
MotorStorm: Pacific Rift
Νέο περιβάλλον και διπλάσιος αριθμός διαδρομών. Aρκούν αυτά για το sequel της Evolution;
Νέο περιβάλλον και διπλάσιος αριθμός διαδρομών. Aρκούν αυτά για το sequel της Evolution;
Παραπάνω από ενάμισης χρόνος έχει περάσει από την κυκλοφορία του πρώτου -και πολύ καλού- MotorStorm και η Evolution έρχεται πλέον να μας φέρει το πρώτο sequel της σειράς με το Pacific Rift. Όπως και στο πρώτο μέρος, έτσι και εδώ, έχουμε μία απόλυτα arcade πρόταση που επιχειρεί να μας μεταφέρει σε επίπεδα που εντοπίζονται σε δύσβατες και άγριες περιοχές της φύσης –και όχι μόνο. Σε αντίθεση όμως με το πρώτο MotorStorm, το οποίο ουσιαστικά δεν είχε κάποιον ανταγωνισμό στο είδος του όταν κυκλοφόρησε για τα συστήματα αυτής της γενιάς, το δεύτερο μέρος έρχεται πλέον να αναμετρηθεί με το νέο -και απρόσμενα καλό- Pure της Disney Interactive. Ως εκ τούτου, το Pacific Rift έπρεπε –πλέον- να προσφέρει μία βελτιωμένη εμπειρία όχι μόνο σε σχέση με το πρώτο μέρος αλλά και ως προς τον ανταγωνισμό.
Όπως γίνεται εξαρχής σαφές από την όμορφη εισαγωγή, οι αγώνες εντοπίζονται σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον σε σχέση με αυτό του πρώτου τίτλου. Η διοργάνωση του Festival, λοιπόν, μεταφέρεται σε ένα τεράστιο νησί με ποικίλη μορφολογία, περιέχοντας δασώδεις και ορεινές εκτάσεις αλλά και ενεργές ηφαιστιογενείς περιοχές.
Το βασικό mode του single player μέρους του τίτλου αφορά την ολοκλήρωση 96 συνολικά αγώνων, προσφέροντας σίγουρα μία αρκετά εκτενή εμπειρία, ειδικά για όσους θα προσπαθήσουν να κερδίσουν το χρυσό μετάλλιο σε κάθε έναν από αυτούς. Το “ξεκλείδωμα” των διαφόρων αγώνων γίνεται σταδιακά, απαιτώντας από εμάς να συμπληρώσουμε τους απαραίτητους πόντους (ανάλογα με τη θέση που τερματίζουμε) ώστε να ανέβουμε επίπεδο. Εκτός από το κλασσικό είδος αγώνων, όπου απλά συναγωνιζόμαστε μεταξύ δεκαπέντε αντιπάλων στη διάρκεια δύο γύρων, την εμφάνισή τους κάνουν και δύο νέοι τύποι αγώνων.
Στον Eliminator τοποθετούμαστε σε πίστες με έντεκα αντιπάλους. Εκεί, κάθε φορά που ολοκληρώνεται η αντίστροφη μέτρηση δεκαπέντε δευτερολέπτων, το όχημα που βρίσκεται στην τελευταία θέση εκρήγνυται και, όπως είναι φυσικό, αποκλείεται από τον αγώνα. Οι Speed τύποι αγώνων έχουν περισσότερο ενδιαφέρον, καθώς απαιτείται να οδηγούμε στα όρια προκειμένου να κερδίσουμε κάποιο μετάλλιο. Σε αυτό το είδος αγώνων σκοπός μας είναι να περνάμε ανάμεσα από διάφορα checkpoints, έχοντας ως μοναδικό αντίπαλο την αντίστροφη μέτρηση ενώ κάθε φορά που περνάμε από ένα checkpoint προστίθενται μερικά δευτερόλεπτα.
Ένα μειονέκτημα των Speed αγώνων εντοπίζεται στην ανυπαρξία οποιασδήποτε ένδειξης σχετικά με το σημείο που θα εμφανιστεί το επόμενο checkpoint καθώς αυτό εμφανίζεται ακριβώς την στιγμή που θα περάσουμε από το προηγούμενο, αφήνοντάς μας συχνά πολύ λίγο χρόνο για να προλάβουμε να αντιδράσουμε κατάλληλα. Ως εκ τούτου, θα χρειαστεί συχνά να κάνουμε ορισμένες δοκιμαστικές διαδρομές προκειμένου να απομνημονεύσουμε τα σημεία όπου εμφανίζονται τα checkpoints. Προκειμένου να εμφανίζουμε τους παραπάνω δύο τύπους αγώνων στο Festival, απαιτείται να ολοκληρώνουμε δύο συγκεκριμένους στόχους που μας επιβάλλονται σε ορισμένους απλούς αγώνες. Αυτοί οι αγώνες αφορούν είτε την ολοκλήρωση κάποιου αγώνα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, είτε τον τερματισμό του αγώνα έχοντας καταστρέψει το όχημά μας ελάχιστες φορές.
Βέβαια, δεν είναι μόνο τα νέα ζητούμενα και οι καινούριοι τύποι αγώνων που προσπαθούν να φέρουν μία ποικιλία στους -συνολικά- 96 αγώνες. Ο αριθμός των επιπέδων έχει πλέον διπλασιαστεί σε σχέση με το πρώτο MotorStorm, προσφέροντας πλέον 16 πίστες, ενώ η ποικιλία που παρουσιάζει η μορφολογία του νησιού μάς μεταφέρει σε επίπεδα με ξεχωριστή φιλοσοφία.
Ιδιαίτερα εύστοχα, τα 16 επίπεδα χωρίζονται σε τέσσερις κατηγορίες ονομασμένες από τα τέσσερα στοιχεία της φύσης: νερό, γη, φωτιά και αέρας. Ανάλογα, λοιπόν, θα αγωνιστούμε σε πίστες που βρίσκονται περιμετρικά του νησιού και κοντά στη θάλασσα, σε άλλες όπου η λάβα έχει κάψει μεγάλες εκτάσεις, δημιουργώντας ξερούς και άγονους τόπους, αλλά και σε πίστες όπου θα οδηγήσουμε σε ψηλές εκτάσεις με πληθώρα από τεράστια άλματα. Αν και ο διπλάσιος αριθμός επιπέδων είναι σίγουρα καλοδεχούμενος, δυστυχώς η ποιότητά τους δεν είναι όσο σταθερή θα θέλαμε.
Από τη μία πλευρά έχουμε εξαιρετικά ευφάνταστες πίστες με πολύ καλό σχεδιασμό, όπως η Sugar Rush, που μας τοποθετεί σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο με πλήθος ξεχωριστών διαδρομών -είτε στην οροφή του, είτε εντός του κτηρίου ή στη γύρω περιοχή του. Από την άλλη, μία μεγάλη μερίδα επιπέδων στερείται κάποιας φαντασίας στο σχεδιασμό και δεν προσφέρει τίποτα περισσότερα από απλοϊκές διαδρομές χωρίς κάποια προσωπικότητα.
{PAGE_BREAK}
Για άλλη μία φορά το σύνολο των επιπέδων προσφέρεται για την ανακάλυψη διαφορετικών διαδρομών, πολλές από τις οποίες προτείνονται συχνά για τις ιδιαίτερες δυνατότητες των ξεχωριστών οχημάτων. Περιοχές που κυριαρχούνται από λάσπη ή βαθιά νερά θα αποτελέσουν μεγάλο πρόβλημα για μικρότερα οχήματα -όπως μηχανές και ATV, καθώς έχουν σοβαρή επίπτωση στην ταχύτητάς τους- ενώ τα μεγαλύτερα οχήματα θα περάσουν από μέσα τους ανεπηρέαστα. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν ορισμένα στενά δρομάκια αλλά και ράμπες, που δεν ενδείκνυνται για μεγάλα οχήματα, δημιουργώντας τελικά μία ισορροπία όσον αφορά τις ξεχωριστές διαδρομές που μπορούν να ωφελήσουν διαφορετικές κλάσεις οχημάτων.
Οι εφτά ξεχωριστές κλάσεις του πρώτου MotorStorm επιστρέφουν, ενώ σε αυτές προστίθεται και εκείνη των επιβλητικών Monster Trucks. Τα τελευταία είναι σαφώς εντυπωσιακά και καταφέρνουν να μην παρουσιάζουν το παραμικρό πρόβλημα στα σημεία που υπάρχει νερό ή λάσπη, ωστόσο το ψηλό κέντρο βάρους τους τα καθιστά αρκετά δύσχρηστα, καθώς συχνά χάνουμε τον έλεγχό τους όταν προσπαθήσουμε να στρίψουμε απότομα. Δυστυχώς, ο γενικότερος έλεγχος των τετράτροχων οχημάτων δεν είναι αυτός που θα επιθυμούσαμε από έναν arcade τίτλο.
Όσο πιο βαριά είναι η κλάση του οχήματος (ξεκινώντας από τα buggy και καταλήγοντας στα φορτηγά και τα Monster Trucks) ο χειρισμός γίνεται όλο και πιο δύσχρηστος. Αυτό το στοιχείο είναι βέβαια εύλογο καθώς -υπό άλλες συνθήκες- ο παράγοντας της ταχύτητας και μόνο δε θα ήταν αρκετός για να αποτελεί πλεονέκτημα των μικρότερων και πιο εύθραυστων κλάσεων. Ωστόσο, το μοντέλο χειρισμού καταλήγει να είναι περισσότερο εκνευριστικό από ό,τι θα έπρεπε. Στις περισσότερες των περιπτώσεων η γωνία με την οποία στρίβουν, κυρίως τα βαρύτερα οχήματα, είναι εξαιρετικά μικρή καθιστώντας πολλές φορές αδύνατο τον ελιγμό σε στροφές μεγάλη κλίσης. Προκειμένου να καταφέρουμε να στρίψουμε, λοιπόν, θα χρειαστεί να πατήσουμε το χειρόφρενο, το οποίο ωστόσο έχει σαν αποτέλεσμα το σχεδόν πλήρες σταμάτημα του οχήματός μας.
Αυτό το πρόβλημα αν και είναι ιδιαίτερα εμφανές και εκνευριστικό στις μεγάλες κλάσεις. εντοπίζεται ακόμα και στις μικρότερες των Rally Cars αλλά και Buggies, των οποίων η έντονη δυσκολία στις στροφές φαντάζει ιδιαίτερα αφύσικη. Ευτυχώς, όσον αφορά τα ATVs και ιδίως τις μηχανές η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη καθώς προσφέρουν μεγάλες επιταχύνσεις και χειρισμό που ανταποκρίνεται άμεσα στις εντολές μας, γεγονός που καθιστά την οδήγησή τους κατά πολύ πιο απολαυστική από τις υπόλοιπες κλάσεις. Το γεγονός πως τα οχήματα αυτών των κλάσεων είναι εύθραυστα είναι σημαντικό, ωστόσο, τελικά το τίμημα είναι μικρό σε σχέση με το μεγαλύτερο βαθμό διασκέδασης που προσφέρουν.
{VIDEO_1}
Το ξεχωριστό σύστημα χρήσης του νίτρο που εισήγαγε το πρώτο MotorStorm επιστρέφει και στο Pacific Rift. Και πάλι έχουμε τη δυνατότητα να το ενεργοποιούμε οποιαδήποτε στιγμή θέλουμε, όμως, πρέπει παράλληλα να προσέχουμε ώστε να μη φτάσει σε σημείο υπερθέρμανσης διότι έτσι θα προκληθεί μια… εκρηκτική αντίδραση του οχήματός μας. Ωστόσο, εδώ κάνει την εμφάνισή της μία νέα προσθήκη βασισμένη στο στοιχείο του νερού και της λάβας που υπάρχει πλέον στις πίστες. Σε περιπτώσεις που περνάμε μέσα από νερό θα δούμε τη μπάρα του νίτρο να ψύχεται με πολύ πιο γρήγορους ρυθμούς ενώ, όπως είναι φυσικό, το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το αντίθετο όταν περνάμε κοντά από λάβα (η οδήγηση από μέσα της δεν προτείνεται).
Τεχνικά, το νέο MotorStorm βρίσκεται σε σαφώς καλά επίπεδα αν και τα γραφικά του δε θα λέγαμε ότι προσφέρουν τον ίδιο βαθμό "καθαρότητας" που έχει πλέον ο ανταγωνισμός. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένες από τις πιο αξιομνημόνευτες πίστες μάς μεταφέρουν σε επιβλητικά τοπία με μεγάλο draw distance και όμορφα σχεδιασμένη φύση. Σε ορισμένες περιοχές κάποιες επιφάνειες φαίνονται -περιέργως- πως είναι χαμηλής ανάλυσης, ωστόσο -σε γενικές γραμμές- η ποικίλη φύση απεικονίζεται πειστικά. Τα διάφορα οπτικά εφέ, που έχουν ως αποτέλεσμα το θόλωμα της εικόνας όταν περνάμε από νερά ή περιοχές με υψηλή θερμοκρασία, είναι ιδιαίτερα πετυχημένα ενώ οι συγκρούσεις και οι καταστροφές των οχημάτων για άλλη μία φορά κλέβουν την παράσταση.
Όπως είναι φυσικό το online μέρος του τίτλου επιστρέφει, επιτρέποντάς μας να συναγωνιστούμε με άλλους 15 αντιπάλους. Ιδιαίτερα ευχάριστη είναι η προσθήκη του split-screen που επιτρέπει την offline αναμέτρηση με τρεις ακόμα φίλους μας στην ίδια οθόνη (δυνατότητα που μάλλον κοντεύαμε να ξεχάσουμε στα συστήματα αυτής της γενιάς).
Συνολικά, το MotorStorm: Pacific Rift αποτελεί μία αρκετά πιο εμπλουτισμένη εμπειρία σε σχέση με το πρώτο μέρος, προσφέροντας διπλάσιο αριθμό επιπέδων (αν και η ποιότητά τους δεν είναι πάντα αυτή που θα θέλαμε) που μας μεταφέρουν σε αρκετά ξεχωριστά περιβάλλοντα. Δυστυχώς, οι οκτώ κλάσεις οχημάτων είναι μάλλον πλασματικές καθώς (κατά την άποψη τουλάχιστον του γράφοντα) ο δύσχρηστος χειρισμός των μεγαλύτερων οχημάτων μάλλον θα σας αποτρέψει από τη χρήση τους -ειδικά από τη στιγμή που η οδήγηση των μοτοσικλετών είναι πολύ πιο διασκεδαστική. Η εμπειρία που προσφέρει τελικά το Pacific Rift είναι πληρέστερη από αυτήν του πρώτου μέρους, ωστόσο η εμφάνιση του ανταγωνισμού ενισχύει ακόμα περισσότερο την εντύπωση πως το νέο αυτό sequel δεν εξελίχθηκε όσο θα έπρεπε, κυρίως, στο θέμα του χειρισμού.
Νικόλας Μαρκόγλου