
Resistance 2
Ένα εκτενές campaign που συμπληρώνεται από επικό multiplayer. Τι άλλο να ζητήσεις από ένα sequel;
Ένα εκτενές campaign που συμπληρώνεται από επικό multiplayer. Τι άλλο να ζητήσεις από ένα sequel;
Δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του Resistance: Fall Of Man -του μάλλον καλύτερου τίτλου λανσαρίσματος του Playstation 3- η Insomniac Games (υπεύθυνη για τη σειρά Ratchet & Clank) προσφέρει το δεύτερο μέρος και έναν από τους πιο αναμενόμενους τίτλους της φετινής χρονιάς, τουλάχιστον για το σύστημα της Sony. Με το Resistance 2, λοιπόν, επιστρέφουμε στον πόλεμο με τους Chimera σε έναν τίτλο που αξίζει πλήρως τον όρο του sequel χάρη στη σημαντική βελτίωση που δέχθηκε σε όλους τους τομείς, αλλά και στη διόρθωση κάποιων λανθασμένων μηχανισμών που υπήρχαν στο πρώτο μέρος -τουλάχιστον κατά τη γνώμη του γράφοντα.
Το campaign ξεκινάει ακριβώς μετά το φινάλε του Fall Of Man όπου ο Nathan Hale περισυλλέχθηκε από μία μυστηριώδη ομάδα, γνωστή ως Black Ops. Σύντομα θα γνωριστούμε με την ειδική ομάδα Sentinels, στην οποία μάλιστα θα λάβουμε και ηγετική θέση. Τα μέλη της Sentinels μοιράζονται παρόμοιες υπεράνθρωπες δυνάμεις με αυτές του Nathan Hale, συντελώντας τελικά σε μία ομάδα κρούσης ικανή για την εκτέλεση των πιο επικίνδυνων αποστολών. Έπειτα από το πρώτο επίπεδο, εύστοχα ονομασμένο ως "prologue", θα φύγουμε από τα γνώριμα εδάφη της Μεγάλης Βρετανίας για να μεταφερθούμε στην Αμερική όπου, πλέον, οι Chimera έχουν εξαπολύσει μία –τεράστιας κλίμακας- επίθεση. Από κει και ύστερα, στα επόμενα επτά κεφάλαια του τίτλου θα μεταφερθούμε σε διάφορες πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών προκειμένου να προβάλουμε σθεναρή αντίσταση κατά των Chimera.
Ο τρόπος αφήγησης του σεναρίου που υπήρχε στο πρώτο μέρος της σειράς απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά καθώς τα διάφορα στατικά σκίτσα που υπήρχαν έχουν αντικατασταθεί πλήρως από cutscenes, οι οποίες είναι δημιουργημένες με τη χρήση της μηχανής γραφικών. Ο Nathan Hale αποτελεί στο sequel έναν πολύ πιο ομιλητικό χαρακτήρα, έχοντας μάλιστα κεντρικό ρόλο στις cutscenes, στοιχείο που καταφέρνει να δικαιολογήσει πλήρως την τοποθέτησή του ως ηγετική μορφή των Sentinels. Το σενάριο σε γενικές γραμμές δεν παρουσιάζει κάποιο βάθος ούτε ιδιαίτερα αξιομνημόνευτους χαρακτήρες, με εξαίρεση τον Capelli –μέλος των τεσσάρων Sentinels- και δυστυχώς δίνει ελάχιστες εξηγήσεις σχετικά με την προέλευση των Chimera. Εντούτοις, καταφέρνει να έχει μία σεβαστή ποιότητα ανάλογη με αυτή καλών ταινιών δράσης, ενώ αυξάνει συνεχώς το ενδιαφέρον μας για την περιπέτεια του Hale έως το ιδιαίτερα απότομο φινάλε, το οποίο αφήνει σαφές υπόνοιες για -τουλάχιστον- ακόμα ένα sequel.
"Σε γενικές γραμμές ο εξοπλισμός παρουσιάζει μία πολύ καλή ποικιλία ενώ η απουσία των Hailstorm και Sapper τελικά περνά απαρατήρητη"
Η διάρκεια του campaign είναι αρκετά μικρότερη από αυτήν του πρώτου μέρους αν και σίγουρα κάτι παραπάνω από ικανοποιητική όσον αφορά το είδος των FPS, καθώς θα χρειαστείτε περισσότερες από δέκα ώρες για να το ολοκληρώσετε στη μεσαία δυσκολία. Οι λιγότερες ώρες διάρκειας φαίνεται πως αποτελούν προϊόν μεγαλύτερης προσοχής που δόθηκε στη ροή της δράσης, επιτρέποντας στην ομάδα ανάπτυξης να μας μεταφέρει σε ποικίλα περιβάλλοντα αλλά και σε εντυπωσιακά σκηνικά και καταστάσεις. Αξίζει να πούμε ότι την πρώτη φορά που βγήκαμε από τα υπόγεια εργαστήρια του San Francisco (όπου εκτυλίσσεται το πρώτο κεφάλαιο) το θέαμα της πόλης που φαινόταν στο βάθος -πάνω από την οποία υπήρχε πληθώρα τεράστιων αεροσκαφών των Chimera- ήταν εντυπωσιακό, καταφέρνοντας τελικά να αποσπάσει την προσοχή μας για μερικά λεπτά.
Κατά τη διάρκεια της περιπέτειας θα βρεθούμε μπροστά σε πολλά εξαιρετικά σχεδιασμένα σκηνικά, τα οποία παρουσιάζουν ελάχιστη επανάληψη καθόλη τη διάρκεια της περιπέτειας. Και όλα αυτα δεδομένου ότι κάθε ένα από τα επτά κεφάλαια μάς μεταφέρει σε ξεχωριστό περιβάλλον, όπως δασώδεις εκτάσεις, προάστια μεγάλων πόλεων κ.λπ. Αξίζει να σημειωθεί ότι το επίπεδο που εκτυλίσσεται στο Chicago είναι μοναδικά σχεδιασμένο, περιέχοντας στο τέλος του μία από τις πιο εντυπωσιακές συγκρούσεις με αρχηγό που έχουμε δει σε FPS. Γενικότερα, οι "αρχηγοί" που θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε στο τέλος κάθε κεφαλαίου, μας προσφέρουν σε αξιομνημόνευτες συγκρούσεις που είναι οι πλέον κατάλληλες για το κλείσιμο κάθε chapter.
"Εκτός από το campaign ο τίτλος έχει να επιδείξει δύο εξαιρετικά multiplayer modes ικανά να σας κρατήσουν απασχολημένους για πολλές μέρες"
Διάφορα στοιχεία του gameplay έχουν αλλαχθεί από το Fall Of Man έτσι ώστε να είναι σύμφωνα με τους μηχανισμούς που έχουν πλέον καθιερωθεί για το είδος. Ως εκ τούτου, η μπάρα ενέργειας απουσιάζει πλήρως (αν και κάνει την εμφάνισή της στα multiplayer modes) ενώ όταν δεχόμαστε πυρά η οθόνη αρχίζει να κοκκινίζει, απαιτώντας από εμάς να βρούμε σημείο κάλυψης. Αυτό το νέο -για τη σειρά- σύστημα ενέργειας δεν έχει εισαχθεί με τον καλύτερο τρόπο, καθώς δεν ήταν λίγες οι φορές που δε γινόταν σαφές ότι η ενέργειά μας έχει πέσει σε επικίνδυνα επίπεδα, με αποτέλεσμα να χάνουμε τη στιγμή που φαινόταν ότι έχουμε ακόμα περιθώρια για να παραμείνουμε ακάλυπτοι.
Η δεύτερη σημαντική αλλαγή που εντοπίζεται στους μηχανισμούς του Resistance 2 αφορά τα όπλα που μπορούμε να έχουμε ανά πάσα στιγμή μαζί μας. Ενώ στο πρώτο μπορούσαμε να έχουμε υπό την κατοχή μας οποιοδήποτε όπλο βρίσκαμε, πλέον ο Nathan μπορεί να έχει μαζί του το πολύ δύο όπλα. Αυτή η αλλαγή καταφέρνει να συμβάλλει σημαντικά στην ασταμάτητη δράση καθώς δεν απαιτούνται πλέον μικρές παύσης προκειμένου να εντοπίσουμε το κατάλληλο όπλο. Εκτός αυτού, πάντοτε βρίσκουμε μπροστά μας –με ιδιαίτερα βολικό τρόπο- τα πλέον κατάλληλα όπλα για την εκάστοτε περίσταση.
{VIDEO_1}
{PAGE_BREAK}
Όσον αφορά τον εξοπλισμό, πολλά όπλα επιστρέφουν, άλλα κάνουν την παρθενική τους εμφάνιση ενώ απουσιάζουν πλήρως τα Hailstorm και Sapper. Ανάμεσα στα καινούρια όπλα βρίσκουμε το ισχυρό πιστόλι Magnum, τις σφαίρες του οποίου μπορούμε να τις ανατινάξουμε οποιαδήποτε στιγμή πατώντας το κουμπί της δευτερεύουσας λειτουργίας πυροδότησης. Το Wraith αποτελεί μία εκδοχή του minigun (γνωστό όπλο από τις ταινίες Predator και Terminator 2), η δεύτερη λειτουργία του οποίου δημιουργεί μία ασπίδα προστασίας μπροστά από τον χαρακτήρα μας που εμποδίζει τις εχθρικές σφαίρες να τη διαπεράσουν αλλά όχι και τις δικές μας. Τέλος, το V7 Splicer εκτοξεύει περιστρεφόμενα πριόνια, ικανά να διαμελίσουν τα σώματα των αντιπάλων (το Resistance 2 είναι σαφώς πιο βίαιο από το πρώτο).
"Η διάρκεια του campaign είναι αρκετά μικρότερη από αυτήν του πρώτου μέρους αν και σίγουρα κάτι παραπάνω από ικανοποιητική όσον αφορά το είδος των FPS"
Σε γενικές γραμμές ο εξοπλισμός παρουσιάζει μία πολύ καλή ποικιλία ενώ η απουσία των Hailstorm και Sapper τελικά περνά απαρατήρητη χάρη στις πολύ καλές νέες προσθήκες. Δυστυχώς, τα Carbine και Bullseye, τα δύο βασικά πολυβόλα που χειριζόμαστε εκτενώς στο campaign, δείχνουν ιδιαίτερα αδύναμα κυρίως λόγω του απογοητευτικά αδύναμου ήχου τους αλλά και των “χλιαρών” αντιδράσεων που παρουσιάζουν οι εχθροί όποτε τους πετυχαίνουμε με τα συγκεκριμένα όπλα. Αντιθέτως, η δύναμη πυρός των υπολοίπων όπλων είναι εμφανέστερη, ιδίως όσον αφορά το sniper και την καραμπίνα.
Η ποικιλία των εχθρών έχει αυξηθεί σημαντικά, με κάθε έναν από αυτούς να απαιτεί και διαφορετικές τακτικές από μέρους μας για την εξόντωσή του, ενώ ο συνδυασμός διαφορετικού είδους εχθρών μάς μεταφέρει σε ιδιαίτερα δύσκολες καταστάσεις. Η -ομολογουμένως- αυξημένη δυσκολία που παρουσίαζε το πρώτο μέρος επιστρέφει και εδώ. Ωστόσο, αυτήν τη φορά το σύστημα των checkpoints είναι σίγουρα πιο… "ανθρώπινο" καθώς πραγματοποιούνται σε συχνά διαστήματα χωρίς να χρειάζεται ποτέ να επαναλάβουμε μεγάλο κομμάτι του παιχνιδιού σε περίπτωση που χάσουμε. Το σίγουρο είναι ότι θα δείτε την οθόνη του "game over" πολλές φορές, καθώς σε πληθώρα σημείων εμφανίζονται απότομα μπροστά μας διάφοροι εχθροί με αποτέλεσμα την, πολλές φορές, σίγουρη εξόντωσή μας. Από αυτό προκύπτει και το ότι το campaign παρουσιάζει ένα μεγάλο αριθμό σημείων, όπου απαιτείται το λεγόμενο "trial and error". Τελειώνοντας με την ανάλυση του -κατά τα άλλα- εξαιρετικού campaign, αξίζει να σημειωθεί ότι, σε αντίθεση με το Fall Of Man, τα επίγεια οχήματα απουσιάζουν πλήρως.
Εκτός από το campaign ο τίτλος έχει να επιδείξει δύο εξαιρετικά multiplayer modes ικανά να σας κρατήσουν απασχολημένους για πολλές μέρες. Το co-op του Resistance 2 προσφέρει μία ιδιαίτερα φρέσκια εμπειρία για το είδος. Συνολικά, υποστηρίζει τη συμμετοχή έως και οχτώ παικτών, οι οποίοι θα κληθούν να εκπληρώσουν διάφορα objectives στα έξι -τεραστίων διαστάσεων- επίπεδα. Σε περίπτωση που και οι οχτώ θέσεις είναι καλυμμένες, οδηγούμαστε σε επικές μάχες καθώς θα βρεθούμε πολλές φορές σε σημεία όπου μας επιτίθενται δεκάδες Chimera, με τον αριθμό των εχθρών να ξεπερνάει συχνά τα ποσά που έχουμε συναντήσει και στις πιο μεγάλες μάχες του campaign.
Το ομαδικό πνεύμα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο καθώς, σε περίπτωση που δρούμε ως μονάδες, είναι αδύνατο να φτάσουμε στην ολοκλήρωση των επιπέδων. Συνολικά υπάρχουν τρεις διαφορετικές κλάσεις, που αφορούν τους Soldier, Medic και Special Ops. Ο Soldier είναι οπλισμένος με το όπλο Wraith, προσφέροντας σημαντική δύναμη πυρός στην ομάδα αλλά και την πολύτιμη ασπίδα που φέρει το όπλο ως δευτερεύουσα λειτουργία. Ο Medic έχει στην κατοχή του ένα ιδιόμορφο όπλο, η ακτίνα του οποίου απορροφάει την ενέργεια των εχθρών με την ικανότητα να τη διοχετεύει στους συμμάχους (στο multiplayer η μπάρα ενέργειας κάνει την εμφάνισή της ενώ δεν υποστηρίζει την αυτόματη αναζωογόνηση). Τέλος, ο Special Ops φέρει το ημιαυτόματο sniper στον εξοπλισμό του, έχοντας επίσης τη δυνατότητα να ρίχνει κουτιά με σφαίρες, οι οποίες είναι απαραίτητες για τους Soldier.
"Κατά τη διάρκεια της περιπέτειας θα βρεθούμε μπροστά σε πολλά εξαιρετικά σχεδιασμένα σκηνικά, τα οποία παρουσιάζουν ελάχιστη επανάληψη"
Το co-op γενικά αποτελεί ένα ιδιαίτερα εθιστικό mode καθώς καταφέρνει να μεταφέρει ιδιαίτερα εύστοχα την αίσθηση της συνεργασίας, ενώ τα διαφορετικά objectives που λαμβάνουμε κάθε φορά μας οδηγούν συνεχώς σε διαφορετικές εξέλιξεις της δράσης ακόμα και στα ίδια επίπεδα. Η επιλογή του competitive multiplayer κλέβει την παράσταση καθώς, μέσω αυτής, μπορούμε να πάρουμε μέρος σε μάχες που υποστηρίζουν έως και 60 άτομα μέσα σε διάφορους εξαιρετικά σχεδιασμένους χάρτες. Οι συγκρούσεις μεταξύ δύο παρατάξεων που αποτελούνται από 30 άτομα είναι το λιγότερο επικές, μεταφέροντάς μας με μοναδικό τρόπο σε χαώδεις συγκρούσεις. Το ευχάριστο είναι πως, παρά τον μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων, δεν υπάρχει ποτέ η αίσθηση πως βρισκόμαστε σε ασφυκτικές καταστάσεις δεδομένου ότι το μέγεθος των επιπέδων επιτρέπει την εξάπλωση των παικτών.
Ευχάριστο είναι και το γεγονός πως πρέπει να περιμένουμε μόνο πέντε δευτερόλεπτα προκειμένου να ξαναμπούμε στη μάχη σε περίπτωση που χάσουμε και μάλιστα κοντά στην πενταμελή ομάδα μας (squad). Ανάμεσα από τα γνωστά modes -όπως τα Team Deathmatch και Capture The Flag- την εμφάνισή του κάνει και το ιδιαίτερα ενδιαφέρον Skirmish, στο οποίο κάθε μία από τις, συνολικά έξι, squads της κάθε παράταξης λαμβάνει ξεχωριστά objectives που βρίσκονται σε διαφορετικά σημεία του χάρτη. Αξίζει να σημειωθεί ότι, τόσο στο co-op όσο και στο competitive multiplayer, κερδίζουμε experience points, τα οποία επιτρέπουν την αναβάθμιση του εξοπλισμού μας. Επιβάλλεται να τονίσουμε το γεγονός πως παρά τη συμμετοχή 60 ατόμων το lag απουσίαζε πλήρως.
"Ο τρόπος αφήγησης του σεναρίου που υπήρχε στο πρώτο μέρος της σειράς απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά καθώς τα στατικά σκίτσα έχουν αντικατασταθεί από cutscenes"
Περνώντας στα του τεχνικού τομέα, βλέπουμε ότι και εδώ το Resistance 2 παρουσιάζει μία σαφή βελτίωση σε σχέση με το πρώτο μέρος. Τα περιβάλλοντα δείχνουν ότι είναι σχεδιασμένα με περισσότερη λεπτομέρεια, παρουσιάζοντας μεγάλη ποικιλία χώρων, ενώ το τεράστιο draw distance και ο γενικότερος σχεδιασμός δημιουργεί ορισμένα εντυπωσιακά set pieces. Το στοιχείο του νερού πρωταγωνιστεί σε πολλές περιοχές και ως εκ τούτου είναι εμφανές ότι δόθηκε μεγάλη προσοχή στον σχεδιασμό του. Ωστόσο -αν και οι κυματισμοί του είναι ιδιαίτερα ομαλοί και ανάλογοι με τη δύναμη που δέχεται, είτε από την πτώση αντικειμένων, είτε από σφαίρες και εκρήξεις- δίνει την αίσθηση πως αποτελεί περισσότερο κάποιο παχύρρευστο υλικό παρά νερό.
Εν κατακλείδι, το Resistance 2 αποτελεί ένα εξαιρετικό sequel, καταφέρνοντας να βελτιώσει σε σημαντικό βαθμό τα περισσότερα στοιχεία του πρώτου. Χάρη στη ικανοποιητική διάρκεια του campaign, αλλά και τις συνεχείς εντυπωσιακές καταστάσεις στις οποίες μας οδηγεί, προσφέρει μία έντονη single player εμπειρία που δικαιολογεί από μόνη της την αγορά του τίτλου για τους φίλους του είδους. Προσθέτοντας στο single player το εξαιρετικό multiplayer, το οποίο περιέχει ένα εθιστικό co-op mode αλλά και επικές συγκρούσεις 60 ατόμων, γίνεται σαφές ότι το Resistance 2 αποτελεί έναν τίτλο που οι κάτοχοι του Playstation 3 δε θα πρέπει να χάσουν.
Νικόλας Μαρκόγλου