Bionic Commando

Είναι το Bionic Commando αυτό που περίμεναν οι οπαδοί της σειράς για 21 χρόνια;

Είναι το Bionic Commando αυτό που περίμεναν οι οπαδοί της σειράς για 21 χρόνια;

Η Capcom είναι μία από τις εταιρίες που υποστηρίζουν τις επιτυχημένες σειρές του παρελθόντος, δείχνοντας τον πρέποντα σεβασμό στους τίτλους που την ανέδειξαν. Πριν από είκοσι χρόνια, όταν το NES βρισκόταν στο απόγειο της σταδιοδρομίας του, εμφανίστηκε το Bionic Commando, ένα παιχνίδι που εκτός από το απελπιστικά υψηλό επίπεδο δυσκολίας, καινοτομούσε σε τεχνικό τομέα και σε μηχανισμούς gameplay. Ο τίτλος γνώρισε ιδιαίτερη αποδοχή από το κοινό, σημειώνοντας υψηλές, για την εποχή, πωλήσεις. Με το πέρασμα των χρόνων η σειρά απέκτησε τέσσερα επεισόδια, εκ των οποίων τα τρία αποτελούν ανανεωμένες εκδόσεις του πρωτότυπου, με την πιο πρόσφατη αυτή που εμφανίστηκε το 2008, στα Xbox Live! και PlayStation Network, υπό τον τίτλο Rearmed, ενώ το τέταρτο -Elite Forces, 1999- απομακρύνεται αισθητά από το σενάριο.

Με τη βοήθεια της σουηδικής Grin, η Capcom προσφέρει στους οπαδούς της σειράς αυτό που χρόνια περιμένουν, το πρώτο πραγματικό sequel. Ο λόγος για το Bionic Commando, ένα παιχνίδι δράσης τρίτου προσώπου, που αν και αποτελεί συνέχεια του αρχικού παιχνιδιού, διατηρεί τον τίτλο του ανέπαφο.

"Το μπερδεμένο σενάριο του sequel είναι αδύναμο και δεν καταφέρνει να γοητεύσει τους παίκτες, ειδικότερα αυτούς που ασχολούνται για πρώτη φορά με τη σειρά"

Τα γεγονότα του τίτλου λαμβάνουν μέρος περίπου μία δεκαετία μετά από αυτά του πρωτότυπου. Ο παίκτης παίρνει τον ρόλο του Nathan “Rad” Spencer, ενός καταδικασμένου σε θάνατο στρατιώτη, ο οποίος κατηγορήθηκε από την κυβέρνηση για προδοσία. Ευτυχώς γι’ αυτόν, οι τρομοκράτες εξαπολύουν πυρηνική επίθεση στην Ascension City, καταστρέφοντας το μεγαλύτερο μέρος της πόλης και αφανίζοντας το 80% του πληθυσμού της. Η θανατική ποινή ακυρώνεται και ζητείται από τον Spencer να επιστρατευτεί και πάλι, ώστε να ανακαλύψει τα πραγματικά αίτια που κρύβονται πίσω από την επίθεση.

Ο μοναδικός λόγος που τον κάνει να πάρει μέρος σε αυτή την επιχείρηση είναι η γυναίκα του, της οποίας τα ίχνη έχει χάσει εδώ και χρόνια. Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, εμφανίζονται γνωστοί χαρακτήρες από την έκδοση του NES, όπως είναι Super Joe, ο οποίος πλέον είναι ανώτατος αξιωματικός και αυτός που θα δίνει διαταγές στον Spencer καθ’ όλη τη διάρκεια της περιπέτειας του.

Αν και η ομάδα ανάπτυξης αποπειράθηκε μέσω των πολλών κινηματογραφικών σκηνών, να μεταφέρει το συναίσθημα και την ατμόσφαιρα του πρώτου τίτλου, το μπερδεμένο σενάριο του sequel είναι αδύναμο και δεν καταφέρνει να γοητεύσει τους παίκτες, ειδικότερα αυτούς που ασχολούνται για πρώτη φορά με τη σειρά. Καθόλου επιτυχημένη δεν ήταν και η επιλογή του κεντρικού ήρωα, ο οποίος πολλές φορές είναι εκνευριστικά “κακός” και οι προσπάθειες για να αναδειχθεί η ευαίσθητη πλευρά του, μέσω του ενδιαφέροντος και της αγάπης προς τη γυναίκα του, δεν έχουν αποτέλεσμα.

"Σε γενικές γραμμές, το gameplay ακολουθεί τα στάνταρ ενός platform παιχνιδιού, αυτά δηλαδή που έθεσαν οι προηγούμενοι τίτλοι της σειράς."

Πρωταγωνιστής στο Bionic Commando όμως δεν είναι ο ίδιος ο Spencer αλλά το βιονικό του χέρι (Bionic Arm), το οποίο γίνεται διαθέσιμο σχεδόν από την αρχή του παιχνιδιού. Οι διάφορες λειτουργίες του χεριού, αλλά και οι δυνατότητες που αποκτάει ο παίκτης έχοντας το στην κατοχή του, παρουσιάζονται σε ένα εκτενές in-game tutorial. Αναλυτικότερα, το βιονικό χέρι, με τη βοήθεια του μεταλλικού σκοινιού που εκτοξεύει, δίνει τη δυνατότητα στον Spencer, να γαντζώνεται και να ταλαντεύεται από οποιοδήποτε υλικής υπόστασης αντικείμενο (βράχους, πολυκατοικίες, κλαδιά δέντρων κ.α.), να επιτίθεται εξ αποστάσεως σε εχθρούς, καθώς και να εκτοξεύει αντικείμενα ή ακόμη και ανθρώπους σε πολύ μεγάλες αποστάσεις.

Εκτός όμως από το χέρι, ο Spencer είναι εξοπλισμένος και με ειδικές μπότες, οι οποίες του επιτρέπουν να εκτελεί άλματα από μεγάλο ύψος χωρίς δυσάρεστες συνέπειες. Το να μάθει ο παίκτης τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το βιονικό χέρι, το πώς δηλαδή γαντζώνεται και ταλαντεύεται από αντικείμενο σε αντικείμενο, είναι θεωρητικά μία απλή διαδικασία. Στην πράξη όμως απαιτείται αρκετή εξάσκηση και ίσως χρειαστεί ώρα για να γίνει πλήρως εκτελέσιμη. Ομολογουμένως, η αίσθηση που σου προσφέρει η ελευθερία των κινήσεων -λόγω του χεριού αλλά και της δυνατότητας εκτέλεσης μεγάλων αλμάτων- είναι εξαιρετική.

{PAGE_BREAK}

Η δράση του τίτλου παίρνει μέρος στα ερείπια της Ascension City, σε τροπικά δάση με πυκνή βλάστηση, σε γιγαντιαία σπήλαια του υπεδάφους καθώς και σε ερημικές βραχώδης τοποθεσίες που μοιάζουν με το Grand Canyon. Μόλις ο παίκτης αντικρίσει για πρώτη φορά τα χαώδη εξωτερικά περιβάλλοντα της πόλης, θα του δοθεί η λανθασμένη εντύπωση ότι μπορεί να τα εξερευνήσει.

Εν αντιθέσει των αόρατων τοίχων που χρησιμοποιούν πολλά παιχνίδια του είδους για να ορίσουν τα υπαρκτά όρια ενός επιπέδου, στο Bionic Commando χρησιμοποιείται η τεχνική της ραδιενέργειας. Μπλε σύννεφα ραδιενεργού καπνού είναι διασκορπισμένα καθ’ όλη την έκταση των επιπέδων, τα οποία εμποδίζουν τον παίκτη να βρεθεί σε σημεία που δεν πρέπει. Οπότε το στοιχείο του free roaming, διαγράφεται από νωρίς. Μπορεί ο τίτλος να χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη του βιονικού χεριού, δεν είναι όμως το μοναδικό “βοήθημα” που έχει στην κατοχή του ο Spencer για την εξόντωση των αντιπάλων. Απεναντίας, περισσότερα από οκτώ διαφορετικά όπλα και χειροβομβίδες είναι διαθέσιμα προς επιλογή, κάποια από τα οποία είναι απαραίτητα σε μάχες με τα διάφορα αφεντικά.

"Εξαιρετική εργασία έχει γίνει στον τεχνικό τομέα, με τη μηχανή γραφικών της Grin, να δίνει μία ξεχωριστή και προ πάντων φρέσκια, πινελιά στο οπτικό αποτέλεσμα."

Σε γενικές γραμμές, το gameplay ακολουθεί τα στάνταρ ενός platform παιχνιδιού, αυτά δηλαδή που έθεσαν οι προηγούμενοι τίτλοι της σειράς. Μόνο που η διαδρομή που πρέπει να ακολουθήσει ο παίκτης δεν είναι συγκεκριμένη ή γραμμική, όπως συμβαίνει στα περισσότερα platform παιχνίδια, αλλά εξαρτάται εξολοκλήρου από τις επιλογές του αλλά και από την αρχιτεκτονική του εκάστοτε επιπέδου.

Εξαιρετική εργασία έχει γίνει στον τεχνικό τομέα, με τη μηχανή γραφικών της Grin, ονόματι “Diesel Engine”, να δίνει μία ξεχωριστή και προ πάντων φρέσκια, πινελιά στο οπτικό αποτέλεσμα. Τα επίπεδα, βασισμένα στο βιονικό χέρι, είναι σχεδιασμένα με άφθονη λεπτομέρεια, το ίδιο συμβαίνει και με τις υφές των αντικειμένων και των χαρακτήρων. Οι πανέμορφοι, πραγματικού χρόνου, φωτισμοί ντύνουν τα επίπεδα με μία πλούσια παλέτα χρωμάτων, ενώ το draw distance ικανοποιεί στο μέγιστο βαθμό. Εντυπωσιακή η προσθήκη του εφέ θολούρας (blur effect) που παράλληλα κρύβει τις όποιες ατέλειες εντοπίζονται στο antialiasing.

Το frame rate, εκτός από ελάχιστες πτώσεις σε σημεία με έντονη δράση, μένει σταθερό  και σε αρκετά σημεία αγγίζει τα 60 καρέ ανά δευτερόλεπτο προσφέροντας ομαλότατη κίνηση. Οι εκρήξεις αλλά και το σύστημα φυσικής, είναι μεν αποδεκτά, σίγουρα όμως είχαν περιθώρια βελτίωσης.

{VIDEO_1}

Σε πολύ υψηλά επίπεδα κυμαίνεται και ο ήχος, με καλοδουλεμένα μουσικά θέματα να συνοδεύουν τη δράση αλλά και περιβαλλοντολογικούς ήχους που αποδίδονται με ιδιαίτερο ρεαλισμό. Κερασάκι στην τούρτα και άξιο αναφοράς, αποτελεί το μενού που πλαισιώνει το παιχνίδι, μιας και πρόκειται για κάτι πραγματικά ξεχωριστό.

Η διάρκεια του Bionic Commando κυμαίνεται από επτά ως εννιά ώρες, αναλόγως του επιπέδου δυσκολίας που επιλέγει ο παίκτης, αλλά και του πόσο γρήγορα θα “συμφιλιωθεί” με τον ιδιότροπο χειρισμό του. Τις ώρες ενασχόλησης με τον τίτλο δύναται να επεκτείνει το multiplayer μέρος του, που αν και φτωχό, είναι ιδιαίτερα διασκεδαστικό. Τρία μόνο modes είναι διαθέσιμα -Deathmatch, Team Deathmatch και Capture the Flag- στα οποία δέκα παίκτες ανταγωνίζονται μεταξύ τους, πάντα με κοινό παρονομαστή τις ιδιότητες του βιονικού χεριού. Τα lobbies γεμίζουν με σχετική ευκολία και η διεξαγωγή των ματς γίνεται με μηδενική καθυστέρηση (lag).

Τελικώς, το Bionic Commando μπορεί να μην προσφέρει το σενάριο που συγκλονίζει και καθηλώνει τον παίκτη μέχρι το τέλος, καταφέρνει όμως να σταθεί επάξια στο βαρύ όνομα του, προσφέροντας ευχάριστες ώρες ενασχόλησης, τόσο με το ικανοποιητικής διάρκεια -για τα δεδομένα του σήμερα- single player, όσο και με το φτωχό μεν, διασκεδαστικό δε, multiplayer. Αναμφίβολα, το βιονικό χέρι του, όχι και τόσο ευχάριστου, πρωταγωνιστή, αποτελεί το στοιχείο που ξεχωρίζει και εξελίσσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την κατηγορία των σημερινών platform παιχνιδιών. Ο εξαιρετικός τεχνικός τομέας, βασισμένος στην τεχνολογία της Grin, έρχεται για να δέσει απόλυτα με το υπόλοιπο σύνολο το οποίο και αποδεικνύει περίτρανα ότι η Capcom δεν είναι τυχαία μία από τις “μεγάλες” του χώρου…

Σάκης Καρπάς

BraVeHeart
BraVeHeart
Άρθρα: 951

Υποβολή απάντησης