
James Cameron’s Avatar
Ανοίγοντας το κουτί της Pandora
Ανοίγοντας το κουτί της Pandora
Δεδομένου ότι το James Cameron’s Avatar: The Game αποτελεί μέρος του franchise που ξεκινά από την ομώνυμη ταινία του ομώνυμου σκηνοθέτη, είναι αδύνατο να αγνοηθεί μια πολύ βασική αντίθεση μεταξύ τους: τη στιγμή που η ταινία (που αναμένεται στις αίθουσες στις 17 Δεκεμβρίου) υπόσχεται την τελευταία λέξη στην τεχνολογία και στη μέθοδο γυρίσματος μιας ταινίας, το παιχνίδι μοιάζει απελπιστικά ριζωμένο στο παρελθόν, κυρίως από άποψης gameplay και σχεδιασμού. Πράγμα που παραξενεύει ακόμα περισσότερο όταν έχουμε ακούσει τόσα πολλά για το πώς το παιχνίδι αναπτύχθηκε ταυτόχρονα με την ταινία. Δυστυχώς, αυτό φαίνεται πως δεν ωφέλησε ιδιαίτερα το πόνημα της Ubisoft.
Δείξε μου τον Avatar σου να σου πω ποιος είσαι: Σενάριο
Το σενάριο του Avatar: The Game αποτελεί prequel της ιστορίας της ταινίας, πράγμα που σημαίνει ότι αφηγείται γεγονότα που τελικά θα οδηγήσουν σε αυτά που θα δούμε στο πανί. Όχι ότι έχουμε τρόπο να το καταλάβουμε αυτό από το ίδιο το παιχνίδι. Ο τρόπος με τον οποίο μας δίνεται οποιαδήποτε πληροφορία και μας βάζει στην κεντρική ιστορία είναι τόσο απότομος που πραγματικά είναι σαν οι developers να μας λένε, “ελάτε μωρέ, είδατε τα trailer, διαβάσατε για την ταινία, ξέρετε τι παίζει, πάλι θα τα λέμε;”…
Κεντρικός χαρακτήρας του παιχνιδιού είναι ο/ η (διαλέγετε το φύλο και το μοντέλο του/ της στο ξεκίνημα) “Able” Ryder, στρατιώτης για την RDA, η οποία έχει αναλάβει την εκμετάλλευση του φεγγαριού Pandora, ενός δορυφόρου πλούσιου σε πρώτες ύλες που χρειάζεται η ανθρωπότητα. Το πρόβλημα είναι ότι για να τις πάρει, χρειάζεται να διώξει από τη γη τους μια ιθαγενή φυλή τρίμετρων γαλανόδερμων ανθρωποειδών που ονομάζονται Na’vi. Ταυτόχρονα, η τοξική ατμόσφαιρα και η εχθρική χλωρίδα και πανίδα της Pandora αναγκάζει τους ανθρώπους να σκεφτούν δημιουργικά – πράγμα που οδηγεί στους Avatars: γενετικά υβρίδια ανθρώπων και Na’vi, τα οποία μπορούν να κινηθούν άνετα στην Pandora και στα οποία συνδέεται η “συνείδηση” ενός ανθρώπου εθελοντή, κατοικώντας τα σώματά τους.
Γρήγορα θα μας δοθεί η ευκαιρία να συναντήσουμε και το δικό μας Avatar και να δούμε τον κόσμο της Pandora από τα δικά του μάτια, καθώς αναλαμβάνουμε να εκτελέσουμε αποστολές για την RDA -και να ανακαλύψουμε ότι πιθανόν να υπηρετούμε τη λάθος πλευρά αυτής της σύγκρουσης.
Σε ένα συγκεκριμένο σημείο του παιχνιδιού, αφού έχουμε δοκιμάσει και το νέο μας σώμα, θα κληθούμε να κάνουμε μια επιλογή: να παραμείνουμε στο Avatar μας και να αυτομολήσουμε στην πλευρά των Na’vi, μαχόμενοι μαζί τους ενάντια στον αλόγιστο επεκτατισμό των ανθρώπων, ή να επιστρέψουμε στο σώμα μας και να πολεμήσουμε σαν άνθρωποι, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα της RDA. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε την ευκαιρία να παίξουμε μεγάλο μέρος του παιχνιδιού δύο φορές, από δύο διαφορετικές σκοπιές, πράγμα που αυξάνει αρκετά το ενδιαφέρον καθώς οι δύο πλευρές είναι αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους.
Διακοπές στην Pandora: Παίζοντας
Περνώντας στο παιχνίδι, ανακαλύπτουμε πως έχουμε να κάνουμε με ένα 3rd person action/shooter που βασίζεται στην εκπλήρωση αποστολών. Αυτό μεταφράζεται στο να ακολουθούμε τα σημάδια του χάρτη, να μιλάμε στο πρόσωπο που πρέπει να μιλήσουμε, να πηγαίνουμε στο σημείο που μας λέει, να μαζεύουμε X αριθμό από τα πράγματα που μας αναθέτει και να σκοτώνουμε Ψ από τα όντα που συναντάμε στο δρόμο μας, να επιστρέφουμε στο προαναφερθέν πρόσωπο και ξανά από την αρχή.
Όπως γίνεται αντιληπτό, η ποικιλία των αποστολών που μας δίνονται δε διεκδικεί βραβεία ποιότητας ούτε, κι αυτό είναι το χειρότερο, ποικιλίας. Ορισμένες εξαιρέσεις που χρησιμοποιούν έξυπνα το χειριστήριο και το σύστημα χειρισμού, δυστυχώς περισσότερο επιβεβαιώνουν αυτό τον κανόνα παρά σώζουν την κατάσταση, ενώ γενικότερα το gameplay παραπέμπει σε τίτλους του πάλαι ποτέ, σαν τα τελευταία έξι χρόνια εξέλιξης των action games να μη συνέβησαν. Κι αφού αναφερθήκαμε στο χειρισμό, αξίζει να παραμείνουμε για λίγο σ’ ένα από τα πιο μελανά σημεία του Avatar. Η αρχική μας εντύπωση ήταν ότι το τμήμα που παίζουμε ως Na’vi θα ήταν και το πιο ενδιαφέρον από τα δύο, καθώς το ανθρώπινο τμήμα φαινόταν λίγο-πολύ ως ένα κλασσικό 3rd person shooter.
Τελικά, αποδεικνύεται πως προσφέρει και την πιο εκνευριστική εμπειρία στον παίκτη. Ως Na’vi, οι μάχες που θα κάνουμε είναι κυρίως σώμα με σώμα, ενώ διαθέτουμε και ένα τόξο και ένα υποτυπώδες rifle. Επιλέγουμε τα όπλα μας με τη χρήση του d-pad, ενώ τα face buttons χρησιμοποιούνται για την αλληλεπίδρασή μας με τον κόσμο και, με τη χρήση του LB, ενεργοποιούν τις ειδικές ικανότητές μας, οι οποίες περιλαμβάνουν ενίσχυση της υγείας, της ταχύτητας ή της αντοχής μας, επιθέσεις που ξαφνιάζουν τους αντιπάλους, stealth κλπ. Το πρόβλημα είναι πως με εξαίρεση τη healing ικανότητα, το gameplay δε μας δίνει πολλές δικαιολογίες να χρησιμοποιήσουμε τις ικανότητες αυτές, καθώς πιο πολλή ώρα θα περνάμε προσπαθώντας να εντοπίσουμε τους αντιπάλους μας μέσα στη χλωρίδα -κάτι που θα πρόσφερε στην εμπειρία αν η παρουσία και η συμπεριφορά τους δε βασιζόταν σε παράλογα respawns και σε προβληματική AI.
{PAGE_BREAK}
Ο ανακριβής και αδέξιος χειρισμός δε βοηθά την κατάσταση, ειδικά καθώς το Na’vi τμήμα περιλαμβάνει και ορισμένα υποτυπώδη σημεία platforming, τα οποία με την κατάσταση των controls βασίζονται περισσότερο στην τύχη παρά στις ικανότητές μας. Επιπλέον, το κακό design των levels συνεπάγεται πως παραείναι εύκολο ένα λάθος άλμα να μας οδηγήσει μέσα σε κάποιο σημείο της γεωμετρίας του κόσμου, από το οποίο δεν υπάρχει διαφυγή παρά μόνο αν φορτώσουμε το τελευταίο μας checkpoint -κάτι που χρειάστηκε να γίνει αρκετές φορές ώστε να μη μπορεί να αγνοηθεί ως τυχαίο πρόβλήμα. Παράλληλα, τα levels είναι μεν κλειστά ώστε να μην υπάρχει πρόβλημα προσανατολισμού, αλλά το design τους σημαίνει ότι πολλές φορές δε θα έχουμε ιδέα πώς να προχωρήσουμε: υπήρξαν στιγμές που περνούσαμε σημεία χωρίς να μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν αυτό περίμεναν από μας οι developers ή αν απλώς εκμεταλλευτήκαμε κάποιον κακό σχεδιασμό.
Τα πράγματα χειροτερεύουν ακόμα περισσότερο όταν χρειάζεται να οδηγήσουμε κάποιο από τα ιπτάμενα όντα της Pandora, μια δραστηριότητα που κανονικά θα έπρεπε να είναι από τις πιο απολαυστικές, η οποία όμως καταστρέφεται εντελώς από τον απαράδεκτο χειρισμό.
Στο ανθρώπινο τμήμα τα πράγματα είναι αισθητά καλύτερα, καθώς έχουμε να κάνουμε με μια κλασσική shooter εμπειρία. Όπως και στο Na’vi campaign, εκπληρώνοντας αποστολές κερδίζουμε experience points, με τους οποίους ξεκλειδώνουμε νέα όπλα, πανοπλίες και skills, όμως η διαδικασία δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο βάθος για να σταθούμε σε αυτή. Ο χειρισμός εδώ είναι αρκετά πιο στρωτός, και ένα σύστημα auto-aim βοηθά αρκετά την ευστοχία μας, όμως αυτό δε σώζει το παιχνίδι από τον κακό σχεδιασμό των αποστολών και των επιπέδων, κάτι που κάνει την εμπειρία γρήγορα κουραστική. Οι άνθρωποι είναι πιο καλομαθημένοι από τους Na’vi στον τομέα των οχημάτων, καθώς θα μπορέσουμε να οδηγήσουμε από buggies και εξωλέμβια μέχρι ελικόπτερα, όμως και εδώ ο χειρισμός δε βοηθά καθόλου και κάνει τα τμήματα αυτά περισσότερο αγγαρεία.
Μια ενδιαφέρουσα ιδέα είναι το War Room, το οποίο μπορούμε να ενεργοποιήσουμε (για κάποιο λόγο) από τα fast travel σημεία του παιχνιδιού. Πρόκειται για ένα strategy mini game που θυμίζει πάρα πολύ Risk στη φιλοσοφία του, όπου η πλευρά μας πρέπει να επικρατήσει της άλλης, κατακτώντας όσες περισσότερες περιοχές της Pandora μπορούμε. Τα XP που παίρνουμε παίζοντας το κυρίως παιχνίδι, εξυπηρετούν εδώ ως πηγή εσόδων με τα οποία κατασκευάζουμε και οργανώνουμε τις μονάδες μας, ενώ οι επιτυχίες μας μάς δίνουν με τη σειρά τους νέα XP. Πέρα από αυτό, δεν υπάρχει κάποια άλλη συνέπεια στο κυρίως παιχνίδι, ούτε και ιδιαίτερο βάθος στο συγκεκριμένο mode ώστε να κρατήσει την προσοχή μας για πάρα πολύ.
Καλωσορίσατε στη ζούγκλα: Τεχνικά
Σ’ αυτό τον τομέα το Avatar: The Game είναι το ίδιο διχασμένο. Η πρώτη εντύπωση που αφήνει είναι πολύ θετική, καθώς η Pandora είναι ένας πανέμορφος κόσμος, γεμάτος έντονα χρώματα και εντυπωσιακά σκηνικά, ενώ η Dunia Engine που έδωσε σάρκα και οστά στο Far Cry 2 εδώ αποδίδει υπέροχες τοποθεσίες με πυκνή βλάστηση και όμορφα εφέ φωτισμού. Δυστυχώς, τα μοντέλα των χαρακτήρων δεν είναι αντίστοιχης ποιότητας, βάζοντάς μας να υπομείνουμε κακές απεικονίσεις χαρακτήρων, τόσο πρωτότυπων όσο και licensed, ενώ και το animation τους είναι σε τραγικά επίπεδα. Φυσικά, υποτίθεται πως το Avatar προσφέρει τη δυνατότητα για προβολή σε στερεοσκοπικό 3D, όμως δεδομένου ότι δεν μπορέσαμε να το τεστάρουμε με αυτό τον τρόπο, δεν μπορούμε και να σχολιάσουμε πάνω σε αυτό.
Ωστόσο, πρέπει να σημειώσουμε πως ναι μεν είναι ένα από τα πιο πολυδιαφημισμένα στοιχεία του παιχνιδιού, όμως στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή είναι πολύ μικρό το ποσοστό των χρηστών που θα μπορέσουν να εκμεταλλευτούν τη συγκεκριμένη δυνατότητα, κάνοντάς τη μάλλον πολυτέλεια παρά ουσιαστικό στοιχείο του.
{PAGE_BREAK}
Παρομοίως κακό είναι και το voice acting, τόσο στην ποιότητά του όσο και στην ποιότητα των διαλόγων που ακούμε, οι οποίοι εξυπηρετούν ίσα ίσα σαν μια σύντομη περιγραφή του επόμενου quest. Αυτό από μόνο του δε θα αποτελούσε πρόβλημα, αν το παιχνίδι δεν προσπαθούσε συνεχώς να δώσει την εντύπωση ότι τα τεκταινόμενα έχουν ιδιαίτερη σημασία την οποία εμείς, με κάποιο μαγικό τρόπο, πρέπει να καταλάβουμε (μια τιμή που μάλλον περιορίζεται γι’ αυτούς που έχουν δει/ θα δουν την ταινία). Υπάρχει μεν η Pandorapedia, μια τεράστια database στην οποία μπαίνουν πληροφορίες για το κάθε τι που συμβαίνει και που συναντούμε στην Pandora (από τοποθεσίες, χαρακτήρες και όπλα μέχρι χλωρίδα και πανίδα), όμως η αλήθεια είναι ότι το παιχνίδι δε δίνει κίνητρο στον παίκτη να ανατρέξει σε αυτή, κι έτσι πάει χαμένος ένας μεγάλος όγκος πληροφοριών.
{VIDEO_1}
Δεν αποτελεί φυσικά έκπληξη για ένα παιχνίδι που βασίζεται σε blockbuster ταινία να υποφέρει από άποψη ποιότητας. Το Avatar: The Game, ωστόσο, είναι διπλά κρίμα που δεν καταφέρνει να αλλάξει αυτό το στερεότυπο, καθώς συνδέεται και με έναν πολύ δυνατό κινηματογραφικό τίτλο, αλλά και, κατά τα φαινόμενα, δεν αναπτύχθηκε με τους γνωστούς ρυθμούς αυτού του είδους παιχνιδιών. Προς το παρόν, δυστυχώς, ένας άνισος τεχνικός τομέας και ένα gameplay βγαλμένο από άλλες εποχές φροντίζουν ώστε το Avatar: The Game να μην είναι αυτό που θα αλλάξει τα δεδομένα στο είδος. Ευχόμαστε τουλάχιστον καλύτερη τύχη στην ταινία του James Cameron.
Μιχάλης Τέγος