
The Saboteur
Τίτλοι τέλους για τη Pandemic, τίτλοι αρχής για ένα franchise που κάνει το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο να φαντάζει φρέσκος
Τίτλοι τέλους για τη Pandemic, τίτλοι αρχής για ένα franchise που κάνει το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο να φαντάζει φρέσκος
Η θεματολογία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είναι κάτι παραπάνω από χρησιμοποιημένη, στο σύμπαν των βιντεοπαιχνιδιών. Παρόλα αυτά, η συντριπτική πλειοψηφία των παιχνιδιών που πραγματεύονται γεγονότα του πιο καταστροφικού πολέμου της σύγχρονης ιστορίας, είναι first person shooters. Άξια απορίας είναι λοιπόν, η μέχρι σήμερα απουσία ενός sandbox τίτλου, που να διαδραματίζεται στη δεκαετία του 1940. Αξιοποιώντας λοιπόν αυτή τη “τρύπα” στο είδος, η -πρόσφατα αποθανούσα- Pandemic έβαλε σκοπό να φυσήξει αέρα ανανέωσης στο κουρασμένο αυτό είδος, ταυτόχρονα παραδίδοντας μας ένα κύκνειο άσμα, σε αυτό που τα “πανδημικά” παλικάρια ήξεραν να κάνουν καλύτερα. Έναν sandbox τίτλο, που συνδυάζει γερές δόσεις καταστροφής, οδήγηση στα πλακόστρωτα στενά του Παρισιού, άπλετο gunplay, stealth μηχανισμούς, μάχες σώμα με σώμα και ακροβατικά στις ταράτσες των παριζιάνικων νεοκλασικών.
Όλα αυτά, γαρνιρισμένα από τη προσπάθεια της Αντίστασης να αποβάλει τις ναζιστικές δυνάμεις από το φιλελεύθερο Παρίσι, τις αιθέριες υπάρξεις και τις βωμολοχίες του Sean, του Ιρλανδού πρωταγωνιστή μας. Αποχωρεί λοιπόν η Pandemic από το “παιχνίδι”, με το κεφάλι ψηλά;
Oh, ze Zermans! – Σενάριο και στήσιμο
Το The Saboteur, όπως προαναφέραμε, διαδραματίζεται στο γερμανοκρατούμενο Παρίσι της δεκαετίας του 1940. Παρόλα αυτά, η ιστορική ακρίβεια δεν είναι ο καλύτερος φίλος του τίτλου, κάτι που αποφασίστηκε από την ομάδα ανάπτυξης, προφανώς με γνώμονα τη διασκέδαση. Ενώ λοιπόν από τη μία έχουμε ένα αληθοφανές σχεδιασμένο Παρίσι, με όλες τις τουριστικές “ατραξιόν” να είναι παρούσες, τις ναζιστικές δυνάμεις να περιπολούν ασφυκτικά τους παριζιάνους, αποτυπώνοντας το πόσο ασφυκτικός ήταν ο κλοιός της κατοχής, από την άλλη έχουμε μία ανάλαφρη, μη ρεαλιστική εκδοχή της εποχής, με έναν “αλητάκο” ήρωα εκ Ιρλανδίας, ένα καμπαρέ -τόπο διανομής του Sean – με ημίγυμνες χορεύτριες, γρήγορα αυτοκίνητα σε κάθε στενό παρά στενό, zeppelins να πετάνε στον ουρανό και τα γερμανικά σύνορα να βρίσκονται 20 λεπτά οδήγησης μακριά από τη πρωτεύουσα της Γαλλίας. Μέσω αυτής της ενδιαφέρουσας ισορροπίας ταλαντεύεται το The Saboteur, με κύριο μέλημα τη διασκέδαση του παίκτη.
Το σενάριο, θέλει τον Sean Devlin, ιρλανδό πρώην οδηγό αγώνων και μηχανικό, να έχει εξοριστεί από τη πατρίδα του και να έχει βρει καταφύγιο στο Παρίσι. Το παιχνίδι ξεκινά το λιγότερο περίεργα, αφού από το παρόν, μας ταξιδεύει τρεις μήνες πίσω, σε μια προσπάθεια να εξηγήσει ποια γεγονότα οδήγησαν στη τωρινή κατάσταση του διψασμένου για εκδίκηση, Sean. Ο στόχος όλως παραδόξως επιτυγχάνεται, αφού καταφέρνουμε να δεθούμε με τον Sean και να δούμε τη λογική πίσω από τις μελλοντικές πράξεις του.
Χωρίς να θέλουμε να αποκαλύψουμε περισσότερα, απλά θα αναφέρουμε πως ο ήρωας μας πλησιάζεται από ένα σημαντικό πρόσωπο της γαλλικής Αντίστασης, μία γνωριμία που θα οδηγήσει σε κοσμοϊστορικά γεγονότα, ελαφρά (πολύ ελαφρά όμως) βασισμένα στη πραγματικότητα. Συμμαχίες με διάφορες φατρίες της Αντίστασης θα προκύψουν, έρωτες, συνεργασία με Βρετανούς πράκτορες, προδοσίες, όλα παρουσιασμένα μέσω μία πλοκής, που ενώ τις πρώτες ώρες εξέλιξης της φαντάζει αδιάφορη, στην πορεία ανεβάζει σημαντικά ρυθμούς, μην αφήνοντας πολλούς να αφήσουν το χειριστήριο από τα χέρια. Οι αποστολές που καλούμαστε να ολοκληρώσουμε, αρχικά ποικίλουν, ενώ όσο προχωράμε προς τη κορύφωση, επικεντρώνονται στη καταιγιστική δράση.
Σημαντικό ρόλο στο παιχνίδι παίζουν και οι αγώνες ταχύτητας (ας μην ξεχνάμε και το επαγγελματικό παρελθόν του Sean), σε σημείο που μία από τις τελευταίες αποστολές, αποτελείται από έναν αγώνα γεμάτο ένταση, διοργανωμένο από τους Γερμανούς, με στόχο να αποδείξουν την ανωτερότητα της Αρείας Φυλής. Κρίμα που τη πρώτη θέση κατακτά ο ατίθασος Ιρλανδός. Και μιας και μιλάμε για κορυφώσεις, οφείλουμε να αναφέρουμε την άρνηση του παιχνιδιού να έρθει σε ένα τέλος, στις τελευταίες ώρες του. Αντικειμενικά κάτι τέτοιο είναι θετικό, μιας και κρατά τον παίκτη σε εγρήγορση και τον κάνει να ολοκληρώσει τη μία αποστολή μετά την άλλη, δίχως παύσεις, ώστε να ανακαλύψει το ποια κατεύθυνση οδεύει το σενάριο.
Βάλε μου ένα με απ’ όλα: Το gameplay
Οι… πανδημικοί προγραμματιστές του The Saboteur, απ’ ότι φαίνεται θέλησαν να “παίξουν” με ποικίλους μηχανισμούς gameplay, κάτι που αν χειριστεί σωστά, μπορεί να ευδοκιμήσει απίστευτα, σε έναν sandbox τίτλο. Πέραν της καθιερωμένης οδήγησης από το σημείο Α στο σημείο Β, την ανταλλαγή πυρών με μία μοιραρχία ναζιστικών δυνάμεων και τη διεξαγωγή παράνομων αγώνων στους δρόμους του Παρισιού, ο Sean είναι σε θέση να εκμεταλλευτεί το περιβάλλον γύρω του, προς όφελος του. Κάθε κτίριο, κάθε άκρη μπαλκονιού ή παραθύρου, είναι προσβάσιμη για τον παράδοξα αθλητικό βρομόστομο ιρλανδό μας. Το Assassin’s Creed δεν αργεί να έρθει στο μυαλό, αν και η σύγκριση μεταξύ των δύο τίτλων, είναι όχι μόνο άδικη για το The Saboteur, αλλά και μη λογική. Βλέπετε, το δημιούργημα της Pandemic, δεν βασίζεται καθαρά στη χειραγώγηση των κτιρίων, για την επίτευξη στόχων. Εκτός των αποστολών που απαιτούν να κινηθούμε από ταράτσα σε ταράτσα, η χρήση του συστήματος είναι καθαρά επιλογή του παίκτη.
{PAGE_BREAK}
Και αυτό είναι μία από τις μεγαλύτερες γοητείες του The Saboteur. Μας δίνει τη δυνατότητα να επιλέξουμε πως θα παίξουμε το παιχνίδι, πως θα σημειώσουμε πρόοδο. Κάθε αποστολή, έχει πολλαπλές προσεγγίσεις, ανάλογα με το στυλ παιχνιδιού που προτιμάμε. Ας υποθέσουμε πως μας έχει ανατεθεί να δολοφονήσουμε έναν στρατηγό του Τρίτου Ράιχ. Μπορούμε να επισκεφτούμε ένα λαθρέμπορο όπλων και να εκμεταλλευτούμε το οπλοστάσιο που όσο σημειώνουμε πρόοδο επεκτείνεται, αγοράζοντας ένα Tommy Gun (προσωπικό αγαπημένο του υπογράφοντα) και σκοτώνοντας όποιον ένστολο βρεθεί στο πέρασμα μας, μέχρι να φτάσουμε και στο πραγματικό στόχο. Αν είμαστε “ορεξάτοι” για μυστικές προσεγγίσεις, μπορούμε να δολοφονήσουμε έναν απλό στρατιώτη, να του πάρουμε τη στολή, να εισχωρήσουμε στον προστατευμένο χώρο σαν κύριοι και να δολοφονήσουμε το στόχο μας αθόρυβα, κάνοντας χρήση του stealth συστήματος μάχης.
Μία άλλη λύση είναι να προμηθευτούμε το αγαπημένο μας διοπτροφόρο ντουφέκι, να σκαρφαλώσουμε σε μία κοντινή ταράτσα, να εντοπίσουμε το στόχο μας, να τελειώσουμε τη δουλειά με μία σφαίρα στο κεφάλι και να αποχωρήσουμε πριν το μισό στράτευμα της πόλης ξεχυθεί πάνω μας. Αν έχουμε μία αγάπη για τις εκρηκτικές ύλες, μπορούμε να υμνήσουμε το όνομα “Saboteur”, φυτεύοντας εκρηκτικά σε μία κοντινή τοποθεσία, πυροδοτώντας τα, τραβώντας έτσι το κύριο μέρος των στρατιωτών στη περιοχή της έκρηξης (έχουν μία τάση να ερευνούν εκρήξεις και πυροβολισμούς), μετατρέποντας την εξόντωση του στόχου μας σε παιχνιδάκι και συνάμα κάνοντας τη ζωή μας πολύ πιο εύκολη.
Δυστυχώς όμως, σε πολλές περιπτώσεις το ίδιο το παιχνίδι φαίνεται να περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές μας, μιας και τείνει να γέρνει προς την ανταλλαγή πυρών και πιο συγκεκριμένα τις σφοδρές συγκρούσεις με στρατεύματα. Κάτι τέτοιο συμβαίνει κυρίως λόγω της υπερευαίσθητης φύσης των γερμανών στρατιωτών, ειδικά σε περιοχές που είναι περιφρουρημένες. Αν μας εντοπίσουν, το να χάσουμε τον εχθρό και να ξαναπροσεγγίσουμε τη κατάσταση, είναι ιδιαίτερα δύσκολο και ταυτόχρονα ανώφελο, μιας και με τρεις-τέσσερις γεμιστήρες καλά τοποθετημένων σφαιρών στα σώματα των εχθρών και με δύο-τρεις χειροβομβίδες αργότερα, η δουλειά έχει τελειώσει. Μετά την ολοκλήρωση του βασικού objective σχεδόν κάθε αποστολής, πρέπει να ξεφύγουμε από τον επικίνδυνα αυξανόμενο αριθμό καταδιωκτικών δυνάμεων που ξεφυτρώνουν στη γύρω περιοχή.
Εκεί, οι επιλογές πάλι ξεδιπλώνονται μπροστά μας. Μπορούμε να έχουμε προνοήσει, φέρνοντας ένα αγωνιστικό “πύραυλο” της εποχής, ώστε τα στρατιωτικά οχήματα να φάνε τη σκόνη μας. Αν έχουμε αθλητικές ανησυχίες, μπορούμε να το παίξουμε Altair, πηδώντας από κτίριο σε κτίριο, έως ότου συναντήσουμε ένα από τα πολλά κρησφύγετα της πόλης, τα οποία εγγυώνται την εξαφάνιση αυτών που μας κυνηγούν. Οι πιο πεινασμένοι για αίμα, μπορούν να προκαλέσουν μεγαλύτερη φασαρία στη πόλη, η οποία σταδιακά οδηγεί στην εμφάνιση πράσινων δακτυλίων στο χάρτη, όπου λαμβάνουν μέρος ανταλλαγές πυρών μεταξύ πολεμιστών της Αντίστασης και ναζιστικών δυνάμεων. Εξοντώνοντας τον απαιτούμενο αριθμό εχθρών, η μάχη κερδίζεται και η περιοχή καθαρίζει από αντίπαλες δυνάμεις.
Όσον αφορά τη ποιότητα των ειδών gameplay, τα πράγματα είναι σχετικά καλά. Στα της οδήγησης, μίας από τις σημαντικότερες δραστηριότητες του παιχνιδιού, συναντούμε ένα σύστημα οδήγησης που ταιριάζει με τα διαθέσιμα οχήματα. Το κράτημα, η “σκληρότητα” του τιμονιού, όλα είναι εδώ. Τα μόνα μη ρεαλιστικά στοιχεία, είναι η επιτάχυνση και η τελική ταχύτητα των πιο σπορτίφ οχημάτων, καθώς και το μοντέλο ζημιών. Όσον αφορά το πρώτο, η ταχύτητα πολλών αυτοκινήτων δεν αντικατοπτρίζει τα δεδομένα της εποχής, κάτι που όμως δεν είναι απαραίτητα αρνητικό, αφού η απόφαση για μεγαλύτερες ταχύτητες πάρθηκε με γνώμονα τη διασκέδαση.
Όσον αφορά το μοντέλο ζημιών, δυστυχώς, είναι από ανύπαρκτο, μέχρι περιορισμένο. Στη πλειοψηφία των οχημάτων, η μάζα τους δεν ανταποκρίνεται στους νόμους της φυσικής, όταν μία σύγκρουση λαμβάνει μέρος, ή στη καλύτερη των περιπτώσεων (στα εμφανώς πιο προσεγμένα αγωνιστικά αυτοκίνητα), θα δούμε ένα βυθισμένο προφυλακτήρα, ένα σπασμένο φανάρι και άλλες μη ουσιώδεις αισθητικές ζημιές. Από την άλλη, οι σφαίρες επηρεάζουν το όχημα, αφήνοντας τρύπες και κάνοντας ζημιά στην απόδοση του. Αν και δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για παράλειψη, έλλειψη χρόνου ή εσκεμμένη απόφαση των προγραμματιστών, τουλάχιστον η “ανοσία” των οχημάτων δεν επηρεάζει σε τεράστιο βαθμό το gameplay. Ίσα ίσα, αν ωφελείται κάποιος, αυτός είναι ο παίκτης, αφού η αντοχή των αυτοκινήτων είναι αξιοσημείωτη. Παρόλα αυτά, η απουσία ενός εξεζητημένου συστήματος ζημιών, δεν πάει να είναι κατακριτέα.
Όταν είμαστε πεζοί, τα πράγματα θυμίζουν αρκετά Mercenaries ή ακόμα και Red Faction: Guerilla. Η κίνηση του Sean είναι σε γενικά πλαίσια ομαλή και η χρήση των όπλων διασκεδαστική. Να αναφέρουμε πως δεν υπάρχει lock-on σύστημα όπως στο Grand Theft Auto IV και άλλους sandbox τίτλους. Αντιθέτως, όταν πυροβολούμε έναν εχθρό, ο στόχος μαγνητίζεται ελαφρά πάνω του, ή τουλάχιστον δίνει αυτή την αίσθηση. Το σύστημα κάλυψης έχει επιρροές από Uncharted, αν και ο Sean ποτέ δεν προσκολλείται εντελώς σε τοίχους. Όταν είναι σκυμμένος, απλά προστατεύεται από ένα πιθανό ύψωμα (όπου είναι διαθέσιμο) και πρέπει να σηκωθεί για να πυροβολήσει. Όταν πάλι βρισκόμαστε όρθιοι σε μία γωνία, ο Sean ακουμπά στο τοίχο και μπορεί ακόμα και να πυροβολήσει στα τυφλά. Η δυνατότητα αυτή είναι ευπρόσδεκτη και δένει αρκετά ομαλά με το όλο στήσιμο του gameplay.
Τέλος, όταν ακροβατούμε, τα animations προφανώς είναι περιορισμένα και δεν παρουσιάζουν την ομαλότητα τίτλων όπως το Assassin’s Creed 2. Τα άλματα εκτελούνται άνετα και ο Sean πιάνεται αυτόματα από προεξέχουσες άκρες, αν βρεθεί σε πτώση. Αν θα έπρεπε να το συγκρίνουμε με κάποιο παιχνίδι, θα λέγαμε πως ο Sean φαντάζει ως ένας απλουστευμένος και σε πιο αργούς ρυθμούς Cole, από το inFamous.
{PAGE_BREAK}
Από διάρκεια;
To save μας έγραφε 13 ώρες και 25 λεπτά, όταν ολοκληρώσαμε το κύριο campaign, με ποσοστό ολοκλήρωσης 86% και πρόοδο 9% στους Freeplay στόχους. Εδώ να αναφέρουμε πως Freeplay στόχοι, είναι λευκές τελίτσες στο χάρτη, που συμβολίζουν τοποθετημένες περιπόλους στρατιωτών, σημεία ελέγχου, αντιαεροπορικά μέσα σε κορυφές κτηρίων, και όλα τα συναφή. Έτσι, μετά την ολοκλήρωση και της τελευταίας κύριας αποστολής, μας μένει ένας αξιόλογος αριθμός δευτερευουσών αποστολών να ολοκληρώσουμε, καθώς κι ένας σκασμός ναζιστικών σκοπιών, στρατοπέδων, περιπόλων, αρμάτων μάχης και σημείων ελέγχου, που οφείλουμε να ξεγράψουμε από το παριζιάνικο χάρτη. Με άλλα λόγια, οι υποσχέσεις της -μακαρίτισσας- Pandemic για 12 με 13 ώρες διάρκειας του κύκνειου άσματος της, ήταν πέρα για πέρα ειλικρινείς.
Ερωτεύσιμο Noir: Τεχνικά
Από τα πρώτα videos και screenshots που είχαν δοθεί στη δημοσιότητα, εύκολα αντιλαμβανόμασταν πως το The Saboteur θα είχε ένα ξεχωριστό ύφος, ένα δικό του χαρακτήρα. Έχοντας ολοκληρώσει το τίτλο και μετά από τόσες ώρες ενασχόλησης μαζί του, μπορούμε να πούμε με σιγουριά, πως κάτι τέτοιο ισχύει και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Ενώ σε σύγκριση με άλλους, πρόσφατους sandbox τίτλους που μας εντυπωσίασαν με το τεχνικό τους τομέα, το The Saboteur δεν καταφέρνει να εντυπωσιάσει, ορισμένα χαρακτηριστικά του σε ήχο και εικόνα, αποδεικνύονται ερωτεύσιμα.
Πρώτη και ίσως πιο αξιόλογη, η τεχνική απουσίας/ παρουσίας του χρώματος, σε περιοχές της πόλης. Ενώ λοιπόν ξεκινάμε σε ένα ασπρόμαυρο Παρίσι, με μόνο το κόκκινο χρώμα, σε συνοδεία με το κίτρινο των παραθύρων των κτισμάτων, να σπάνε τη μονοτονία, όσο η δύναμη της αντίστασης μεγαλώνει, το χρώμα επιστρέφει στη πόλη. Μοιάζει λίγο με το Flower, του γνωστού PSN τίτλου, που με το άνοιγμα κάθε συνδυασμού λουλουδιών, χρώμα επέστρεφε στο τοπίο.
{VIDEO_1}
Το αποτέλεσμα της τεχνικής αυτής, είναι μια πανέμορφη Noir αισθητική, που δένει απίστευτα με την αίσθηση του Παρισιού του 1940. Το soundtrack, είναι πραγματικά καλοδουλεμένο, με τα επιλεγμένα τραγούδια να εναρμονίζονται απόλυτα με τον οπτικό τομέα. Ακόμα και το χιλιοτραγουδημένο Feeling Good της Nina Simone (το παιχνίδι παρουσιάζει μία remixed έκδοση του), που στη πραγματικότητα ηχογραφήθηκε 20 χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ταίριαξε τόσο πολύ με το ύφος του παιχνιδιού, που επιλέχτηκε και ως main theme, πέραν αυτού που δημιουργήθηκε αποκλειστικά για το παιχνίδι. Το αποτέλεσμα είναι ένας οπτικοακουστικός τομέας που θυμίζει Sin City, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί τη δική του μικρή ταυτότητα.
Το motion capturing που έχει γίνει λάμπει μόνο σε σκηνές με τον Sean, αφού οι υπόλοιποι χαρακτήρες με τους οποίους αλληλεπιδρούμε, αν και έχουν… χαρακτήρα, δεν καταφέρνουν να εντυπωσιάσουν. Τις εντυπώσεις κλέβει φυσικά ο πρωταγωνιστής, χάρη στο τσαγανό του, το “πλουσιότατο” λεξιλόγιο του, τη δυνατή ερμηνεία του γνωστού στους κλάδους του voice-over Robin Atkin Downes (Tenzin, στο Uncharted 2), που απ’ ότι φαίνεται τα πηγαίνει ιδιαίτερα καλά με την ιρλανδική προφορά.
Going out with a bang: Συμπεράσματα
Το Saboteur απέχει πολύ από τη τελειότητα. Διατηρεί το ύφος των παιχνιδιών της Pandemic, με το gameplay που εστιάζει στη διασκέδαση, τη ποικιλία στη δομή και τη προσωπική ταυτότητα. Ενώ δανείζεται δεκάδες στοιχεία, καταφέρνει να τα δέσει όλα με έναν όμορφο τρόπο, προσφέροντας ένα πακέτο, διασκεδαστικό μεν, όχι αρτιότατο δε. Οι φίλοι της Pandemic και του sandbox είδους πρέπει τουλάχιστον να δοκιμάσουν τον τίτλο, αν όχι να το αποκτήσουν. Επίσης, οι ερωτεύσιμη Noir αισθητική του, αναμένεται να γοητεύσει πολλούς.
Σε έναν κυκεώνα ΑΑΑ κυκλοφοριών λοιπόν, η Pandemic αφήνει πίσω της το τελευταίο παιχνίδι με το χαρακτηριστικό κίτρινο λογότυπο στο εξώφυλλο του. Όχι μόνο αποχωρεί από την ενεργό δράση με έναν πολύ καλό τίτλο, αλλά μας συστήνει σε ένα πολλά υποσχόμενο franchise, που αν κρίνουμε από το τέλος του, υπήρχαν προθέσεις να συνεχιστεί. Το αν θα γίνει κάτι τέτοιο, θα το δείξει το μέλλον. Μέχρι τότε, αντίο Pandemic, καλώς ήρθες The Saboteur…
Δημήτρης Μπάνος