Dawn of War II

Ένα sequel διαφορετικό από τα άλλα!

Ένα sequel διαφορετικό από τα άλλα!

Ας τα πάρουμε από την αρχή: Για τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων που δεν γνωρίζουν τι εστί "Warhammer 40.000", αξίζει να πούμε δυο λέξεις για αυτή την επιτυχημένη σειρά. To Warhammer 40Κ είναι ένα επιτραπέζιο παιχνίδι μάχης και στρατηγικής, στο οποίο χρησιμοποιούμε μινιατούρες μέσα σε diorama περιβάλλοντα. Δημιούργημα του μεγάλου Rick Priestley, αρχικά είχε κυκλοφορήσει ως απλά η φουτουριστική έκδοση του ήδη επιτυχημένου Warhammer Fantasy Battle. Ωστόσο, πολύ σύντομα απέκτησε φανατικό κοινό.

Δυστυχώς, τα miniature games ήταν πάντοτε μια πολυτέλεια που λίγοι μπορούσαν να απολαύσουν καθώς απαιτούσε πολύ επιμονή για το βάψιμο των μινιατούρων, κατασκευή τεχνητού στίβου μάχης αλλά, κυρίως, πολλά πολλά χρήματα για την αγορά όλων των παραπάνω (οι μινιατούρες κυμαίνονται από 5 έως 500€!). Αρχικά έγιναν κάποιες προσπάθειες για πιο φθηνές εκδόσεις έτσι ώστε να προσελκύσουν περισσότερο κόσμο, με πιο γνωστή το επιτραπέζιο Space Crusade, ένα παιχνίδι που θύμιζε κάτι ανάμεσα σε Hero Quest και Alien 3.

"Tο single player, προσφέρει -όπως και στο προηγούμενο παιχνίδι- ένα μάλλον ανύπαρκτο σενάριο, που μας περιορίζει στο ρόλο ενός Force Commander από την πλευρά των space marines"

Ακολούθησε μια σειρά από 6-7 πλήρως απογοητευτικά videogames και πλέον είχε γίνει κατανοητό πως ήταν μάλλον αδύνατο η σειρά να πετύχει μια καλή μεταφορά στον ψηφιακό χώρο. Και ξαφνικά, εν έτη 2004, ήρθε το πρώτο Dawn of War. Και ήταν εκπληκτικό! Προσέφερε εκπληκτική στρατηγική, σκληρή δράση, εξαιρετικά γραφικά και, μετά το StarCraft, ήταν το πρώτο space strategy που επιτέλους προσέφερε τέσσερις εντελώς διαφορετικούς μα 100% "ισορροπημένους" λαούς για να εξερευνήσουμε. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές, οι πωλήσεις υψηλές και το internet είχε γεμίσει από διαδικτυακές διαγαλαξιακές μάχες. Και, φυσικά, η Relic Entertainment εκμεταλλεύτηκε αυτή την απρόσμενη επιτυχία, κυκλοφορώντας, όχι ένα, ούτε δύο αλλά τρία expansions για να επεκτείνουν λίγο την ιστορία αλλά, κυρίως, για να προσφέρουν νέες μονάδες και χάρτες για τους διψασμένους "multiplayer" μαχητές.

Όπως ήταν αναμενόμενο όμως, μια τέτοια επιτυχία απαιτούσε κάτι παραπάνω από απλά expansions και έτσι, πέντε χρόνια μετά, είμαστε στην ευχάριστη θέση να απολαύσουμε το sequel του Dawn of War, το οποίο έφτασε με άγριες διαθέσεις για να προσφέρει μια ολότελα διαφορετική εμπειρία από τον προκάτοχό του. Και το λέμε αυτό γιατί, με εξαίρεση το ρηχό single player και το όχι και τόσο εντυπωσιακό art direction, τα δύο παιχνίδια ελάχιστες ομοιότητες έχουν μεταξύ τους.

Και αυτό γίνεται γιατί η Relic αποφάσισε να αλλάξει εντελώς τον βασικό, strategy, πυρήνα του παιχνιδιού για χάρη ενός tactical gameplay. Τέλος λοιπόν στην κατάκτηση στρατηγικών σημείων για resources και τέλος στη δημιουργία βάσεων και στα πολλά και διαφορετικά units. Το DoW2 τα αντικατέστησε με ένα squad based σύστημα, προσφέροντας στην ουσία μονάχα λίγες μονάδες (1-6), με τις οποίες -μαζί με τον κεντρικό μας ήρωα- θα πρέπει να κερδίσουμε τις μάχες. Το σύστημα αυτό επιτρέπει μια πολύ πιο προσεκτική κίνηση μέσα στο χάρτη και απαιτεί ιδιαίτερα υψηλή αλληλεπίδραση και micromanagement της κάθε μονάδας -αν θέλεις κανείς να επιβιώσει στη μάχη.

"To κάθε unit μπορεί να αναβαθμιστεί με πάρα πολλούς τρόπους, προσφέροντας έτσι εκπληκτικές δυνατότητες αναπροσαρμογής της ίδια ομάδας"

Το single player προσφέρει, όπως και στο προηγούμενο παιχνίδι, ένα μάλλον ανύπαρκτο σενάριο που μας περιορίζει στο ρόλο ενός Force Commander από την πλευρά των space marines. Αυτό το σενάριο οδηγεί τον παίκτη στο να ολοκληρώσει κάποιες τυπικές αποστολές σε διάφορους πλανήτες ενάντια σε ορδές από Orks, Eldar και Tyranid, τους άλλους τρεις λαούς του παιχνιδιού (τους οποίους μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μόνο στο skirmish mode). Μάλιστα, δεν θα ήταν λάθος να πούμε πως δεν υπάρχει ξεκάθαρο storyline, καθώς μπορούμε να επισκεφθούμε τους πλανήτες όποτε το επιθυμούμε, στοιχείο που αφαιρεί κάποια ουσιαστική εξέλιξη ή επίδραση των προηγούμενων πράξεών μας.

Από την άλλη, για να αντισταθμίσουν την απλοποίηση του gameplay, οι δημιουργοί δείχνουν να εμπνεύστηκαν ιδιαιτέρως από το Company of Heroes με αποτέλεσμα να αντλήσουν πολλά στοιχεία του gameplay. Τα Units μπορούν πλέον να κρύβονται μέσα σε κτίρια, να τρέχουν για κάλυψη πίσω από ορισμένα αντικείμενα και να χρησιμοποιούν πυρρά για να εμποδίσουν τη γρήγορη εφόρμηση ή υποχώρηση του εχθρού. Όλα αυτά όμως, είναι απλά η κορυφή του παγόβουνου καθώς το μυστικό πίσω από τη στρατηγική ανάπτυξη κρύβεται στο πόσο καλά γνωρίζουμε τον commander μας και τα skills του. Η σωστή χρήση και συγχρονισμός των δυνατοτήτων μπορούν να απογειώσουν τη μάχη και απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή -αν ο παίκτης επιθυμεί να απολαύσει πραγματικά τον τίτλο.

Σε μια ευχάριστη έκπληξη, η Relic μας δίνει τη δυνατότητα να παίξουμε το campaign μαζί με κάποιο φίλο μέσω online co-op στα πρότυπα του Red Alert 3. Το δυσάρεστο, όμως, είναι πως αυτό το co-op δεν έχει υλοποιηθεί όσο καλά όσο θα επιθυμούσαμε.

Δεν υπάρχουν channels για να παίξουμε co-op με αγνώστους και το παιχνίδι απαιτεί να γνωρίζουμε το windows live ID του ατόμου με τον οποίο θα συνεργαστούμε. Επίσης, ακολουθώντας το τραγικό λάθος του Fable 2, ο παίκτης που θα κάνει join μπορεί μεν να βοηθήσει, αλλά στο δικό του PC δεν κερδίζει τα bonuses και τα achievements που απλόχερα συλλέγει ο host. Και τα δύο είναι παιδαριώδη και ανούσια λάθη, τα οποία προκαλούν έκπληξη με την ύπαρξή τους και μόνο.

{PAGE_BREAK}

Προχωρώντας στο skirmish mode, βλέπουμε πως προσφέρει μόνο δυο τύπους μαχών: τον Control Point Victory τύπο, που είναι το κλασσικό mode όπου όσο ελέγχουμε συγκεκριμένα σημεία στο χάρτη και κερδίζουμε πόντους και το Αnnihilation, που περιλαμβάνει τυπικές deathmatch μάχες σε χάρτες 1 VS 1 και 3 VS 3 (αναρωτιόμαστε γιατί δεν υπάρχει το 2 VS 2…). Και στα δυο modes, μπορούμε να δοκιμάσουμε τις ικανότητες μας ενάντια στην τεχνητή νοημοσύνη ή σε άλλους παίκτες μέσω δικτύου. Και πρέπει να παραδεχθούμε πως εδώ βρίσκεται το σημείο όπου η δημιουργία της Relic "λάμπει". Εν αντιθέσει με το single player, εδώ έχουν κρατηθεί αρκετά στοιχεία από το πρώτο Dawn of War.

"Σε μια ευχάριστη έκπληξη, η Relic μας δίνει τη δυνατότητα να παίξουμε το campaign μαζί με κάποιον φίλο μέσω online co-op στα πρότυπα του Red Alert 3"

O παίκτης έχει μία τυπική βάση, μέσα από την οποία παράγει ένα περιορισμένο αριθμό μονάδων. Για να μπορέσει να το κάνει αυτό, πρέπει να ελέγχει συγκεκριμένα control points στο χάρτη, τα οποία προσφέρουν τα ανάλογα resources. Όμως, αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό, καθώς το παιχνίδι χαρίζει ορισμένους ειδικούς πόντους ανάλογα με τις μάχες που συμμετέχουμε. Έτσι, θέλοντας και μη, εξαναγκάζει ακόμα και τους αμυντικούς παίκτες να βγουν από το "καβούκι" τους και να προχωρήσουν στην επίθεση αν θέλουν να αναπτύξουν σωστά τις δυνάμεις τους.

Όμως, όπως είπαμε και στο single player, το μυστικό είναι το σωστό micromanagement και η χρήση της commander unit. Η κάθε μονάδα μπορεί να αναβαθμιστεί με πάρα πολλούς τρόπους (guns, ammunition, speed, armor, explosives κλπ), προσφέροντας έτσι εκπληκτικές δυνατότητες αναπροσαρμογής της ίδια ομάδας. Αλλά η μαγεία κρύβεται στον commander καθώς αυτός είναι εκείνος που θα βοηθήσει σε τεράστιο βαθμό τον καθορισμό της στρατηγική. Έτσι, μπορεί να έχουμε ένα σκληροτράχηλο στρατιώτη, ο οποίος μας παροτρύνει για κατά μέτωπο επίθεση, ή να έχουμε έναν "ύπουλο" Eldar, ο οποίος βοηθάει να κινηθούμε γρήγορα και αθόρυβα έτσι ώστε να διεξάγουμε ένα φρενήρη ανταρτοπόλεμο. Η απόφαση είναι στα χέρια του παίκτη.

Στον τεχνικό τομέα το Dawn of War II πραγματικά διαπρέπει. Προσπερνώντας τα υπέροχα μενού του και προχωρώντας στο κυρίως παιχνίδι, βλέπουμε ότι η Essence Engine 2 μοιάζει να έχει αναβαθμιστεί σε απίστευτο βαθμό σε σχέση με την αντίστοιχη του Company of Heroes.

{VIDEO_1}

Το animation είναι πιο εντυπωσιακό από ποτέ, οι χάρτες λάμπουν από την πολυπλοκότητα και την επιμονή στην λεπτομέρεια ενώ το πιο ευχάριστο γεγονός είναι πως το παιχνίδι "τρέχει" δίχως σοβαρά προβλήματα και σε υπολογιστές χαμηλής κατηγορίας. Σίγουρα αντιμετωπίσαμε ορισμένα glitches, αλλά αυτά ήταν τόσα λίγα που χάνονται μέσα στον κυκεώνα και τον πανικό της δράσης και του διαστημικού τοπίου.

Εν κατακλείδι, στάθηκε ιδιαίτερα δύσκολο να καταλήξουμε σε μια απόφαση για το αν μας ενθουσίασε ή όχι το παιχνίδι. Πρώτον, γιατί ΔΕΝ είναι sequel όπως αρχικά "πλασαρίστηκε" -καθώς έχει αλλάξει σε τεράστιο βαθμό ώστε να πούμε πως τα δύο παιχνίδια πραγματικά συνδέονται. Δεύτερον, γιατί το single player (και το co-op του) είναι το ίδιο "χλιαρό" και ανούσιο με του αρχικού τίτλου σε επίπεδο σεναρίου και objectives. Από την άλλη, όμως, οι αλλαγές στο gameplay φέρνουν το παιχνίδι πιο κοντά στο κλίμα του πρωτότυπου Warhammer 40.000 και το βοηθούν να ξεφύγει από την κοινότυπη "resource management RTS" κατηγορία, προσφέροντας ανεπανάληπτες συγκινήσεις και διαδραστικό gameplay.

Οι μάχες είναι πιο βίαιες και σκληρές από ποτέ ενώ δεν θα περνάει δευτερόλεπτο που το μυαλό του παίκτη δεν θα ψάχνει για εναλλακτικές τακτικές πλευροκόπησης, αιφνιδιασμού ή αποφυγής του αντιπάλου. Και όσον αφορά το multiplayer, πιστέψτε μας, είναι ελάχιστα τα RTS που προσφέρουν μια τόσο έντονη και πολυδιάστατη εμπειρία. Αν είστε διατεθειμένοι να αγνοήσετε τις διαφορές του με το πρώτο παιχνίδι, τότε δεν θα κάνετε λάθος επιλέγοντας το Dawn of War ΙΙ.

Αλέξανδρος Μιχαλιτσιάνος

Ελάχιστες απαιτήσεις συστήματος
Λειτουργικό Windows XP SP2 / Vista SP1
Επεξεργαστής Pentium IV 3.2.0 GHz
Μνήμη 1GB RAM (XP) / 1.5 GB (Vista)
Σκληρός δίσκος 5.5 GB
Κάρτα γραφικών 128MB(Shader Model 3) -Nvidia GeForce 6600 GT/ ATI X1600

Αλέξανδρος Μιχαλιτσιάνος
Αλέξανδρος Μιχαλιτσιάνος

Ειδικός αρχιτεκτονικής και συντήρησης ιστορικών κτιρίων κατ' επάγγελμα, μόλις πέσει η νύχτα φοράει την καμπαρντίνα του και σουρτουκεύει σε αναζήτηση μιας νέας gaming εμπειρίας. Με gaming backstory από τα 80s και τον C64, λατρεία για Sci-Fi και απαιτήσεις για ποιοτική γραφή και γριφους, καραδοκεί πάντα για αξιόλογα νεα adventures, RPGs & strategies.

Άρθρα: 438

Υποβολή απάντησης