Top Spin 3

Παρά τις κάποιες ευχάριστες στιγμές του, ο νέος τίτλος της 2K αποτελεί ένα βήμα πίσω για τη σειρά

Παρά τις κάποιες ευχάριστες στιγμές του, ο νέος τίτλος της 2K αποτελεί ένα βήμα πίσω για τη σειρά

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια όποτε αναφερόμαστε σε βιντεοπαιχνίδι με θέμα το τένις, δύο σειρές πιθανότατα έρχονται αυθόρμητα στο μυαλό. Από την μία πλευρά βρίσκεται η σειρά Virtua Tennis της Sega, η οποία είναι γνωστή για την arcade φύση της και την απλότητα που τη διακατέχει, επιτρέποντας στη γρήγορη και εύκολη εκμάθηση των χειρισμών της. Στον αντίποδα βρίσκεται η σειρά Top Spin της 2K Sports, η οποία παρέχει πιο βαθύ (ή πολύπλοκο) gameplay, στοχεύοντας στη ρεαλιστική ψηφιακή αναπαράσταση του εν λόγω αθλήματος. Δυστυχώς, με το Top Spin 3 η PAM Development (υπεύθυνη για το πρώτο μέρος της σειράς) παραδίδει έναν τίτλο, ο οποίος κάθε άλλο παρά ως εξέλιξη της σειράς μπορεί να θεωρηθεί. Ξεκινώντας το παιχνίδι έχουμε τη δυνατότητα να μάθουμε τις διάφορες πτυχές του χειρισμού μέσω του Training School, το οποίο περιέχει μία εκτενή σειρά μαθημάτων. Βέβαια, δεδομένου ότι η σειρά Top Spin στοχεύει στο ρεαλισμό, δεν θα πρέπει να περιμένει κανείς κάποια σουρεαλιστική εκπαίδευση με ύφος ανάλογο με αυτό που βλέπουμε σε arcade αναπαραστάσεις του αθλήματος, όπως το χτύπημα μπαλονιών κ.λπ.

Αντιθέτως, θα πάρουμε μέρος σε πληθώρα μαθημάτων, τα οποία περιλαμβάνουν ένα μηχάνημα στο αντίθετο μέρος του γηπέδου που εκτοξεύει μπάλες σε διάφορες κατευθύνσεις. Το Training School μπορεί να μας μαθαίνει όλες τις πτυχές και λειτουργίες του χειρισμού, παρέχοντάς μας παράλληλα χρήσιμες συμβουλές, ωστόσο δεν το καταφέρνει με επιτυχία καθώς είναι εμφανές πως δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια ώστε να αποτελεί μία ευχάριστη διαδικασία. Αντιθέτως, το Training School είναι ιδιαίτερα χρονοβόρο και αυστηρό απαιτώντας μεγάλη ακρίβεια στα χτυπήματά μας και πολλές επαναλήψεις αυτών σε κάθε μάθημα.

Στα περισσότερα από τα μαθήματα θα κληθούμε να στοχεύουμε με τη μπάλα συγκεκριμένους μαρκαρισμένους χώρους του γηπέδου, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να πετυχαίνουμε τη μπάλα με μεγάλη ακρίβεια, έχοντας παράλληλα κατάλληλη θέση του σώματος. Η όλη διαδικασία βλάπτεται ακόμα περισσότερο από το αναγκαστικό διάστημα των, τουλάχιστον, πέντε δευτερολέπτων που απαιτείται μέχρι να ξαναπροσπαθήσουμε έπειτα από μία αποτυχημένη προσπάθεια. Χαρακτηριστικό είναι ότι αν θελήσετε να ολοκληρώσετε το Training School πριν πάρετε μέρος σε αγώνα, τότε θα χρειαστείτε τουλάχιστον μία ώρα προτού αντιμετωπίσετε τον πρώτο αντίπαλο. Τελειώνοντας με τον… σκόπελο του training, μπορούμε να επιλέξουμε να αγωνιστούμε στο Career ή Exhibition Mode. Στο τελευταίο επιλέγουμε τον αθλητή που θα χειριζόμαστε και τον αντίπαλο, καθώς και το γήπεδο στο οποίο θα διεξαχθεί ο αγώνας. Ο αριθμός των διαθέσιμων αθλητών είναι αρκετά ικανοποιητικός, περιέχοντας 20 συνολικά ονόματα από άνδρες και γυναίκες επαγγελματίες. Αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο οι κάτοχοι του PS3 έχουν το προνόμιο της εικονικής αναπαράστασης αγώνων μεταξύ Federer και Nadal καθώς ο τελευταίος αποτελεί αποκλειστικότητα της έκδοσης του Top Spin 3 για το σύστημα της Sony.

Το Career Mode, όπως είναι φυσικό, αποτελεί την επιλογή όποιου επιθυμεί να ασχοληθεί offline με το Top Spin 3. Προκειμένου να λάβουμε μέρος σε αυτό, καλούμαστε αρχικά είτε να επιλέξουμε ένα από τα προσχεδιασμένα μοντέλα είτε να δημιουργήσουμε τον δικό μας χαρακτήρα. Οι επιλογές σχετικά με την μορφοποίηση του αθλητή μας είναι απόλυτα ικανοποιητικές, επιτρέποντάς μας να σχεδιάσουμε τις σωματικές του διαστάσεις, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, το στυλ με το οποίο θα παίζει καθώς ακόμα και τη συχνότητα και το ύφος της φωνής του. Ξεκινώντας την πορεία μας στο Career Mode, καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε πληθώρα αντιπάλων (άγνωστων αρχικά) ώστε να ανέβουμε κατηγορίες και να φτάσουμε στο σημείο να αναμετρηθούμε με τα αστέρια του αθλήματος.

Δυστυχώς, σε αυτό το mode εντοπίζονται τα πρώτα σοβαρά προβλήματα. Αρχικά, εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως έχει απλουστευθεί σε μεγάλο βαθμό καθώς, πλέον, η επιλογή του training απουσιάζει τελείως. Αντί αυτού, προκειμένου να ανεβάζουμε τα στατιστικά μας απαιτείται να κερδίζουμε αγώνες ούτως ώστε να παίρνουμε experience points, τα οποία μπορούμε να τα ξοδέψουμε ανάμεσα στα 8 συνολικά στατιστικά (όπως forehand, service, speed κ.λπ.). Ο βαθμός δυσκολίας αποτελεί ένα σημαντικό πρόβλημα του τίτλου καθώς δύσκολα θα μπορέσει κάποιος να βρει παιχνίδι, στο οποίο η δυσκολία αυξάνεται τόσο ξαφνικά όπως γίνεται στο Top Spin 3. Ενώ οι πρώτοι έξι αγώνες είναι εξαιρετικά εύκολοι και κερδίζονται με άνεση, αμέσως μετά -έχοντας πλέον ανέβει στην τρίτη κατηγορία- η δυσκολία εκτινάσσεται στα ύψη. Χαρακτηριστικά, αναφέρουμε ότι ο μέσος όρος των χαρακτηριστικών μας δεν μπορεί να ξεπεράσει το 33, ενώ ο χαμηλότερο μέσος όρος των αντιπάλων που συναντήσαμε ήταν το 50.

Παρά το γεγονός ότι οποιαδήποτε στιγμή μπορούμε να επιλέξουμε μεταξύ εύκολου ή δύσκολου τουρνουά (παρέχοντάς μας ανάλογα λιγότερα ή περισσότερα experience points, λεφτά και θέσεις στην παγκόσμια βαθμολογία) δεν εντοπίσαμε κάποια ουσιαστική διαφορά στη δυσκολία. Απλά να αναφέρουμε ότι στην ενασχόλησή μας με το παιχνίδι χρειάστηκαν 16 αγώνες ώστε να σημειώσουμε την πρώτη μας νίκη, εκ των οποίων οι μισοί περίπου αφορούσαν τα εύκολα τουρνουά. Δεδομένου ότι experience points λαμβάνουμε μόνο όταν νικάμε, σημαίνει ότι ουσιαστικά ότι η πρόοδος που έγινε στον χαρακτήρα μας ήταν μηδενική ενώ εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η πρόοδος του… εκνευρισμού μας, λόγω μάλιστα ορισμένων προβλημάτων του gameplay.

Ουσιαστικά, όλα τα κουμπιά του gamepad έχουν τη δική τους χρήση, αν και οι χρήσεις μερικών εξ αυτών φαίνεται σαν να έγιναν καθ’ υπερβολή. Τα A και B υποτίθεται ότι αφορούν διαφορετικού είδους χτυπημάτων, στην ουσία όμως δεν είναι εμφανής κάποια διαφορά. Το X αφορά το φάλτσο ενώ με το Υ μπορούμε αναλόγως να πετύχουμε ψηλοκρεμαστό χτύπημα στο πίσω μέρος του γηπέδου ή κοντά στο δίχτυ (κρατώντας προς τα πίσω τον αριστερό αναλογικό μοχλό). Ιδιαίτερα λανθασμένη επιλογή, κατά την γνώμη μας, αποτελεί η λειτουργία των LB και RB καθώς, κρατώντας πατημένο το πρώτο έχει ως αποτέλεσμα το αυτόματο τρέξιμο του χαρακτήρα μας προς το μέσον της baseline, ενώ κρατώντας πατημένο το RB τρέχει προς το δίχτυ έπειτα από ένα επιτυχημένο χτύπημα.

Η ένστασή μας αφορά την πολυπλοκότητα που έχει εισαχθεί προκειμένου να δώσουμε την απλή εντολή του τρεξίματος στον χαρακτήρας μας καθώς με το πάτημα ενός εκ των δύο κουμπιών δεν έχουμε πλέον τον πλήρη έλεγχο του παίκτη μας. Πιο συγκεκριμένα πατώντας το LB θα τον δούμε να τρέχει αποκλειστικά προς τη μέση, χάνοντας ουσιαστικά τον πλήρη έλεγχο της κίνησής του. Αντίθετα, αν δεν πατήσουμε κάποιο από τα δύο αυτά κουμπιά και απλά κουνήσουμε τον παίκτη μας με τον αναλογικό μοχλό, τότε θα τον δούμε να κάνει μερικά μικρά βήματα προτού αρχίσει να τρέχει προς την κατεύθυνση που θέλουμε. Θεωρούμε ότι εάν υπήρχε η δυνατότητα ενεργοποίησης του τρεξίματος πατώντας ένα από τα δύο κουμπιά, τότε θα είχαμε σαφώς μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και σίγουρα θα μπορούσαμε να κινηθούμε, άμεσα, ακριβώς στο σημείο που επιθυμούμε.

{PAGE_BREAK}
Θετικό στοιχείο στο σύστημα χειρισμού αποτελεί ο τρόπος εκτέλεσης χτυπημάτων, οποίος καταφέρνει, ως ένα σημείο, να προσφέρει κάποιο βάθος στο gameplay. Προκειμένου να χτυπήσουμε τη μπάλα, χρειάζεται να κρατήσουμε πατημένο το κουμπί του είδους χτυπήματος που επιθυμούμε και να το αφήσουμε λίγο πριν φτάσει στον χαρακτήρα μας ώστε να επιφέρουμε το καλύτερο δυνατό χτύπημα. Ανάλογα με το χρονικό διάστημα που καταφέρνουμε να κρατήσουμε πατημένο το κουμπί, τόσο πιο ισχυρό είναι το χτύπημα του χαρακτήρα μας ενώ, πριν το πατήσουμε, θα πρέπει να έχουμε φροντίσει ώστε ο αθλητής να έχει την καλύτερη δυνατή θέση ως προς την μπάλα. Για άλλη μία φορά τα λεγόμενα risk shots επιστρέφουν, αν και πλέον δεν υπάρχει κάποια ένδειξη επί της οθόνης προκειμένου να μας δείχνει τη στιγμή που πρέπει να αφήσουμε το κουμπί.

Για να εκτελέσουμε τα εν λόγω χτυπήματα, πρέπει να κρατάμε πατημένο το LT ή το RT και να πετύχουμε την μπάλα έχοντας κατάλληλα τοποθετημένο το σώμα αλλά και αφήνοντας το κουμπί τη βέλτιστη στιγμή. Σε περίπτωση που δεν έχουμε σωστή θέση ή δεν χτυπήσουμε σωστά την μπάλα τότε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να βρεθεί στο δίχτυ ή να βγει εκτός γηπέδου. Σε αντίθετη περίπτωση καταφέρνουμε να εκτελέσουμε ένα ισχυρό χτύπημα στέλνοντας -συνήθως- τη μπάλα στα όρια του γηπέδου. Τα risk shots καταφέρνουν να προσφέρουν, με τη σειρά τους, βάθος στο gameplay απαιτώντας σίγουρα αρκετές ώρες ενασχόλησης ώστε να μπορούμε να εκτελούμε επιτυχημένα αυτού του είδους τα χτυπήματα, αποτελώντας τελικά ένα κριτήριο διαχωρισμού μεταξύ των αρχάριων παικτών και αυτών που έχουν ασχοληθεί αρκετές ώρες με τον τίτλο.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, το Top Spin 3 καταφέρνει από τη μία πλευρά να ανταμείψει όσους ασχοληθούν αρκετό καιρό μαζί του -καθώς ανάλογα με τις ώρες που θα επενδύσει ο εκάστοτε παίκτης θα έχει συνεχή βελτίωση στη σωστή και εύστοχη χρήση των διαφόρων χτυπημάτων. Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, η προβληματική ανταπόκριση του χαρακτήρα μας όσον αφορά την κίνησή του στο γήπεδο ζημιώνει αρκετά τη συνολική εμπειρία. Δυστυχώς, όμως, το στοιχείο του προβληματικού gameplay δεν είναι το μόνο που ρίχνει την ποιότητα του τίτλου. Υπάρχει και αυτός του animation. Η ποικιλία του μπορεί να χαρακτηριστεί ως περιορισμένη καθώς πολλές κινήσεις επαναλαμβάνονται σε μεγάλο βαθμό. Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε, ότι στη λήξη κάποιου αγώνα μπορεί εύλογα να μας δοθεί η εντύπωση πως έχουμε παρακολουθήσει την πλειοψηφία των animation. Μπορεί μεν κάποια χτυπήματα, όπως τα service, να έχουν μία σχετική ποικιλομορφία ανάλογα με το στυλ του εκάστοτε αθλητή, κάποια άλλα όμως είναι υπερβολικά λίγα όπως τα 2-3 που βλέπουμε να εκτελούν οι παίκτες όταν δεν προλαβαίνουν να φτάσουν την μπάλα. Έτσι, έχουμε ως αποτέλεσμα αγώνες που φαντάζουν σε μεγάλο βαθμό όμοιοι.

Μπορεί με το βάθος του gameplay να γίνεται μία προσπάθεια δικαιολόγησης όσον αφορά τον ορισμό του simulation, ωστόσο, αυτός ο χαρακτηρισμός μάλλον δεν καταφέρνει να προσεγγιστεί σημαντικά όταν για να κερδιθεί η πλειοψηφία των πόντων απαιτούνται ράλι (αλλεπάλληλα χτυπήματα) που ξεπερνάνε τα 10. Αυτό το στοιχείο οδηγεί στην απελπιστικά αργή εξέλιξη των αγώνων ενώ το θέαμα που προσφέρεται μετά από μικρό, σχετικά, χρονικό διάστημα -δεδομένου και της έλλειψης των animation- κάθε άλλο παρά εντυπωσιακό είναι. Ευτυχώς, η κατάσταση φαίνεται πως γίνεται κάπως καλύτερη όσον αφορά στους αγώνες μεταξύ τεσσάρων παικτών καθώς η ροή του παιχνιδιού γίνεται αρκετά πιο γρήγορη.

Δυστυχώς, η κατάσταση των αγώνων δεν διορθώνεται ούτε στο online επίπεδο, όπου ελπίζαμε -έχοντας ως αντιπάλους άλλους παίκτες- πως οι αναμετρήσεις θα ήταν περισσότερο συναρπαστικές. Μπορεί γενικά να μην παρατηρήσαμε προβλήματα με το lag, ωστόσο, οι αγώνες δεν κατάφερναν να ξεφεύγουν από το αργό και επαναλαμβανόμενο ύφος του single player τμήματος. Στον αντίποδα του αμφιλεγόμενου gameplay βρίσκεται ο σχεδιασμός και η ποικιλία των γηπέδων. Πάνω από 20 αγωνιστικοί χώροι υπάρχουν, στους οποίους περιέχονται διάφορα γνωστά, όπως αυτό του Wimbleton, καθώς και πολλά φανταστικά -όπως αυτό που εντοπίζεται σε ένα κρουαζιερόπλοιο ή στα προάστια κάποιας αμερικάνικης πόλης- ενώ ευχάριστη έκπληξη προκαλεί η διεξαγωγή των πρώτων αγώνων του Career Mode σε γήπεδο της Ζακύνθου. Τα γραφικά του τίτλου κυμαίνονται σε πολύ καλά επίπεδα, παρουσιάζοντας λεπτομερή και υψηλής ποιότητας σχεδιασμό για τα γήπεδα και τους παίκτες, με τον ιδρώτα και την εξάντλησή τους να απεικονίζονται εντυπωσιακά όταν είναι έντονο και μεγάλος σε διάρκεια ο αγώνας. Η ποιότητα του ήχου δεν έχει να προσφέρει κάτι το ιδιαίτερο καθώς τα ηχητικά εφέ των χτυπημάτων είναι αυτά που θα περίμενε κανείς, ενώ τα επιφωνήματα του κοινού είναι μάλλον άψυχα και επαναλαμβάνονται συνεχώς.

Εν κατακλείδι, η εξέλιξη που θα περιμέναμε από το τρίτο μέρος της σειράς -δεδομένου μάλιστα ότι εκδίδεται δύο χρόνια μετά το Top Spin 2- σίγουρα δεν είναι αυτή που θα περιμέναμε. Το Top Spin 3 είναι σαφώς πιο αργό και κατά την γνώμη μας λιγότερο συναρπαστικό σε σχέση με τον ανταγωνισμό αλλά και τους προηγούμενους τίτλους της σειράς. Τα διάφορα προβλήματα στον χειρισμό και η έλλειψη των animation ζημιώνουν σημαντικά την εμπειρία, ενώ οι αλλαγές που έχουν γίνει στο gameplay δεν καταφέρνουν να φέρουν την εικονική αναπαράσταση του τένις ένα βήμα πιο κοντά στο ρεαλισμό.

Νικόλας Μαρκόγλου

Νικόλας Μαρκόγλου
Νικόλας Μαρκόγλου

Η αγάπη του Νικόλα για το gaming ξεκίνησε από το Atari 2600 που εμφανίστηκε ένα ωραίο πρωινό στο σαλόνι. Έκτοτε, το πάθος για τα βιντεοπαιχνίδια εκτοξεύθηκε με γεωμετρικούς ρυθμούς. Ο κινηματογράφος είναι η δεύτερη αγάπη του και παρακολουθεί συχνά ταινίες από την εποχή του ασπρόμαυρου σινεμά μέχρι τα σύγχρονα blockbusters του Hollywood.

Άρθρα: 1441

Υποβολή απάντησης