Crimson Capes | Review

Για τους λάτρεις του συστήματος μάχης των πρώτων Prince of Persia.

Οι παλιότεροι αναγνώστες μας πιστεύουμε ότι θα έχουν νοσταλγικές αναμνήσεις από τα Prince of Persia (αναφερόμενοι στο παιχνίδι του 1989), Another World και Flashback – μεταξύ άλλων τίτλων που χρησιμοποιούσαν τα rotoscoped graphics. Μία ιδιοφυής και πρωτόλεια motion capture τεχνική, που χρησιμοποιεί live-action υλικό, πάνω σε κάθε καρέ του οποίου ο animator σχεδιάζει τους χαρακτήρες.

Το αποτέλεσμα αυτής της τεχνικής είναι να μεταφέρονται ομαλά animations και ένα ιδιόμορφα ελκυστικό αμάλγαμα αληθοφανούς κίνησης και τεχνητής εικόνας. Η τριμελής ελληνική ομάδα της Poor Locke είναι εμφανές πως ήθελε να μας ταξιδέψει στις παλιότερες εποχές, όπου η τεχνική του rotoscoping είχε φέρει ορισμένα αξιομνημόνευτα και -κλασικά πλέον- παιχνίδια.

Το παιχνίδι μάς τοποθετεί σε ένα dark fantasy σκηνικό, όπου παίρνουμε τον ρόλο του Milon, το δεξί χέρι του βασιλιά Amvryssea. Ο Milon αποτελεί τον αρχηγό της τετραμελούς ομάδας των Crimson Capes, που έχουν ως σκοπό να κυνηγήσουν μία εχθρική ομάδα των μάγων και σφετεριστών του θρόνου. Σε γενικές γραμμές, το lore κινείται σε απλοϊκά μονοπάτια και δεν εντρυφεί ιδιαίτερα στους χαρακτήρες, στις μεταξύ τους σχέσεις ή στις δυναμικές του βασιλείου με εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς.

Οι πληροφορίες έρχονται αραιά και οι συνομιλίες με άλλους χαρακτήρες είναι ελάχιστες. Αυτό δεν είναι κάτι απαραίτητα κακό, καθώς το Crimson Capes επικεντρώνεται πρωτίστως στη μάχη και την εξερεύνηση. Εκεί που πηγαίνει καλύτερα στα της πλοκής είναι όταν ενσωματώνει ορισμένες έξυπνες χιουμοριστικές πινελιές, που θα έλεγε κανείς ότι ρίχνουν κλεφτές ματιές προς Holy Grail, αν και αυτές έρχονται ως εξαίρεση και όχι ως κανόνας, σε ένα παιχνίδι που επιχειρεί να αποδώσει μία σκοτεινή ιστορία.

Προς το φινάλε της περιπέτειας, περίπου 7-8 ωρών, γίνονται ορισμένες ανατροπές, που ναι μεν δεν χαρακτηρίζονται ως απρόβλεπτες, ωστόσο δίνουν το κάτι εξτρά και -γιατί όχι- θέτουν τις βάσεις για μία συνέχεια. Γενικά βέβαια, το σενάριο δείχνει να υπάρχει κυρίως ως background, ένα έναυσμα και τίποτε περισσότερο προς το κυνήγι των bosses και την εξερεύνηση του βασιλείου.

Προτού περάσουμε στον πυρήνα του Crimson Capes, που αφορά στον τομέα της μάχης, θα θέλαμε να δώσουμε τα εύσημα στους δημιουργούς για τον καλοσχεδιασμένο χάρτη αλλά και την εναλλακτική προσέγγιση στη δημιουργία του. Παρότι το παιχνίδι δεν είναι σε καμία περίπτωση ένα καθαρό metroidvania και η βασική του πορεία προς του τίτλους τέλους είναι πολύ συγκεκριμένη, παράλληλα προσφέρει αρκετές προαιρετικές περιοχές, οι οποίες είναι προσβάσιμες εξαρχής.

Αν και αρχικά μας δημιουργήθηκε η εντύπωση ενός δυσλειτουργικού χάρτη, δεν αργήσαμε να καταλάβουμε ότι αυτό ίσχυε λόγω της προκατάληψής μας για το πώς θεωρούμε ότι πρέπει να είναι ένας χάρτης σε ένα δισδιάστατο παιχνίδι. Εν ολίγοις, έχουμε συνηθίσει σε τόσο μεγάλο βαθμό το αρχέτυπο του χάρτη των metroidvania (όπως καθιερώθηκε από το μακρινό Super Metroid) που περιμέναμε και εδώ να δούμε την γνώριμη ορθογώνια αποτύπωση της δομής του.

Αντιθέτως, το Crimson Capes απεικονίζει έναν “ζωγραφισμένο” χάρτη με σχεδιασμένα δάση, διαδρομές, βουνά, λαγκάδια κ.λπ., συμπεριλαμβάνοντας τα checkpoints όπου μπορούμε να κάνουμε save. Μάλιστα, μπορούμε να δούμε τον χάρτη αποκλειστικά και μόνο σε αυτά τα checkpoints, κάτι που δείχνει περιοριστικό αλλά λειτουργεί ιδανικά στο παιχνίδι, επιτρέποντάς μας να αναγνωρίσουμε διαδρομές που δεν έχουμε ακόμα πάρει ή σημεία όπου πρέπει να επανέλθουμε αργότερα για να ολοκληρώσουμε κάποιο από τα λιγοστά side quests.

Μπορεί να φαίνεται ότι ξοδέψαμε υπερβολικά πολλές γραμμές κειμένου για το κομμάτι του χάρτη, αλλά, όπως προαναφέραμε, είναι ενδιαφέρον να βλέπουμε εναλλακτικές που λειτουργούν ιδανικά για το ύφος τους παιχνιδιού, δείχνοντας έτσι έμπρακτα τη δημιουργικότητα της ομάδας ανάπτυξης. Αλλά ας περάσουμε στο προκείμενο που αφορά στη μάχη.

Σε αυτό το σκέλος, εντύπωση δημιουργεί εξαρχής το αποτέλεσμα της τεχνικής του rotoscoping. Τα διακριτά animations προσφέρουν μία ιδιαίτερη ομαλότητα, που σε συνδυασμό με την έντονη pixelated σχεδιαστική προσέγγιση των περιβαλλόντων και των χαρακτήρων, μεταφέρουν μία αρκετά όμορφη retro αισθητική, παραπέμποντας άμεσα στους συγκεκριμένους τίτλους που αναφέραμε στην εισαγωγή.

Λαμβάνοντας εμφανή έμπνευση από τα πρώτα Prince of Persia, το Crimson Capes απαιτεί τη μεθοδική μάχη, με το button mashing να είναι μία σίγουρη τακτική για το game over. Τα parries κρίνονται κάτι παραπάνω από απαραίτητα ενώ τα dodges αποτελούν μία ύστατη λύση με σχεδόν αποκλειστική χρήση απέναντι από unblockable επιθέσεις. Ευτυχώς, η κινησιολογία των εχθρών υποστηρίζει αυτό το σύστημα μάχης, επιτρέποντάς μας να διακρίνουμε τις περιπτώσεις όπου πρέπει να κάνουμε το parry, απαιτώντας βέβαια πάντα ακονισμένα αντανακλαστικά.

Στο ρεπερτόριο των κινήσεών μας έχουμε τα κλασικά light και heavy attacks, τα οποία γίνεται να παραμετροποιηθούν ανάλογα με το αν κρατάμε πάνω ή κάτω τον μοχλό, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο αρκετές και χρήσιμες επιθετικές κινήσεις, δίχως να περιπλέκουν το κομμάτι του χειρισμού. Εκτός των παραπάνω, υπάρχουν και ειδικές επιθέσεις, όπου κρατώντας το αριστερό trigger μπορούμε να εκτελέσουμε ισχυρές κινήσεις καταναλώνοντας την μπάρα του charge.

Σταδιακά βρίσκουμε τα υπόλοιπα τρία μέλη της ομάδας, κάθε ένα εκ των οποίων φέρει τον δικό του εξοπλισμό και διαφορετικές επιθέσεις. Η αλήθεια είναι ότι οι νέοι χαρακτήρες δεν αλλάζουν σημαντικά το κομμάτι του gameplay (ουσιαστικά μιλάμε για εναλλακτικό εξοπλισμό, τύπου daggers, longswords κ.λπ., που έρχεται με τη μορφή νέου χαρακτήρα αντί ως ξεχωριστό όπλο στον Milon) εντούτοις, η ποικιλομορφία, έστω σε θέμα animations και ειδικών δυνάμεων, είναι αναμφίβολα καλοδεχούμενη.

Όπως μάλλον είναι κατανοητό, το Crimson Capes έρχεται με υψηλό βαθμό πρόκλησης, αλλά στο μεγαλύτερο κομμάτι του θα λέγαμε ότι είναι δίκαιο. Δεν λείπουν βέβαια και ορισμένες στραβοτιμονιές, όπως περιπτώσεις που μας εξαναγκάζει να πολεμήσουμε δύο εχθρούς ταυτόχρονα, σε ένα σύστημα μάχης που σαφώς δεν είναι φτιαγμένο για τέτοιες συγκρούσεις.

Σε αυτές τις περιπτώσεις (ευτυχώς όχι πάρα πολλές) κυριαρχεί μία αίσθηση… “πανικού” καθώς ο χαρακτήρας μας δεν είναι τόσο γρήγορος για να ανταπεξέλθει σε δύο διαφορετικές επιθέσεις, ιδίως όταν έχουμε απέναντι και έναν τοξοβόλο. Αξίζει να σημειωθεί ότι για τη διάρκεια του παιχνιδιού το bestiary απλών εχθρών και bosses είναι κάτι παραπάνω από ικανοποιητικό. Μιλώντας για τα bosses, αυτές οι μάχες ανεβάζουν σημαντικά τον βαθμό πρόκλησης, προσφέροντας ευχάριστες και έντονες συγκρούσεις.

Λόγω του συστήματος μάχης, οι τακτικές που μπορούμε να εφαρμόσουμε είναι πανομοιότυπες, είτε πολεμάμε εχθρό που είναι στο ανάστημά μας είτε κάτι πιο τερατόμορφο, τονίζοντας έναν περιορισμό που έρχεται μοιραία στο παιχνίδι. Με το platforming να είναι τυπικότατο και περιορισμένο, το βάρος του Crimson Capes πέφτει σχεδόν αποκλειστικά στη μάχη. Η μάχη είναι σίγουρα ευχάριστη, διατηρώντας την αίσθηση της απόλαυσης από την αρχή έως το τέλος, εντούτοις, εξελίσσεται ελάχιστα αδυνατώντας να προσφέρει κάποια εμβάθυνση σε τακτικές.

Όταν αντιληφθεί κανείς ότι η κλωτσιά αρκεί για να μηδενίσει τη stamina του αντιπάλου, κάθε σύγκρουση ακολουθεί μία στάνταρ πορεία όπου εναλλάσσουμε μεταξύ parry, κλωτσιάς, parry, ισχυρής αντεπίθεσης, με λιγοστές διαφοροποιήσεις, ανάλογα την περίσταση. Υποθέτουμε ότι λόγω του σχετικού εύρους εναλλακτικών κινήσεων άλλοι παίκτες πιθανότατα να εντοπίσουν διαφορετικές τακτικές, οι οποίες όμως εικάζουμε ότι, με τη σειρά τους, θα επαναλαμβάνονται από την αρχή έως το τέλος ελέω της φύσης του συστήματος μάχης. Στα παραπάνω θα βοηθούσε ένα εμπλουτισμένο platforming σκέλος, που θα λειτουργούσε ως διάλειμμα μεταξύ των σημείων με μάχες.

Οπτικά, όπως αναφέραμε παραπάνω, κυριαρχεί έντονα το κομμάτι της νοσταλγίας, με μία όμορφη και έντονη pixelated απεικόνιση. Τα animations είναι σίγουρα αυτά που κάνουν τη διαφορά και παρόλο που υπάρχουν σημεία όπου οι μεταβάσεις από τη μία κίνηση στην άλλη είναι απότομες, εν τέλει, η ιδιαιτερότητα του rotoscoping δεν γίνεται παρά να προσθέτει ένα ιδιαίτερα γοητευτικό κομμάτι στο σύνολο, προσδίδοντάς του έντονες δόσεις προσωπικότητας και επιτρέποντάς του να διαφοροποιηθεί από τον κυκεώνα των indie platforms.

Το Crimson Capes σίγουρα επιδέχεται εξέλιξης στον τομέα του platforming, ώστε να προσφέρει ένα πιο ολοκληρωμένο σύνολο, ενώ θα μπορούσε να έχει το θάρρος να φέρει το lore περισσότερο στο προσκήνιο. Εντούτοις, το σύστημα μάχης, αν και κατά κάποιο τρόπο “στατικό”, συνδυάζεται ιδανικά με το rotoscoping, προσφέροντας την απαραίτητη “ραχοκοκαλιά” της εμπειρίας, ικανή να χτυπήσει διάνα στο θέμα της νοσταλγίας αλλά και στο κομμάτι της μεθοδικής ξιφομαχίας.

Το Crimson Capes κυκλοφορεί από τις 12/2/26 για PC. Το review μας βασίστηκε σε review code που λάβαμε από την Poor Locke.

Νικόλας Μαρκόγλου
Νικόλας Μαρκόγλου

Η αγάπη του Νικόλα για το gaming ξεκίνησε από το Atari 2600 που εμφανίστηκε ένα ωραίο πρωινό στο σαλόνι. Έκτοτε, το πάθος για τα βιντεοπαιχνίδια εκτοξεύθηκε με γεωμετρικούς ρυθμούς. Ο κινηματογράφος είναι η δεύτερη αγάπη του και παρακολουθεί συχνά ταινίες από την εποχή του ασπρόμαυρου σινεμά μέχρι τα σύγχρονα blockbusters του Hollywood.

Άρθρα: 1444

Υποβολή απάντησης