
Metal Gear Solid 4: Guns of the Patriots
O Kojima κλείνει «λογαριασμούς» είκοσι ετών και συνάμα αλλάζει τα δεδομένα των παιχνιδιών για πάντα
O Kojima κλείνει «λογαριασμούς» είκοσι ετών και συνάμα αλλάζει τα δεδομένα των παιχνιδιών για πάντα
O Kojima κλείνει «λογαριασμούς» είκοσι ετών και συνάμα αλλάζει τα δεδομένα των παιχνιδιών για πάντα
Πραγματικά είναι από εκείνες τις φορές όπου ο εκάστοτε συντάκτης έρχεται αντιμέτωπος με μια μεγάλη πρόκληση και καλείται μέσα από ένα κείμενο να περιγράψει ένα παιχνίδι που ξεπερνά κάθε προσδοκία. Η νέα αυτή περιπέτεια του Snake πρακτικά ολοκληρώνει έναν κύκλο, που ξεκίνησε πριν από είκοσι χρόνια ο ταλαντούχος Hideo Kojima, ο οποίος περισσότερο ώριμος και κατασταλαγμένος όσο ποτέ άλλοτε -υποβοηθούμενος και από την τεχνολογία που προσφέρει το PlayStation 3- καταφέρνει να κάνει το όραμά του πραγματικότητα. Και αυτό δεν είναι άλλο από μια κινηματογραφική gaming εμπειρία, όπου πραγματικά οι λέξεις αδυνατούν να την παρουσιάσουν σε όλο της το εύρος.
Και τελικά είναι αυτή η διείσδυση της σειράς στην έβδομη τέχνη που την διαφοροποιεί τόσο πολύ από τον ανταγωνισμό, αν και πλέον είναι αλήθεια πως το τέταρτο μέρος από νωρίς αποστασιοποιείται μιας και ουσιαστικά δεν μοιάζει με οτιδήποτε άλλο έχει συναντήσει κάποιος τα τελευταία χρόνια. Σαφώς και ακούγεται υπερβολικό, σαφώς και πολλοί θα μιλήσουν για συμπάθειες, αλλά πραγματικά το όλο οικοδόμημα του Guns of the Patriots πατάει τόσο γερά στα πόδια που αν μη τι άλλο είναι άξιο συγχαρητηρίων. Μπορεί οι τελευταίοι μήνες να κυλούσαν βασανιστικά αργά αλλά επιτέλους ο τίτλος της Kojima Productions είναι εδώ με μοναδικό σκοπό να ενθουσιάσει, να εντυπωσιάσει, να προκαλέσει αισθήματα θαυμασμού και υπερηφάνειας, αλλά και στενοχώριας και λύπης.
Το τέταρτο μέρος δεν ξεχωρίζει λόγω κάποιου επιμέρους ανεπτυγμένου τεχνικού τομέα αλλά εξαιτίας του συνόλου του, που σπάνια δείχνει να παραπατάει και να κουράζει παρά το γεγονός πως για άλλη μια φορά τα μακροσκελή cut-scenes δίνουν ένα βροντερό «παρών». Μόνο που εδώ υπάρχει μια σημαντική διαφορά. Πλέον, η σκηνοθετική τους προσέγγιση έχει κάνει άλματα προόδου και για να δοθεί και κάποια απάντηση σε ορισμένες κατηγορίες, κανένα από αυτά δεν αγγίζει τα 90 λεπτά. Πάντως, νευραλγικής σημασίας για τον τίτλο φαίνεται πως είναι ο τομέας της αφήγησης, η οποία δεν εξελίσσεται μόνο κατά την διάρκεια των συγκεκριμένων σκηνών, αλλά και την ώρα του gameplay. Μπορεί το σενάριο για άλλη μια φορά να περιέχει ορισμένες στρατιωτικές και ενίοτε κουραστικές ορολογίες, αλλά πλέον είναι περισσότερο σαφές, ενώ το περίεργο είναι πως ακόμα και για κάποιον που έρχεται σε πρώτη επαφή με τη σειρά δεν θα φανεί κουραστικό. Τα πολλά κενά που είχε αφήσει το Sons of Liberty πλέον παίρνουν τις απαντήσεις τους, αν και ορισμένες λεπτομέρειες θα τις αντιληφθούν και θα τις εκτιμήσουν μόνο όσοι έχουν παρακολουθήσει τα προηγούμενα επεισόδια.
Όπως είναι φυσικό, στο συγκεκριμένο κείμενο δεν πρόκειται να γίνει αναφορά στο σενάριο, τουλάχιστον εις βάθος, μιας και αφενός με αυτόν τον τρόπο θα αποκαλυφθούν πολλά μυστικά που επιβάλλεται ο καθένας να τα αποκαλύψει μόνος του και αφετέρου είναι τέτοια η έκτασή του που θα χρειάζονταν πολλές σελίδες για να παρουσιαστεί. Σε γενικές γραμμές ο Snake –ή, πλέον, Old Snake- καλείται να θέσει ένα τέλος στα επεκτατικά και άκρως καταστροφικά σχέδια του αδερφού του, Liquid, ο οποίος φαίνεται να έχει αποκτήσει μια σημαντικότατη δύναμη. Για άλλη μια φορά το όνομα των Patriots έρχεται στο προσκήνιο, ενώ ο πρωταγωνιστής με έκπληξη θα διαπιστώσει τους στενούς δεσμούς του με ορισμένους κεντρικούς χαρακτήρες που έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο στο παρελθόν.
Όπως αναφέρει συνεχώς ο ίδιος ο Snake, ο πόλεμος έχει αλλάξει και φυσικά αυτό είναι ικανό να διαμορφώσει τα πάντα στο σύγχρονο πεδίο της μάχης. Μέσα σε αυτό οι στρατιώτες φαίνεται να μην πια έχουν τον πλήρη έλεγχο των ενεργειών τους, μιας και από πίσω κρύβονται υπερσύγχρονες μονάδες παρακολούθησης με μια ανεπτυγμένη και προπάντων αυτοσυντηρούμενη τεχνητή νοημοσύνη. Πλήρη αντίθεση σε όλα αυτά δημιουργεί η γερασμένη φιγούρα του κεντρικού ήρωα, όπου μέσα στην, κατά τα άλλα, υπέρ-σύγχρονη στολή του φαίνεται να δείχνει εκτός τόπου και χρόνου. Εδώ εντοπίζεται και ένα ορόσημο για τη σειρά Metal Gear γενικότερα μιας και ο Snake, που από Solid κατάντησε να αποκαλείται Old, είναι ίσως από τις πλέον σημαντικές φυσιογνωμίες της βιομηχανίας των videogames γενικότερα. Μέσα από τα δικά του μάτια ο παίκτης συνειδητοποιεί πως το πεδίο της μάχης για ορισμένους ανθρώπους είναι τρόπος ζωής, αλλά σε καμία περίπτωση αυτό δεν είναι μια συνειδητή επιλογή.
Κάτω από το ρυτιδιασμένο και ταλαιπωρημένο πρόσωπό του, πέρα από τα χρόνια πείρας, έχει αποτυπωθεί πλέον η μετάβαση στη νέα εποχή όπου τόσο η τεχνολογία με τα όπλα μαζικής καταστροφής, όσο και η γενετική μπορούν πρακτικά να κάνουν τα πάντα. Εδώ ο Kojima δεν διστάζει να χαλάσει την εικόνα του, τέλειου κατά τα άλλα, υπέρ-στρατιώτη που μπορεί να έχει πάντοτε στο μυαλό του την αποστολή που του έχει ανατεθεί, αλλά από την άλλη γνωρίζει πως έχει πάρει και τον δρόμο δίχως επιστροφή. Από ένα σημείο και έπειτα η ελεύθερη βούληση πρακτικά εξανεμίζεται και ο αγώνας για επιβίωση γίνεται αυτοσκοπός. Δυστυχώς, όπως αποκαλύπτεται στη συνέχεια, στρατιώτες σαν τον Snake έρχονται στη ζωή για συγκεκριμένο λόγο και φυσικά, όταν έρθει η ώρα τους, τότε απλά περνάνε στο περιθώριο. Και όπως παραδέχεται και ο ίδιος η αναγνώριση δεν έρχεται ποτέ μιας και πρακτικά δεν υπήρξε ήρωας.
Μέσω του χαρακτήρα του ο Kojima-san πολλές φορές θέλησε να πάρει θέση γύρω από ορισμένα θέματα που αφορούν τη σύγχρονη ζωή και τον πόλεμο και ο τρόπος που το έχει επιτύχει αυτό είναι μοναδικός. Πέρα από τις αμέτρητες και πάντα πανέξυπνες ατάκες του, ακόμα και ο Snake έχει πέσει θύμα της γενετικής, ένα σφάλμα της οποίας τον έχει οδηγήσει σε πρόωρη γήρανση. Μπορεί η σύγχρονη φαρμακευτική να μπορεί να προσφέρει πολλά, αλλά πολλές σοβαρές ασθένειες είναι δυστυχώς ακόμα μη αναστρέψιμες και έτσι ακόμα και ο καρκίνος έχει τη δικιά του στιγμή μέσα στο Guns of the Patriots. Μπορεί να αναφέρθηκε και πιο πριν και σίγουρα θα ειπωθεί και παρακάτω, αλλά το Metal Gear Solid 4 είναι πραγματικά κάτι παραπάνω από ένα συνηθισμένο videogame, που τελικά βασικός του σκοπός είναι να αναδεύσει τα συναισθήματα του παίκτη, προσφέροντάς του όχι μόνο «ψυχαγωγία» αλλά και λόγο να αμφισβητήσει τα όσα συμβαίνουν γύρω του.
Πραγματικά από ένα σημείο και έπειτα το Guns of the Patriots απελευθερώνεται από τα δεσμά ενός videogame και εξελίσσεται περισσότερο σε μια εμπειρία, που δεν απευθύνεται μόνο στους οπαδούς της σειράς -οι οποίοι θα παρακολουθούν τα τεκταινόμενα με μια αίσθηση συγκίνησης και νοσταλγίας- αλλά σε ένα ευρύ κοινό που αναζητά κάτι παραπάνω από απλή δράση. Και τελικά αυτό το κάτι παραπάνω είναι που κάνει τη διαφορά και πραγματικά αναγάγει τον τίτλο σε κάτι το μοναδικό, τόσο διαφορετικό αλλά παράλληλα και τόσο οικείο. Εδώ ο χαρισματικός Hideo Kojima αποχαιρετά με τον καλύτερο τρόπο το αγαπημένο του δημιούργημα, δίχως να ξεχνάει τα χρόνια που ο Snake έδωσε τις μάχες του για να σώσει την ανθρωπότητα. Και που φυσικά θα συνεχίσει να το κάνει μέχρι την τελευταία του ανάσα.
{PAGE_BREAK}
Επιστρέφοντας στα τεκταινόμενα του τίτλου, η ιστορία λαμβάνει χώρα πέντε χρόνια μετά τα γεγονότα του Big Shell και εννιά από τα αντίστοιχα του Shadow Moses. Πλέον η δράση μεταφέρεται σε διάφορα σημεία του πλανήτη, ξεκινώντας από την Μέση Ανατολή, για να συνεχίσει αργότερα στη Νότια Αμερική και σε άλλα σημαντικά σημεία του πλανήτη. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στο MGS4 δεν τίθεται θέμα ποικιλίας, ενώ ο τίτλος είναι χωρισμένος σε πέντε κεφάλαια των οποίων η ονομασία μόνο ως τυχαία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Μέσα σε αυτά ο παίκτης θα έρθει αντιμέτωπος με πάρα πολλούς χαρακτήρες, τόσο παλιούς όσο και νέους, των οποίων η παρουσίαση είναι άλλοτε εκκεντρική και άλλες φορές άκρως αισθησιακή. Για παράδειγμα η Naomi Hunter, που τελικά θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο, μοιάζει απίστευτα αλλαγμένη σε σχέση με το πρωτότυπο και φυσικά τα διάφορα σημεία του σώματός της που είναι εκτεθειμένα δεν γίνεται να αφήσουν αδιάφορο τον Snake.
Από την άλλη, για μια ακόμα φορά στο πλευρό του παίκτη θα βρίσκεται ο καλοκάγαθος Otacon, που δείχνει να νοιάζεται υπερβολικά για την κατάσταση της υγείας του πρωταγωνιστή και δείχνει ενοχλημένος από την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα. Σημαντικός παράγοντας στη συνολικότερη εμπειρία φαίνεται πως είναι οι σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων, που σίγουρα βρίσκονται ένα σκαλί παραπάνω από το Snake Eater. Ο καθένας έχει τις αδυναμίες του και τις προτιμήσεις του, αλλά όλοι τελικά αναγκάζονται κάτω από την γενικότερη πίεση να αφήσουν στην άκρη τους συναισθηματισμούς για να επιτελέσουν το έργο τους. Σύμμαχος σε όλα τα παραπάνω θα είναι οι καλογραμμένοι διάλογοι που δίνουν ζωή στην εκάστοτε παρουσία, ενώ οι έξυπνες ατάκες και το πηγαίο χιούμορ εννοείτε πως δεν απουσιάζουν.
Σαφώς και ορισμένες συνομιλίες δείχνουν να ξεμακραίνουν και να γίνονται από ένα σημείο και μετά κουραστικές, αλλά είναι τέτοια η συνολικότερη ποιότητα που το συγκεκριμένο πρόβλημα δεν είναι και τόσο εμφανές. Παράλληλα, και οι ηθοποιοί που έχουν δανείσει τις φωνές τους έχουν πάρει για άλλη μια φορά τους ρόλους τους στα σοβαρά, όπου στην κορυφή όλων βρίσκεται για άλλη μια φορά ο David Hayter. Η χαρακτηριστική χροιά του ηθοποιού, που στιγματίζει τη σειρά εδώ και εννέα χρόνια, δίνει έναν άλλο αέρα, πιο προσωπικό στον Snake ενώ το θετικό είναι πως τα περισσότερα άτομα είναι τα ίδια από το αρχικό cast. Το ενδιαφέρον είναι πως ο κάθε χαρακτήρας έχει τη δική του ιστορία να πει μέσα και είναι αλήθεια πως με τον δικό του τρόπο θα την πει, είτε αυτή είναι αρεστή είτε όχι. Το θετικό είναι πως τα όσα θα ακουστούν μπορεί να είναι φανταστικά και ορισμένες φορές υπερβολικά, αλλά με λίγη σκέψη δεν φαίνονται να απέχουν και τόσο πολύ από αυτά που ίσως συναντήσουμε στο άμεσο μέλλον.
Κεντρικό θέμα για άλλη μια φορά είναι μια στρατιωτική απειλή από μια και μόνο προσωπικότητα -τον Liquid Snake/Ocelot αυτή τη φορά- ο οποίος απειλεί ολόκληρο τον πλανήτη και έχει συγκεντρώσει τέτοια δύναμη γύρω του που πραγματικά είναι σχεδόν ανίκητος. Και, φυσικά, για άλλη μια φορά ο μόνος ικανός να τον εμποδίσει φαίνεται πως είναι ο Snake, αν και πλέον η σωματική του κατάσταση θα σταθεί εμπόδιο στη μάχη που έχει να δώσει μιας είναι εμφανές πως δεν έχει αυτός το πλεονέκτημα.
Το Metal Gear Solid 4 είναι ένας τίτλος που μπορεί αρχικά να μην το δείχνει, αλλά είναι αισθητά διαφοροποιημένος από τους προκατόχους του. Σαφώς κα πρόκειται για μια δημιουργία που υποστηρίζει με τον πλέον ιδανικό τρόπο του stealth μηχανισμούς, αλλά πλέον η δράση δεν μοιάζει να είναι τόσο αποκομμένη, τουλάχιστον όπως συνέβαινε στο παρελθόν. Εδώ ο παίκτης έχει την πλήρη ελευθερία να επιλέξει τον τρόπο που θα προσεγγίσει τους αντιπάλους του, κάτι που αναμενόμενα θα έχει και άμεσο αντίκτυπο στη συνολική διάρκεια του τίτλου. Καταρχάς και κοιτάζοντας το stealth κομμάτι, αυτό είναι αρκετά εξελιγμένο με ειδοποιό διαφορά να αποτελεί η στολή OctoCam. Η συγκεκριμένη στολή του Snake έχει την ιδιότητα να αντιγράφει τα χρώματα αλλά και τις επιφάνειες με τις οποίες έρχεται σε επαφή, παρέχοντάς του σημαντικότατη κάλυψη.
Η συγκεκριμένη λειτουργία γίνεται τόσο χειροκίνητα όσο και αυτόματα και είναι ουσιαστικά η εξέλιξη του αντίστοιχου τομέα του Snake Eater, μόνο που πλέον έχει πάρει μια σαφώς πιο μοντέρνα μορφή. Πραγματικά σε ορισμένα σημεία ο χαρακτήρας γίνεται σχεδόν αόρατος ή τουλάχιστον δεν μπορούν να τον διακρίνουν τα μάτια των αντιπάλων, οι οποίοι συμπεριφέρονται αρκετά ανθρώπινα. Εδώ, βαρύνουσας σημασίας είναι το επίπεδο δυσκολίας που θα επιλέξει κάποιος, ανάμεσα από τα τέσσερα διαθέσιμα. Πρακτικά, τα δύο πρώτα στοχεύουν στους νεοεισερχόμενους παίκτες, με τα δύο τελευταία να είναι μια πραγματική πρόκληση. Πέρα από το γεγονός πως τα πυρομαχικά είναι λιγότερα, οι εχθροί συμπεριφέρονται άκρως ρεαλιστικά ενώ και τα bosses, όπως θα δούμε παρακάτω, είναι αρκετά δύσκολα στην εξόντωσή τους.
Φυσικά τα μέρη στα οποία ο παίκτης μπορεί να κρυφτεί είναι πάρα πολλά και αναμενόμενα η τακτική του αιφνιδιασμού είναι αυτή που θα κάνει τη διαφορά. Αλλά εδώ χρειάζεται προσοχή. Για πρώτη φορά είναι αναγκαίο να διατηρείται σε λογικά επίπεδα η ψυχική ισορροπία του Snake, μιας και αν για παράδειγμα εντοπιστεί πολλές φορές από του αντιπάλους ή η μεταχείρισή του δεν είναι η σωστή, τότε αυτό θα έχει άμεσο αντίκτυπο στη δράση. Για παράδειγμα, χρησιμοποιώντας ένα βαρέλι, που έρχεται για να συμπληρώσει τα γνωστά χάρτινα κιβώτια, ο Snake μπορεί να κρυφθεί μέσα σε αυτό ή ακόμα καλύτερα να εκτελέσει roll παρασέρνοντας τους πάντες στο διάβα του. Η παρατεταμένη χρήση του, όμως, επιφέρει έντονες στομαχικές διαταραχές με το γνωστό… επακόλουθο που θα αφήσει τον χαρακτήρα εκτεθειμένο στα εχθρικά πυρά.
Παράλληλα, το κρύψιμο μέσα σε κάδους απορριμμάτων σαφώς και είναι μια εύκολη λύση, αλλά η έντονη δυσωδία και τα ενοχλητικά έντομα δεν είναι και ό,τι καλύτερο. Επίσης, μιας και το σώμα του Snake δείχνει να έχει φτάσει στα όριά του, αν περπατάει συνεχώς σκυμμένος, οι ενοχλήσεις στη μέση θα είναι εντονότατες. Όλα τα παραπάνω θα επιφέρουν μια σύγχυση στον ήρωα και τα συμπτώματα της θα αρχίσουν να φαίνονται την ώρα της σκόπευσης, όπου τα χέρια του θα τρέμουν. Σε γενικές γραμμές, ο τίτλος είναι γεμάτος από τέτοιες μικρές λεπτομέρειες, που μπορεί μεμονωμένα να μην παίζουν και τόσο σημαντικό ρόλο ή τουλάχιστον να ξεγελούν και να μην τους δώσει κάποιος την απαιτούμενη προσοχή, αλλά συνολικά προσφέρουν ορισμένες μοναδικές στιγμές που αν μη τι άλλο κάνουν τον κεντρικό χαρακτήρα ακόμα πιο ανθρώπινο και το παιχνίδι πιο ρεαλιστικό.
Φυσικά, «παρών» δηλώνει και το σύστημα Close Quarter Combat ή αλλιώς CQC, όπου πρόκειται για ένα μοντέλο χειρισμού που αφορά τις μάχες σώμα με σώμα αν και εδώ οι επιλογές είναι πλέον περισσότερες. Ακινητοποιώντας έναν εχθρό, πέρα από τη δυνατότητα να αρπάξουμε τα πυρομαχικά του με πολλούς τρόπους, αυτός μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν ανθρώπινη ασπίδα, με αποτέλεσμα οι σύμμαχοί του να διστάζουν να τραβήξουν τη σκανδάλη. Πάντως είναι αλήθεια πως οι σημαντικότερες αλλαγές εντοπίζονται κατά τη διάρκεια ανταλλαγής πυροβολισμών, με τη δράση να είναι πλέον έντονη και όχι τόσο «ξύλινή» ή περιορισμένη ήταν στο παρελθόν. Τα τέταρτο μέρος πετυχαίνει μια ισορροπία ανάμεσα στο action και stealth μέρος, αφήνοντας πρακτικά τον παίκτη να επιλέξει πιο προτιμά.
Έτσι πέρα από του οπλοστάσιο του τίτλου, που περιλαμβάνει κάθε τι που θα μπορούσε να φανταστεί ο καθένας, οι αλλαγές -πάντα σε σχέση με το παρελθόν- είναι πολλές και προπάντων ευπρόσδεκτες. Καταρχάς, για πρώτη φορά υιοθετείται η κάμερα πίσω από τον ώμο του πρωταγωνιστή κατά τη διάρκεια της στόχευσης, όπως αντίστοιχα είχε γίνει στο Resident Evil 4. Στον συγκεκριμένο τίτλο αυτή η λειτουργία κρίνεται ανέλπιστα βολική, ενώ το γεγονός πως ο έλεγχος της κάμερας βρίσκεται στα χέρια του παίκτη θα κάνει την κατάσταση ακόμα πιο εύκολη. Φυσικά και πάλι η κάλυψη παίζει σημαντικότατο ρόλο μιας και οι εχθροί είναι υπεράριθμοι, ενώ ο χαρακτήρας έχει τη δυνατότητα να πυροβολεί τόσο από την δεξιά πλευρά όσο και από την αριστερή. Ακόμα καλύτερα όταν βρεθεί ξαπλωμένος στο έδαφος σαν επακόλουθο μιας έκρηξης, μπορεί να κρατήσει αυτή τη στάση πυροβολώντας τους εχθρούς του ανάσκελα, αν και έτσι είναι περισσότερο ευάλωτος. Αξίζει να αναφερθεί ότι διατίθεται και μια (εκπληκτική για τα δεδομένα του franchise) κάμερα πρώτου προσώπου, η οποία προσφέρει ακόμα περισσότερες επιλογές στη μάχη.
{PAGE_BREAK}
Περνώντας στον τομέα των όπλων -ένα απρόσμενα πλούσιο και ποικίλο τμήμα του παιχνιδιού- πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει μια περίεργη φυσιογνωμία, ο Drebin. Ο συγκεκριμένος χαρακτήρας δείχνει να γνωρίζει πάρα πολλά γύρω από τα οπλικά συστήματα ενώ είναι αυτός που εφοδιάζει τον Snake με νέο εξοπλισμό. Εδώ κάνει την εμφάνισή του ένα σύστημα με credits, όπου συλλέγοντας διάφορα όπλα το σύνολο ανεβαίνει και ο παίκτης μπορεί να το εξαργυρώσει είτε αγοράζοντας καινούργια ή -ακόμα καλύτερα- βελτιώνοντας τα ήδη υπάρχοντα. Μέσω ενός αρκετά κατατοπιστικού μενού, ακόμα και απλά αυτόματα μπορούν να μεταμορφωθούν σε πανίσχυρες μονάδες προσαρμόζοντας πάνω τους, πέρα από τα εξελιγμένα σκόπευτρα, ακόμα και εκτοξευτές ρουκετών.
Η συγκεκριμένη ιδέα είναι μια πραγματικά ευχάριστή έκπληξη, αφήνοντας πολλά περιθώρια για πειραματισμούς οι οποίοι φυσικά θα πρέπει να διέπονται και από κάποια λογική. Παράλληλα, ο Drebin είναι αυτός που ξεκλειδώνει και τον οπλισμό των αντιπάλων όταν αυτός πέφτει στα χέρια του Snake, μιας και αυτά έρχονται με ένα ID που αναγνωρίζει μόνο τον αρχικό χρήστη και σε διαφορετική περίπτωση δεν πυροδοτεί. Είπαμε, ο πόλεμος άλλαξε και αναγκαστικά ο γερασμένος πρωταγωνιστής προσπαθεί να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.
Πάντως είναι αλήθεια πως το Guns of the Patriots, παρά τη συνολικά μεγάλη διάρκειά του (ανάλογα με το βαθμό δυσκολίας, η ολοκλήρωση έρχεται μέσα σε 20 με 25 ώρες) δεν κουράζει. Και αυτό το οφείλει σε μεγάλο βαθμό και στην ποικιλία των αποστολών, με τις εκπλήξεις να διαδέχονται η μία την άλλη. Χαρακτηριστικές στιγμές από προηγούμενους τίτλους εδώ έχουν πάρει μια νέα εικόνα, ενώ μάχες που παλιότερα φάνταζαν πιθανές μόνο σαν μέρος ενός cut-scene, πλέον αποτελούν στιγμές κανονικού gameplay. Ειδικά οι αναμετρήσεις των πρωταγωνιστών δίνουν ένα νέο νόημα στην έννοια «boss fight» και χαρακτηρίζονται τουλάχιστον ως μνημειώδεις.
Έχοντας εξαντλήσει τα αποθέματα της φαντασίας της, η δημιουργική ομάδα προσφέρει για άλλη μια φορά ιδιαίτερα προσεγμένους αντιπάλους, με βάθος αλλά και ενδιαφέρων σχεδιασμό. Έχοντας σαφείς ιαπωνικές επιρροές, τα bosses συνεχίζουν να αποτελούν ένα από τα δυνατά χαρτιά της σειράς, με το κάθε ένα να απαιτεί έναν διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης. Το ευχάριστο είναι πως η παρουσία τους δεν περιορίζεται μόνο σε μια έντονη μάχη, αλλά όλοι τους έχουν ένα ιστορικό υπόβαθρο άξιο αναφοράς, με την ψυχική τους κατάσταση όμως να είναι υπερβολικά διαταραγμένη λόγω του αρκετά επίπονου πρότερου βίου τους. Όπως ήταν αναμενόμενο ο Ιάπωνας δημιουργός συχνά-πυκνά «παίζει» μαζί μας και προσφέρει πολλές εκπλήξεις.
Για παράδειγμα, ο Snake είναι εφοδιασμένος με ένα iPod, που μπορεί να χρησιμοποιεί ανά πάσα στιγμή και να ακούει διάφορα μουσικά κομμάτια που έχουν χρησιμοποιηθεί σε προηγούμενα παιχνίδια της σειράς, με αποκορύφωμα το αντίστοιχο που ακούστηκε κατά την ολοκλήρωση των γεγονότων στο νησί Shadow Moses. Κατά τη διάρκεια των εγκαταστάσεων στο σκληρό δίσκο (πέντε στο σύνολο με την πρώτη να διαρκεί 8 λεπτά και τις υπόλοιπες από 2 μέχρι 3) αναγράφονται διάφορα αστεία του τύπου «Είναι περασμένες 12, μήπως πρέπει να ξεκουραστείς λίγο;», αν παίζουμε Τετάρτη ή Κυριακή ο Drebin κάνει σημαντικές εκπτώσεις στο εμπόρευμά του, ενώ λίγο πριν το τέλος ο Kojima -με το δικό του μοναδικό τρόπο- καλωσορίζει την επιστροφή του vibration.
Τα flashbacks είναι πάρα πολλά και άκρως ενδιαφέροντα, σε καίρια σημεία ακούγονται χαρακτηριστικοί διάλογοι και τελικά όλα συνάδουν στο να δημιουργήσουν αυτή τη μοναδική εμπειρία που τελικά επιβάλλεται να δοκιμάσει ο καθένας. Μπορεί το γενικότερο ύφος να είναι σοβαρό, αλλά υπάρχουν πολλά ευχάριστα διαλείμματα τόσο από πλευράς Snake, αλλά και άλλων χαρακτήρων, όπως για παράδειγμα ο Akiba, που εν μέσω μιας μάχης δεν μπορεί να κρύψει τις στομαχικές του διαταραχές, με τα ανάλογα…ηχητικά επακόλουθα. Όλα τα παραπάνω συμπληρώνονται από έναν τεχνικό τομέα που θέτει νέα στάνταρ για την κονσόλα της Sony (και όχι μόνο) και που θα αποτελέσουν σημείο αναφοράς για το μέλλον. Καταρχάς, σε ό,τι αφορά τον ήχο, πέρα από τις φωνές των ηθοποιών όπως αυτές αναφέρθηκαν παραπάνω, ο Harry Gregson Williams για άλλη μια φορά παραδίδει ένα καλοδουλεμένο ηχητικό σύνολο, με διάφορα ακούσματα τα οποία δείχνουν να έχουν επηρεαστεί τόσο από την ανατολή όσο και από μοντέρνες pop ακολουθίες.
Αξιομνημόνευτα είναι τα φωνητικά που ακούγονται, μιας και πραγματικά καταφέρνουν να αποτυπώσουν με μοναδικό τρόπο την μοναξιά και την θλίψη ενός μοναχικού στρατιώτη, που πλέον έχει πάρει τον δρόμο δίχως επιστροφή. Περνώντας στα γραφικά η κατάσταση είναι ακόμα καλύτερη, μιας και είναι τουλάχιστον… εκθαμβωτικά. Αυτά καταφέρνουν να κερδίσουν τον παίκτη τόσο σε επίπεδο ποικιλίας όσο και λεπτομέρειας και μια κοντινή ματιά στη φιγούρα του Snake είναι ικανή να δώσει μια απάντηση σε κάθε απορία. Τα πάντα εκπλήσσουν με τον σχεδιασμό τους, ενώ αντικείμενα που δεν είναι άμεσα ορατά εντυπωσιάζουν με τον τρόπο που αυτά έχουν αποδοθεί. Το animation θέτει νέα στάνταρ, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την πρώτη συνάντηση με την επίλεκτη ομάδα του Liquid, τους Frogs, καθώς και τις χορογραφίες άλλων χαρακτήρων όπως είναι ο Raiden.
Η μηχανή γραφικών δεν δείχνει να δυσκολεύεται να παρουσιάσει πολλούς χαρακτήρες ταυτόχρονα στην οθόνη, με ελάχιστα έως μηδαμινά προβλήματα στο frame rate ακόμα και όταν ορισμένες κατασκευές είναι πραγματικά τεράστιες. Η μηχανή γραφικών είναι υπεύθυνη και για τη γενικότερη ατμόσφαιρα, μιας και είναι αλήθεια πως ορισμένες στιγμές τα όσα θα αντικρίσει ο παίκτης θα τον αφήσουν με το στόμα ανοιχτό. Ένας σιδηροδρομικός σταθμός δεν έδειχνε ποτέ στο παρελθόν τόσο όμορφος, μια νυχτερινή πόλη δεν ήταν ποτέ άλλοτε τόσο ατμοσφαιρική και ένα χιονισμένο τοπίο δεν φάνταζε πιο παγωμένο. Μπορεί η διαδραστικότητα να βρίσκεται σε περιορισμένα πλαίσια, αλλά ακόμα και έτσι η τελική εικόνα είναι υπεράνω κριτικής. Γενικότερα, από τα προσεγμένα facial expressions μέχρι και τον σχεδιασμό της αρχικής σκηνής στο νεκροταφείο, το Guns of the Patriots είναι πραγματικά χάρμα οφθαλμών.
Σε επίπεδο επιλογών η Konami έχει δημιουργήσει μια online κοινότητα όπου οι παίκτες θα μπορούν να συνδέονται και να προμηθεύονται καινούργια καμουφλάζ για το OctoCam καθώς και νέα τραγούδια για το iPod. Θέλοντας να παρουσιαστεί ακόμα πιο πλήρες, το Gun of the Patriots περιέχει και το Meta Gear Online. Εδώ πολλοί παίκτες θα αναρωτηθούν αν τα προβλήματα της beta έχουν διορθωθεί, μιας και είναι αλήθεια πως η πρώτη επαφή μαζί του πριν ένα μήνα δεν ήταν και η καλύτερη δυνατή λόγω των πολλών τεχνικών προβλημάτων που προέκυψαν. Πολλά από αυτά έχουν διορθωθεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως το τελικό αποτέλεσμα είναι το ιδανικό. Πάντως γίνεται εμφανές πως αυτά που προσφέρει το multiplayer απέχουν πολύ από αυτά που είχε οραματιστεί ο Ιάπωνας δημιουργός. Αντί αυτού το παρόν δίνουν οι συνηθισμένες επιλογές που συναντάει κανείς σε αντίστοιχες δημιουργίες, αν και είναι προφανές πως η κατάσταση μελλοντικά θα αλλάξει. Περισσότερα για το Metal Gear Online θα έχουμε αργότερα σε ξεχωριστό review όταν πια οι servers θα έχουν «στρώσει» και θα είμαστε σε θέση να εκφέρουμε μια πιο εμπεριστατωμένη άποψη.
Εν κατακλείδι, όπως αναφέραμε και στην εισαγωγή αυτού του κειμένου, το Metal Gear Solid 4 πραγματικά αλλάζει τα δεδομένα στο σύγχρονο gaming. Αυτό δεν οφείλεται τόσο στο ότι το παιχνίδι της Konami προσφέρει κάτι πραγματικό νέο, όσο στο ότι ό,τι κάνει το κάνει με απόλυτη αρτιότητα. Για πρώτη φορά οι cut-scenes αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του gameplay, για πρώτη φορά βλέπουμε στο PlayStation 3 γραφικά τέτοιου επιπέδου, για πρώτη φορά σε παιχνίδι δράσης δημιουργούνται τόσο έντονα συναισθήματα και ίσως για πρώτη φορά η ολοκλήρωση ενός videogame είναι ικανή να κάνει τον παίκτη να βουρκώσει (ναι, ακόμα και αυτό είναι πιθανό). Άλλωστε, πόσα παιχνίδια γνωρίζετε που τελειώνουν με το θρυλικό αντιπολεμικό τραγούδι Here’s to You της Joan Baez; Με το Metal Gear Solid 4 τα videogames άλλαξαν, «ενηλικιώθηκαν» περαιτέρω αν θέλετε και αυτό θα το χρωστάμε σε έναν μικρόσωμο Ιάπωνα με αντιπολεμική φιλοσοφία και έντονες ανησυχίες που ακούει στο όνομα «Hideo Kojima».
Here’s to you, Nicola and Bart
Rest forever here in our hearts
The last and final moment is yours
That agony is your triumph
Γιώργος Τσακίρογλου
Ανάλυση 480i/ 720p
Ήχος Stereo/ Surround/ Dolby Digital 5.1
PEGI 18+