SEGA: Η ιστορία

Μια σειρά άρθρων αφιερωμένη στην εταιρεία που σημάδεψε ανεξίτηλα τη βιομηχανία του gaming

Μια σειρά άρθρων αφιερωμένη στην εταιρεία που σημάδεψε ανεξίτηλα τη βιομηχανία του gaming

Όταν έρχεται η ώρα να μιλήσουμε για τη SEGA δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Πρόκειται για μια εταιρία αρκετά ριψοκίνδυνη και άκρως ανταγωνιστική, η οποία -πριν καταλήξει στη θέση που βρίσκεται σήμερα- πέρασε πραγματικά από χίλια κύματα. Οι οπαδοί της SEGA ανά τον κόσμο είναι αμέτρητοι, αλλά η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές ο ενθουσιασμός της την οδήγησε σε τραγικά λάθη, πριν τελικά αποφασίσει να αποσυρθεί από την κατασκευή hardware. Από το Master System μέχρι το Dreamcast και από τον Sonic μέχρι το Shenmue, προηγήθηκαν πολλές ενδιαφέρουσες καταστάσεις, τι οποίες και θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε σε αυτή τη σειρά άρθρων.

SEGA made in…America

Αυτό που ίσως δεν γνωρίζουν οι περισσότεροι είναι ότι η SEGA είναι μεν μία κατά βάση ιαπωνική εταιρία, η οποία όμως δημιουργήθηκε από Αμερικάνους. Ακόμα και η ονομασία της στην πορεία άλλαξε και έτσι αρχικά τιτλοφορούταν ως «Service Games». Παράλληλα, τα κεντρικά της γραφεία βρίσκονταν πάντοτε στην Ιαπωνία και έτσι η εργατικότητα για την οποία φημίζεται η συγκεκριμένη χώρα, σε συνδυασμό με τον άκρατο ενθουσιασμό της Δύσης, δημιούργησαν ένα αρκετά ελπιδοφόρο σύνολο.

Τα πρώτα δειλά βήματα έγιναν το 1952, μία εποχή όπου ο πλανήτης μάζευε τα κομμάτια του από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Εκείνη την περίοδο εμφανίζεται ο Marty Bromley, ένας επιχειρηματίας που είχε υπό την κατοχή του καταστήματα, τα οποία φιλοξενούσαν τους γνωστούς «κουλοχέρηδες». Δυστυχώς για τον ίδιο, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών –μέσα από κάποιο νομοσχέδιο- καθιστά τα συγκεκριμένα μηχανήματα παράνομα και τα αποσύρει από την αγορά. Και κάπου εδώ ο Bromley θα πάρει ένα μεγάλο ρίσκο.

Την αρχή έκαναν οι…«κουλοχέρηδες»

Κατανοώντας ότι βρίσκεται ένα βήμα πριν την χρεοκοπία, ο Bromley αγοράζει έναν αρκετά μεγάλο αριθμό από κατασχεμένους κουλοχέρηδες και δεσμεύεται να μην τους παρουσιάσει σε οποιαδήποτε πολιτεία. Το μεγάλο βήμα γίνεται στα τέλη του 1952 όταν και αποφασίζει τελικά να ανοίξει τους επαγγελματικούς του ορίζοντες στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Και πραγματικά αυτό ήταν μια ιδιαίτερα παράτολμη κίνηση, αν αναλογιστεί κανείς το πόσο πληγωμένη ήταν η Ιαπωνία εκείνη την περίοδο. Παράλληλα, ελλόχευε και ο κίνδυνος της αποτυχίας σε μια χώρα που πρακτικά το επίπεδο της φτώχιας βρισκόταν σε δυσθεώρητα επίπεδα. Αλλά ο Bromley γνώριζε πολύ καλά που βρισκόταν.

Η αλήθεια είναι ότι η ανάπτυξη της Ιαπωνίας, ειδικά τα πρώτα χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, γινόταν με ρυθμούς χελώνας και ο λόγος ήταν η ολοκληρωτική καταστροφή της βαριάς βιομηχανίας. Για την ώρα οι κουλοχέρηδες πέρασαν στο περιθώριο και ο Bromley προώθησε τα jukeboxes. Οι ευεργετικές και χαλαρωτικές ιδιότητες της μουσικής ενθουσίασαν τους Ιάπωνες, ενώ η θετική ανταπόκριση του κοινού τον βοήθησε ώστε έπειτα από δύο χρόνια να ανοίξει το πρώτο εργοστάσιο, στο οποίο κατασκευάζονταν τα συγκεκριμένα μηχανήματα -και όχι μόνο.

Η νεοσυσταθείσα Nippon Kuraku Bussan -στην αρχή δεν χρησιμοποιήθηκε η ονομασία Service Games- άρχισε να πειραματίζεται με ακόμα περισσότερες μορφές ηλεκτρομηχανικής διασκέδασης και τελικά αποδείχθηκε ότι η αμερικάνικη κουλτούρα μπορεί να συνυπάρξει με την αντίστοιχη ιαπωνική.

…και οι πίνακες ζωγραφικής

Αλλά δεν ήταν μόνο ο Marty Bromley που φημιζόταν για το οραματικό του πνεύμα. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η φυσιογνωμία του David Rosen, ο οποίος άρχισε να δραστηριοποιείται όταν ήδη η Nippon Kuraku Bussan είχε εδραιωθεί στην Ιαπωνία. Πνεύμα ανήσυχο, ο Rosen ξεκίνησε τις επαγγελματικές του δραστηριότητες όταν ακόμα υπηρετούσε τη θητεία του στο στρατό στην Άπω Ανατολή. Ερχόμενος σε επαφή με τον συγκεκριμένο λαό, γρήγορα συνειδητοποίησε ότι αυτή η στασιμότητα θα μπορούσε να αντιστραφεί σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, κυρίως λόγω της εργατικότητας που χαρακτηρίζει του Ιάπωνες. Πριν ακόμα εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, ιδρύει μια μικρή εταιρία η οποία το μόνο που κάνει είναι να πουλάει πίνακες ζωγραφικής.

Εκείνη την εποχή ήταν σύνηθες φαινόμενο οι ζωγράφοι του δρόμου. Ο Rosen πρακτικά έδινε στους συγκεκριμένους καλλιτέχνες ορισμένες φωτογραφίες και αυτοί τις μετέτρεπαν σε πίνακες ζωγραφικής, μια ενασχόληση που συνεχίστηκε και μετά την απόλυσή του από το στρατό. Η επιστροφή του στην Αμερική για να ολοκληρώσει τις σπουδές του δεν συνοδεύθηκε από επιτυχία στον επαγγελματικό τομέα, αλλά ο ανήσυχος Rosen δεν το έβαλε κάτω. Δίχως δεύτερη σκέψη μετακομίζει στην Ιαπωνία, αν και όπως αποδεικνύεται ο πόλεμος δούλεψε υπέρ του.

Οι Ιάπωνες χρειαζόντουσαν μικρές φωτογραφίες, για ταυτότητες, διαβατήρια κλπ, τα οποία φυσικά και είχαν καταστραφεί. Σε χρόνο μηδέν ο Rosen ιδρύει την εταιρία Photorama, μια εταιρία που ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με το μέσο της φωτογραφίας, ενώ τα φθηνά εργατικά χέρια μείωσαν κατά πολύ το συνολικό κόστος της επιχείρησης. Τα πολλά κέρδη έδωσαν φτερά στον Rosen, ο οποίος θέλησε να προσφέρει περισσότερες μορφές διασκέδασης και σχετικά σύντομα μπήκαν στη ζωή του τα ηλεκτρομηχανικά παιχνίδια.

{PAGE_BREAK}

Τα πρώτα gaming βήματα

Τη δεκαετία του ΄50 η εταιρία Photorama σημείωσε σημαντική άνθηση, όπως ακριβώς και η Nippon Kuraku Bussan. Τα κέρδη ήταν υψηλά και έτσι ο Rosen κατάφερε με χαρακτηριστική άνεση να αγοράσει από Αμερικάνους καταστηματάρχες ορισμένα απαρχαιωμένα arcades σε ιδιαίτερα χαμηλή τιμή. Εκείνη την εποχή τα συγκεκριμένα μηχανήματα ήταν ιδιαίτερα ογκώδη και στην πλειοψηφία τους δοκίμασαν τις ικανότητες των παικτών στη σκοποβολή. Την ίδια περίοδο στο παιχνίδι είχε ήδη μπει και η Taito, μια ιαπωνική εταιρία που δεν μπορούσε να αφήσει την ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη.

Πάντως ολοένα και περισσότερες εταιρίες θέλησαν να μιμηθούν τις συγκεκριμένες παροχές διασκέδασης, κάτι που ανησύχησε τον Rosen και φυσικά δεν έκατσε με σταυρωμένα τα χέρια. Οι τρεις μεγάλοι ανταγωνιστές είχαν καλές σχέσεις και έτσι επιχείρησε μια συγχώνευση, ώστε να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικότερα τον εγχώριο ανταγωνισμό. Η Taito θέλησε να αποστασιοποιηθεί, αν και ο Bromley συμφώνησε σε όλα με τον Rosen και έτσι προέκυψε η SEGA Enterprises Ltd.

Στα πρώτα χρόνια κατόπιν της συγχώνευσης, η εταιρία παρουσίασε αλματώδη πρόοδο. Κομβικό σημείο ήταν η δημιουργία ενός νέου τίτλου με το όνομα Periscope. Πρακτικά, οι παίκτες είχαν την ψευδαίσθηση ότι χειρίζονταν ένα υποβρύχιο, έστω και αν για τα σημερινά δεδομένα ο τίτλος δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα σύνολο από κάθετες και οριζόντιες γραμμές. Η απήχησή ήταν τόση μεγάλη, ώστε επενδυτές από την Αμερική ήρθαν να το δουν από κοντά, την ώρα που η SEGA ήταν σε θέση να προσφέρει 10 νέους τίτλους για τα arcades ανά έτος. Σε χρόνο μηδέν η εταιρία μετατράπηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς, αλλά το επιχειρηματικό μυαλό του Rosen έβλεπε πραγματικά μπροστά.

Σε πρόταση που κατετέθη προς την εταιρία για πώληση μετοχών, ο ανήσυχος άντρας -αφού έπεισε τον Bromley- αποφάσισε το 1967 να πουλήσει ολόκληρη τη SEGA στην Gulf & Western, μια εταιρία εξόρυξης πετρελαίου. Αλλά με μια μικρή ιδιαιτερότητα: Στο τιμόνι θα παρέμενε ο Rosen, ενώ απαράβατος όρος ήταν πλέον τα κεντρικά γραφεία να αλλάξουν τοποθεσία. Με τους ρυθμούς ανάπτυξης στη Δύση να είναι σαφέστατα μεγαλύτεροι, σύντομα δημιουργείται η SEGA of America.

Λίγο πριν το Κραχ του ’82

Για ακόμα μία φορά η SEGA φάνηκε να ευνοείται από τις συγκυρίες και έτσι τα κέρδη έρχονταν από μόνα τους. Και κάπου εκεί φτάνουμε στο μεγαλύτερο ίσως κραχ στην ιστορία των arcades (το οποίο προηγήθηκε του τεράστιου κραχ των videogames γενικότερα στα μέσα της ίδιας δεκαετίας). Σε μια κρίση δίχως προηγούμενο, ο Rosen καλεί έκτακτη γενική συνέλευση, στην οποία παρευρέθησαν ακόμα και αντιπρόσωποι της εταιρίας από την Ευρώπη. Πραγματικά τα έσοδα δεν ήταν αρκετά ώστε να καλύψουν τα έξοδα και μη θέλοντας να προβούν σε απολύσεις προσωπικού, ακούστηκε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πρόταση. Ουσιαστικά προτάθηκε η «καμπίνα» του εκάστοτε τίτλου να παραμένει η ίδια και απλά να αλλάζει το hardware στο εσωτερικό της.

Δεν χρειάζεται να μαντέψει κάποιος ποιος βρισκόταν πίσω από αυτή τη ριζοσπαστική, όσο και άκρως λογική ιδέα. Δυστυχώς, όμως, ο Rosen αντιμετωπίστηκε στην καλύτερη των περιπτώσεων ως αποστάτης. Η δυσαρέσκεια του ήταν τέτοια που έπεισε την Gulf & Western να αναλάβει τον πλήρη διοικητικό έλεγχο της εταιρίας, με τον ίδιο να περιορίζεται στη θέση του απλού συμβούλου. Αν αναρωτιέστε τι απέγινε ο Bromley, αυτός μάλλον συμφώνησε με τις ριζοσπαστικές ιδέες του συνεργάτη του, αλλά η περασμένη ηλικία του δεν του έδινε το θάρρος ώστε να αντιμετωπίσει τους επικριτές του. Δυστυχώς, τα όσα είχε προβλέψει ο Rosen επαληθεύτηκαν και έτσι το 1982 η αγορά των arcades καταρρέει.

Οι λόγοι αυτής της πτώσης είναι πολλοί αν και σημαντικότερος όλος είναι πως με τα arcades θέλησαν να ασχοληθούν εταιρίες που ουδεμία σχέση είχαν με τα videogames. Σταδιακά η ποιότητα των τίτλων άρχισε να πέφτει και αναμενόμενα το ενδιαφέρον του κοινού ολοένα και χανόταν. Έναν χρόνο μετά, η Gulf & Western συνειδητοποιεί πως πλέον δεν έχει καμία θέση στον χώρο και έτσι πουλάει την SEGA στην Bally (την μετέπειτα Midway), θέτοντας σαν όρο οι αποφάσεις να παίρνονται αποκλειστικά και μόνο από τον Rosen.

Στόχος η οικιακή διασκέδαση

Η πώληση ολοκληρώθηκε σε χρόνο ρεκόρ, αν και ο Rosen επέλεξε να διατηρήσει τη θέση του συμβούλου, αναθέτοντας την προεδρία στον Hayao Nakayama. Το νέο αφεντικό της εταιρίας θα αποτελέσει για τα επόμενα χρόνια την ηγετική μορφή της εταιρίας, ενώ χάρη σε αυτόν η SEGA θα επικεντρώσει την προσοχή της στην οικιακή διασκέδαση.

Η αλήθεια είναι ότι η SEGA στράφηκε στις κονσόλες περισσότερο από ανασφάλεια αλλά και φόβο που της προκαλούσαν τα arcades. Η εταιρία συνέχιζε μεν να κατασκευάζει αυτά τα ακριβά μηχανήματα, αλλά τελικά έπρεπε η Nintendo να κάνει την αρχή και να της δείξει το δρόμο. Την χρονιά που ο Nakayama αναλαμβάνει την προεδρία, η Nintendo κυκλοφορεί το Famicom (NES), πιάνοντας την αγορά κυριολεκτικά στον ύπνο.

Έπρεπε τελικά να περάσουν δύο χρόνια ώστε να παρθούν σημαντικές αποφάσεις και έτσι να φτάσουμε στο 1986, ημερομηνία όπου το Mark III –το γνωστό μας Master System- αποτελεί την πρώτη οικιακή πρόταση της SEGA.

Γιώργος Τσακίρογλου

Σύντομα θα διαβάσετε στο GameOver το δεύτερο μέρος του άρθρου σχετικά με την ιστορία της SEGA. Σε αυτό το δεύτερο μέρος, θα δούμε τα πρώτα βήματα της εταιρείας στην οικιακή διασκέδαση, την κόντρα με τη Nintendo, τα λάθη στο hardware αλλά και την εμφάνιση ενός…σκαντζόχοιρου

{nomultithumb}

Γιώργος Τσακίρογλου
Γιώργος Τσακίρογλου

Τα videogames για τον Γιώργο δεν είναι τρόπος ζωής. Η μεγάλη αγάπη του παραμένουν οι δύο τροχοί και -αναπάντεχα- ό,τι ψηφιακό προσπαθεί να τους μοιάσει. Τα χρόνια πέρασαν και πλέον τα "παιχνίδια" αποτελούν ένα ευχάριστο διάλειμμα από την καθημερινότητα, αλλά πάντα ένα αναπόσπαστο κομμάτι της, όπως είναι η μουσική, οι βόλτες, τα ταξίδια και... οι σούζες!

Άρθρα: 4265

Υποβολή απάντησης