγούμενου, ενώ ακόμα και η γενικότερη αισθητική αυτής της παρουσίασης είναι ξεκάθαρα δανεισμένη από τηλεοπτικές σειρές.

Περνώντας στα του gameplay, βλέπουμε ότι λίγα πράγματα έχουν αλλάξει από το 2004 και το πρωτότυπο παιχνίδι. Η δράση εξελίσσεται και πάλι σε τρίτο πρόσωπο, με τον παίκτη να παρακολουθεί τη δράση πίσω από την πλάτη του εκάστοτε χαρακτήρα. Από το 2004 επιστρέφει και το κυριότερο χαρακτηριστικό της σειράς, το λεγόμενο «Sight Jacking». Μέσα από αυτήν την τεχνική ορισμένοι εκ των χαρακτήρων έχουν τη δυνατότητα να «συγχρονίσουν» το μυαλό τους με τον εγκέφαλο των διαβολικών Shibito και έτσι να καταφέρουν να βλέπουν μέσα από τα μάτια τους.
 

Αυτή η τεχνική είναι που καθιστά τη σειρά Siren τόσο διαφορετική μιας και μέσω αυτής το gameplay έχει μια ιδιόμορφη ανάπτυξη, η οποία προκαλεί άγχος και ακόμα περισσότερο φόβο στον παίκτη. Για παράδειγμα, όταν ένας χαρακτήρας έχει κρυφτεί σε μια ντουλάπα για να αποφύγει έναν οργισμένο Shibito (και πιστέψτε μας, ένας οργισμένος Shibito μπορεί να προκαλέσει πολύ τρόμο) συντονίζεται με το μυαλό του και –αφού η οθόνη διαχωριστεί σε δύο παράθυρα- βλέπει μέσα από τα μάτια του. Έτσι μπορεί να καταστρώσει τη στρατηγική του και να κατορθώσει να ξεφύγει από τον τεράστιο κίνδυνο που ελλοχεύει.

Πέρα από το Sight Jacking, το gameplay του Siren: Blood Curse θυμίζει περισσότερο Silent Hill παρά Resident Evil. Αυτό σημαίνει ότι οι πρωταγωνιστές της ιστορίας δεν είναι «στρατιώτες» αλλά απλοί, καθημερινοί πολίτες που δεν έχουν καμία διάθεση να τα βάλουν με τα ανίερα πλάσματα. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι στο παιχνίδι της Sony δεν υπάρχει οπλισμός. Αλλά όταν κάποια κεφάλαια μας δίνουν τον έλεγχο ενός επτάχρονου κοριτσιού, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι σε αυτό το παιχνίδι…τρέχεις για να γλιτώσεις τη ζωή σου. Μπορεί η ατμόσφαιρα σε αυτά τα τρία επεισόδια που δοκιμάσαμε να ήταν πραγματικά εκπληκτική, με αναβαθμισμένα γραφικά (όχι επιπέδου PS3, αλλά σαφώς ανώτερα από εκείνα του αρχικού τίτλου), έντονο κόκκο και απόλυτη κυριαρχία του σκοταδιού, αλλά ένα σημαντικό πρόβλημα του παρελθόντος -ατυχώς- συνεχίζει να υφίσταται.

Αυτό το πρόβλημα δεν είναι άλλο από την δύστροπη κάμερα. Το Japan Studio επέμεινε στο αρχικό μοντέλο, όπου με τον ένα μοχλό ελέγχουμε τον εκάστοτε χαρακτήρα και με τον άλλο τον φακό (ένα, κατά τα άλλα, εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο). Αυτό σημαίνει ότι έλεγχος της κάμερας δεν υπάρχει, ενώ την ίδια στιγμή αυτή δεν παίρνει σχεδόν ποτέ την ιδανική θέση στο χώρο. Προσθέστε σε αυτό τις μικρές δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε στον χειρισμό, το βαθύ σκοτάδι που κυριαρχεί παντού και την τρομακτική και απρόβλεπτη συμπεριφορά των Shibito και έχετε ένα παιχνίδι με υψηλό -ίσως και άδικο- βαθμό δυσκολίας.

 

Κάνοντας έναν πρόχειρο υπολογισμό, εκτιμούμε ότι στο σύνολό του το παιχνίδι θα έχει διάρκεια που θα αγγίζει τις έξι ώρες, μια διάρκεια συνηθισμένη για τα σύγχρονα δεδομένα. Αυτό που απομένει να δούμε είναι το κόστος των επεισοδίων, την πραγματική τους διάρκεια, αλλά και το αν η Sony θα καταφέρει -στο μικρό χρονικό διάστημα που απομένει μέχρι την κυκλοφορία του τίτλου- να διορθώσει τα σφάλματα του χειρισμού και την δύστροπη κάμερα. Σε κάθε περίπτωση, το Siren: Blood Curse θα έρθει για να συμπληρώσει ένα μεγάλο κενό στο σύστημα της Sony και μάλιστα στο απόγειο του καλοκαιριού, μια εποχή που ενδείκνυται για survival horror gaming.

Γιώργος Καλλίφας

{nomultithumb}

Γιώργος Καλλίφας
Γιώργος Καλλίφας

Απο το 1982 και έναν "κλώνο" κονσόλας Atari ξεκίνησε το μικρόβιο. Από εκεί και πέρα τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. Commodore 64, Amiga 500, PC, SNES, PlayStation, Xbox... Το μικρόβιο έκατσε για τα καλά και παραμένει στο μυαλό μέχρι σήμερα . Σήμερα βρίσκει ακομα χρόνο για κανένα καλό JRPG ή FPS, αλλά και κανένα high fantasy βιβλίο, ταινίες και σειρές.

Άρθρα: 4170

Υποβολή απάντησης