
Final Fantasy XII: Revenant Wings
Ένα χρόνο μετά επιστρέφουμε στην Ivalice, αλλά αυτή τη φορά με οδηγό το DS
Ένα χρόνο μετά επιστρέφουμε στην Ivalice, αλλά αυτή τη φορά με οδηγό το DS
Ένα χρόνο μετά επιστρέφουμε στην Ivalice, αλλά αυτή τη φορά με οδηγό το DS
Παρόλο που η σειρά Final Fantasy ξεκίνησε τη λαμπρή σταδιοδρομία της στα συστήματα της Nintendo μετά το παρασκήνιο του 1994 και την «αυτομόληση» της Square στο στρατόπεδο της Sony, όσες προσπάθειες επαναφοράς του διάσημου franchise στις κονσόλες της Nintendo και αν έγιναν, αυτές δεν στέφθηκαν με ιδιαίτερη επιτυχία (με την εξαίρεση του Final Fantasy III remake στο DS). Για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, η Square-Enix δεν δημιουργεί «παραδοσιακά» Final Fantasy για τα συστηματα της Ninty και προσπαθεί συνεχώς να προσφέρει κάτι διαφορετικό, κάτι πιο «casual» που θα γίνει πιο εύκολα αρεστό και θα είναι πιο εύπεπτο στο όλο και αυξανόμενο κοινό της «τροφού» των videogames. Και κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην περίπτωση του Final Fantasy XII: Revenant Wings. Ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η δημιουργία της Think & Feel Inc. είναι αξιόλογη και ικανή να προσφέρει περισσότερες από 15 ώρες πολύ καλού gameplay. Παρομοίως, καμία αμφιβολία δεν υπάρχει και για το ότι το εν λόγω παιχνίδι ουδεμία σχέση έχει -σε ό,τι αφορά τη φιλοσοφία και το gameplay του- με το αριστουργηματικό Final Fantasy XII που απολαύσαμε πέρυσι στο PlayStation 2.
Ωστόσο, όσοι απόλαυσαν την πρώτη περιπέτεια του Vaan και της παρέας του, αρχικά, θα βρεθούν σε γνώριμα εδάφη. Το Revenant Wings είναι ένα άμεσο sequel του FFXII, πράγμα που σημαίνει ότι η ιστορία του διεξάγεται λίγο μετά τα γεγονότα του «μεγάλου του αδελφού», στον ίδιο κόσμο και με τους ίδιους πρωταγωνιστές. Αφού λοιπόν ο Vaan, η Penelo και τα υπόλοιπα μέλη που απαρτίζουν την ομάδα τους πέτυχαν το στόχο τους και αναδείχθηκαν σε σπουδαίους Sky Pirates, ήρθε η πτώση, η απώλεια του σκάφους τους και η επιστροφή στην πόλη της Rabanastre.
Κάπου εδώ η κατάσταση αλλάζει άρδην, όταν μια μέρα την εμφάνισή του κάνει ένα αρχαίο αερόπλοιο. Συνεπαρμένος από αυτό το μεγαλειώδες σκάφος, ο Vaan αποφασίζει να πάρει κάποια μέλη της ομάδας του και να το εξερευνήσει. Στην πορεία, όμως, αποκαλύπτεται ότι πίσω από αυτό το αρχαίο αερόπλοιο κρύβεται ένας θρυλικός λαός ιπτάμενων πλασμάτων ονόματι Aegyl, ο οποίος κατοικεί στη χαμένη ήπειρο Lemures. Λίγο αργότερα, η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα, καθώς την εμφάνισή του κάνει ο Judge of Wings, ο οποίος επιθυμεί να χειραγωγήσει τους Aegyl για να κερδίσει ένα σπάνιο πέτρωμα που βοηθά στην επίκληση των Espers. O Vaan αποφασίζει να βάλει τέλος στα σχέδια του Judge of Wings και η νέα του περιπέτεια ξεκινά. Προς όσους έχουν ήδη αρχίσει να…κάνουν όρεξη και να εκτιμούν ότι θα έχουν μια ακόμα ευκαιρία να ταξιδέψουν στο μαγικό κόσμο της Ivalice, με τον τρόπο που το έκαναν στο Final Fantasy XII, θα προτείνουμε να χαλαρώσουν. Αυτή η προειδοποίηση οφείλεται στο σχεδιασμό του Revenant Wings και στη φιλοσοφία που το χαρακτηρίζει. Εν ολίγοις, το νέο παιχνίδι της Square-Enix δεν είναι ένα παραδοσιακό ιαπωνικό παιχνίδι ρόλων, όπου οι παίκτες εξερευνούν κόσμους, πολεμούν πλάσματα με αναμονή σειράς (ή σε πραγματικό χρόνο στην περίπτωση του FFXII), αναβαθμίζουν τους χαρακτήρες τους κ.ο.κ.
Το Revenant Wings είναι ένα υβριδικό παιχνίδι στρατηγικής, το οποίο συνδυάζει την απεικόνιση του είδους tactics με το gameplay των RTS. Αλλά και πάλι, είναι εξαιρετικά δύσκολο να τοποθετήσεις αυτό το ιδιόμορφο project σε στεγανά και να το κατηγοριοποιήσεις με τα γνωστά δεδομένα. Από τη μία έχουμε μια απεικόνιση ισομετρική ¾ και μια σταθερή κάμερα -κλασικές παράμετροι για την κατηγορία tactics- αλλά οι μονάδες κινούνται σto χώρο ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς κινήσεων (blocks), ενώ οι μάχες διεξάγονται σε πραγματικό χρόνο και χωρίς αναμονή σειράς.
Αν θέλαμε οπωσδήποτε να αποδώσουμε ένα genre στο Revenant Wings, θα λέγαμε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα υπέρ-απλουστευμένο RTS. Μπορεί σε πρώτη ανάγνωση των παραπάνω οι φίλοι των JRPGs να νιώσουν μια μικρή απογοήτευση, ωστόσο, αυτά που έχει να προσφέρει το σύστημα μάχης του τίτλου είναι αξιόλογα και ικανά να προσφέρουν αρκετές ώρες διασκέδασης. Αυτό οφείλεται στη φιλοσοφία των μονάδων που είναι διαθέσιμες στον παίκτη και στα Espers που μπορεί να καλέσει όταν βρίσκεται κοντά σε συγκεκριμένα spawn points. Σε αντίθεση με την πλειονότητα των JRPGs, στα οποία τα «elements» και ο τρόπος που το ένα εξουδετερώνει το άλλο (φωτιά αντί νερού, αέρας αντί γης κ.ο.κ.) έχουν τον πρώτο λόγο, στο Revenant Wings η Think & Feel Inc. χρησιμοποιήσε κάτι απλούστερο μεν, που βασίζεται στην ίδια φιλοσοφία δε. Κάθε μονάδα στο παιχνίδι διαπρέπει σε ένα είδος μάχης, τα οποία χωρίζονται σε melee, ranged και air. Στέλνοντας μια μονάδα, που εξειδικεύεται στις melee μάχες, να αντιμετωπίσει μια αντίστοιχη ranged, ή το αντίθετο, είναι το κλειδί της επιτυχίας εδώ. Τόσο απλά και τόσο εύκολα.
Βέβαια, τα elements δεν απουσιάζουν εντελώς από το παιχνίδι, αντιθέτως, στην πορεία κάνουν την εμφάνισή τους ορισμένα πλάσματα -κυρίως bosses- που είναι απόλυτα ταυτισμένα με ένα από τα στοιχεία της φύσης. Όμως, η αλήθεια είναι ότι αυτό το «πέτρα-ψαλίδι-χαρτί» gameplay που προκύπτει από τους ranged, melee και air χαρακτήρες είναι ο βασικότερος πυλώνας του gameplay. Μια ακόμα σημαντική παράμετρος των μαχών εντοπίζεται στα προαναφερθέντα Espers, τα πλάσματα που μπορούμε να καλέσουμε από ειδικές τύμβους με τη χρήση ειδικών κρυστάλλων.
Θυμίζοντας τα κτίρια που μας δίνουν στρατιωτικές μονάδες στα παραδοσιακά RTS, αυτές οι τύμβοι προσφέρουν τη δυνατότητα δημιουργίας διαφόρων πλασμάτων που θα συνοδεύουν τους βασικούς μας στρατιώτες στις μάχες. Κάθε φορά που δημιουργούμε ένα πλάσμα, μπορούμε να το αποδώσουμε σε έναν από τους πρωταγωνιστές και στη συνέχεια να στείλουμε το μικρό μας στρατό προς τους αντιπάλους. Όσον αφορά τον τρόπο που απεικονίζονται οι εν λόγω μάχες η Think & Feel Inc. έχει κάνει φιλότιμες προσπάθειες να εμφανίσει όσο το δυνατόν περισσότερο ωφέλιμο πεδίο. Στην επάνω οθόνη του συστήματος απεικονίζεται ένας χάρτης με τις μονάδες που βρίσκονται στο πεδίο της μάχης να εμφανίζονται σαν κουκίδες. Αυτός ο χάρτης είναι εξαιρετικά χρήσιμος και σε συνδυασμό με τη δυνατότητα κίνησης της κάμερας με το σταυρό κατεύθυνσης ή με το stylus προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, προσφέρει τα μέγιστα στην πλοήγηση και στον έλεγχο της μάχης. Ακόμα πιο συναρπαστικός είναι ο τρόπος που ο developer έχει εφαρμόσει ένα σύστημα χειρισμού, ο οποίος εξομοιώνει με άριστα αποτελέσματα το ποντίκι ενός PC.
Οι μονάδες μάχονται μεν αυτόνομα, όμως, για να το πράξουν αυτό πρέπει πρώτα να τις αγγίξουμε με το stylus και στη συνέχεια να τις διατάξουμε να μεταβούν προς ένα συγκεκριμένο σημείο ή να επιτεθούν στον εχθρό. Σε μια ακόμα μίμηση του ποντικιού, μπορούμε να σύρουμε το stylus και να επιλέξουμε περισσότερες από μια μονάδες ή να διαιρέσουμε το σύνολο των δυνάμεών μας και να τις στείλουμε να πολεμήσουν σε πολλαπλά μέτωπα.
Όλα αυτά απεικονίζονται μέσα από μια παράξενη μηχανή γραφικών, η οποία συνδυάζει το ρετρό ύφος της 16bit εποχής, με τις πιο σύγχρονες 3D μηχανές. Πιο αναλυτικά, είδαμε ότι όλες οι μονάδες και οι χαρακτήρες αποτελούνται από sprites, των οποίων η απεικόνιση από μακριά είναι χαριτωμένη και θελκτική, αλλά από κοντά μετατρέπεται σε μάζα από pixels. Αντιθέτως, οι χάρτες είναι τρισδιάστατοι και αποτελούνται από πολύγωνα και ικανοποιητικές υφές. Αυτή η εικαστική επιλογή της Think & Feel Inc. είναι παράξενη και συνάμα αμφιλεγόμενη, ειδικότερα αφού έχουμε δει τα πολύ καλά αποτελέσματα ενός πλήρους 3D τίτλου στο Final Fantasy III για το DS. Μπορεί το Revenant Wings να είναι ένα εντελώς διαφορετικό παιχνίδι, ωστόσο, εκτιμούμε ότι το DS θα μπορούσε κάλλιστα να διαχειριστεί καλύτερα γραφικά από αυτά που είδαμε. Στον αντίποδα των μέτριων φιγούρων που πρωταγωνιστούν στο πιο πρόσφατο Final Fantasy βρίσκονται οι κινηματογραφικές σκηνές. Η τεχνολογία συμπίεσης και κωδικοποίησης της Square-Enix έχει κάνει άλματα τα τελευταία χρόνια και πλέον βλέπουμε ορισμένα συναρπαστικά videos, που «παίζουν» αριστοτεχνικά με το concept των δύο οθονών του DS.
Μπορεί μετά από αυτά τα κορυφαία cinematics τα in-game γραφικά να μας προσγειώνουν απότομα, αλλά η αξία τους δεν παύει να είναι σημαντική. Εξίσου σημαντική είναι και η μουσική του τίτλου, η οποία συνδυάζει κλασικά θέματα του Uematsu με νέες συνθέσεις -πάντα πιστές στο ύφος της μακρόχρονης σειράς.
Εν κατακλείδι, το Final Fantasy XII: Revenant Wings είναι μια πρόταση διαφορετική από οτιδήποτε άλλο έχει δώσει -με το όνομα «Final Fantasy» επάνω της- μέχρι σήμερα η Square. Αφήνοντας πίσω τον σκοτεινό χαρακτήρα, τις πολιτικές ίντριγκες και τα φιλοσοφικά μηνύματα, που χαρακτήριζαν το κύκνειο άσμα της σειράς Final Fantasy στο PS2, για ένα σαφώς πιο «χαριτωμένο» και ανάλαφρο ύφος και με ένα RTS gameplay που χαρακτηρίζεται από απλότητα και χαμηλό βαθμό δυσκολίας, το Revenant Wings είναι μια αξιόλογη προσθήκη στο franchise που, όμως, δύσκολα θα αγαπηθεί από εκείνους που μαγεύτηκαν από την αρχική περιπέτεια του Vaan.
Γιώργος Καλλίφας
PEGI 12+