
Splatterhouse
"The key is blood, Rick. It's always blood."
“The key is blood, Rick. It’s always blood.”
Το πρωτότυπο Splatterhouse κυκλοφόρησε αρχικά στα arcades το 1988 και ακολούθησαν δύο συνέχειες στο σύστημα Mega Drive της SEGA. Tο νέο Splatterhouse παραμένει πιστό στην παράδοση της σειράς, αλλά ταυτόχρονα είναι παρωχημένο και με αρκετά προβλήματα. Παρόλα αυτά, παραμένει διασκεδαστικό. Η σειρά αυτή της Namco εξ αρχής ήταν φτιαγμένη πιο πολύ για να σοκάρει και όχι τόσο για να εντυπωσιάσει με το gameplay της. Αυτό που την έκανε να ξεχωρίζει είναι η βία, ο σχεδιασμών των τεράτων και των bosses. Κατά συνέπεια, το νέο Splatterhouse στοχεύει σε ένα πολύ συγκεκριμένο κοινό. Δεν προσπαθεί να ανταγωνιστεί επί ίσοις όροις τα hack ‘n slash/ action adventure που κυκλοφορούν, αλλά έχει τη δική του ταυτότητα, και παρά τις πολλές ατέλειές του, μάλλον θα αφήσει ικανοποιημένο ένα πολύ συγκεκριμένο κοινό.
Splatterhouse…το b-movie: H ιστορία
Η περιπέτεια ξεκινάει με τον Rick πεσμένο αιμόφυρτο στο έδαφος, έτοιμο να πεθάνει. Εκεί, μία δαιμονική μάσκα του προσφέρει την ευκαιρία να επιβιώσει και να πολεμήσει τον Dr. West, που έχει απαγάγει την αγαπημένη του Jennifer. Όσο προχωράμε στην ιστορία μαθαίνουμε τι ακριβώς είχε συμβεί πριν την έναρξη του παιχνιδιού και γιατί έγιναν όλα.
Η υπόθεση, φυσικά, δεν διεκδικεί δάφνες ποιότητας ή πρωτοτυπίας, αλλά η αφήγηση της μας ξάφνιασε ευχάριστα μιας και η δομή της θυμίζει thriller χαμηλού προϋπολογισμού των δεκαετιών του ‘ 50 και του ‘ 60. Η ομάδα ανάπτυξης καταφέρνει να δημιουργήσει μία διασκεδαστική ιστορία στα πρότυπα των b-movies, όπου κανείς δεν φαίνεται να νοιάζεται αν η υπόθεση βγάζει νόημα. Απλά, αποτελεί δικαιολογία για τη δημιουργία διασκεδαστικών σκηνών. Τα cut-scenes έχουν μία ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη σκηνοθεσία, και είναι διαποτισμένα με μαύρο χιούμορ, ενώ στον αντίποδα υπάρχουν φορές που η υπόθεση παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά και χρησιμοποιεί ακόμα και αναφορές στο έργο του H.P. Lovecraft.
Οι αναφορές αυτές, ουσιαστικά, είναι εντελώς εκτός κλίματος και χρησιμοποιούνται με αδέξιο τρόπο, αλλά συμβάλουν και αυτές με τη σειρά τους στη δημιουργία μίας ιδιαίτερης ατμόσφαιρας. Ο τρόπος που το Splatterhouse προσπαθεί εντελώς επιφανειακά να προσδώσει βάρος στην υπόθεση, έχει σαν αποτέλεσμα… ακόμα και γέλιο εις βάρος της υπόθεσης, ανάλογο με αυτό που μπορεί να προκύψει μετά τη θέαση κάποιου παλιού thriller Β΄ κατηγορίας. Γενικότερα, η υπόθεση μας άφησε ικανοποιημένους, όχι για την ποιότητά της, αλλά γιατί προσφέρει κάτι ιδιαίτερο που δεν βλέπουμε συχνά.
Σχεδόν μια γενιά πίσω, αλλά με καλό ήχο: O τεχνικός τομέας
Τεχνολογικά το Splatterhouse είναι σίγουρα ξεπερασμένο. Αυτό που κυριαρχεί είναι τα χαμηλής ανάλυσης textures στα περιβάλλοντα και οι περίεργοι φωτισμοί, που ενίοτε κάνουν τον ήρωα και τους εχθρούς να γυαλίζουν σαν να είναι φτιαγμένοι από κερί. Τα περιβάλλοντα είναι μικρά, άδεια και επαναλαμβανόμενα, ενώ για να μεταβούμε από τον ένα χώρο στον άλλο, πρέπει να περιμένουμε να τελειώσουν τα πολλά και μακροσκελή loadings. Κατά τη ροή του παιχνιδιού δεν υπάρχουν loading screens, αλλά η φόρτωση κρύβεται από μερικά φθηνά, όμως αποτελεσματικά, τρικ -όπως οι μονόλογοι του Dr. West και οι συζητήσεις της δαιμονικής μάσκας με τον ήρωα, κατά τη διάρκεια των οποίων όλες οι πόρτες παραμένουν κλειστές.
Αν και αυτές οι σκηνές συνήθως είναι διασκεδαστικές και δεν κόβουν το ρυθμό, το loadings -αν χάσουμε- είναι αρκετά μεγάλα και ενοχλητικα, κάτι που δεν δικαιολογείται από τα δεδομένα του τεχνικού τομέα. Εντελώς αδικαιολόγητες είναι και οι πτώσεις του frame rate στις αρένες, όπου οι εχθροί είναι πάρα πολλοί, ωστόσο, αυτό το πρόβλημα δεν φαίνεται να κοστίζει στο gameplay. Από την άλλη πλευρά, ο ηχητικός τομέας είναι πολύ καλός. Ο Jim Cummings εκτελεί εξαιρετικό έργο αναλαμβάνοντας τη φωνή της δαιμονικής μάσκας, ενώ το soundtrack περιλαμβάνει πολλά μοντέρνα death/ thrash metal κομμάτια που ταιριάζουν άριστα στο ύφος του παιχνιδιού.
Επιστροφή στο παρελθόν: Σχεδιασμός επιπέδων και gameplay
Το σίγουρο είναι ότι το Splatterhouse δεν ενδιαφέρεται για τις εξελίξεις του είδους. Η δομή του παιχνιδιού είναι απλή και παλιομοδίτικη. Σκότωσε όλους τους αντίπαλους μέχρι να ανοίξει η πόρτα, πήγαινε στο δωμάτιο δεξιά, σκότωσε τους όλους, πάτα το διακόπτη, πήγαινε στο αριστερό δωμάτιο, κάνε το ίδιο. Ή κρέμασε τους εχθρούς στα καρφιά στον τοίχο για ανοίξει η πόρτα, σκότωσε ακόμα ένα-δύο κύματα εχθρών και προχώρα στο επόμενο δωμάτιο. Αυτή είναι εν πολλοίς η βασική δομή του τίτλου. Ωστόσο, κάποιες φορές συναντάμε και κομμάτια με 2D platforming.
Εδώ υπάρχουν "φθηνά" σημεία, στα οποία την πρώτη φορά που θα φτάσει κάποιος είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα χάσει, αλλά τα κομμάτια του 2D platforming είναι λίγα, μικρά και εύκολα, οπότε δεν ενοχλούν. Ένα – δύο φθηνά σημεία υπάρχουν και στο παραδοσιακό, hack ‘n slash gameplay, το οποίο εμφανίζει δύο πρόσωπα.
{PAGE_BREAK}
Διασκεδαστικό μεν, αλλά: Το σύστημα μάχης
Το σύστημα μάχης έχει δημιουργηθεί έχοντας σαν πρώτο στόχο να είναι όσο το δυνατόν πιο βίαιο και διασκεδαστικό, αλλά δεν είναι σωστά μελετημένο και υπάρχουν προβλήματα. Έχουμε στη διάθεσή μας δύο βασικές επιθέσεις, μία δυνατή και μία αδύναμη με τις οποίες μπορούμε να δημιουργήσουμε κάποια απλά combos. Όσο χτυπάμε τους εχθρούς συλλέγουμε αίμα, με τη χρήση του οποίου ο πρωταγωνιστής μπορεί για περιορισμένο χρονικό διάστημα να μεταμορφωθεί και να αποκτήσει εξωπραγματικές ικανότητες. Με τη χρήση του αίματος μπορούμε να κάνουμε και διάφορες ειδικές κινήσεις, κάποιες από τις οποίες -αν βρουν στόχο- γεμίζουν τη μπάρα ενέργειάς μας.
Η συχνή χρήση αυτών των κινήσεων είναι αναγκαία καθώς δεν υπάρχουν αντικείμενα που γεμίζουν την ενέργεια του Rick. Ακόμα, μπορούμε να πιάσουμε τους αντιπάλους μας σε διάφορες λαβές, να τους σπρώξουμε σε άλλους εχθρούς ή να τους χρησιμοποιήσουμε σαν όπλο. Όταν ο αντίπαλος είναι έτοιμος να χάσει, μπορούμε να τον αποτελειώσουμε με την κίνηση "Splatterkill", η οποία μας δίνει περισσότερο αίμα και πολλές φορές επιτρέπει να χρησιμοποιήσουμε ό,τι απομένει από τους εχθρούς.
Έχουμε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε τα κομμένα χέρια και κεφάλια των εχθρών σαν όπλα, ενώ φυσικά είναι διαθέσιμο και πιο παραδοσιακό οπλοστάσιο. Με έναν τεράστιο μπαλτά μπορούμε να αποκεφαλίσουμε μία ομάδα εχθρών απλά και μόνο με ένα χτύπημα, ενώ ένα ρόπαλο ή ένα ξύλο με καρφιά μπορεί να μας βοηθήσει να κολλήσουμε κυριολεκτικά τους εχθρούς στον τοίχο. Και φυσικά, υπάρχει και το ηλεκτρικό πριόνι… Είναι προφανές ότι το Splatterhouse δεν είναι για αυτούς που ενοχλούνται βλέποντας στην οθόνη τους λίγο αίμα. Εδώ η βία είναι αυτοσκοπός και το σύστημα μάχης φροντίζει να είναι όσο πιο βίαιο γίνεται.
Βέβαια, να σημειώσουμε ότι πολλοί μπορεί να βρουν συγκεκριμένες σκηνές του God of War III πιο ενοχλητικές από όσα συμβαίνουν στο Splatterhouse, λόγω της τεράστιας διαφοράς στα γραφικά των παιχνιδιών και της αληθοφάνειας των μοντέλων των εχθρών του Kratos. Γιατί δεν είναι μόνο το τι δείχνεις, αλλά και πως το δείχνεις. Οι μάχες εδώ δεν είναι ακριβώς "ευχάριστες" αλλά παραδεχόμαστε ότι είναι πολύ διασκεδαστικές, γεγονός που οφείλεται στον πολύ γρήγορο ρυθμό τους, αλλά και στη δυνατότητα εκεί που είμαστε λίγα βήματα πριν τον θάνατο να γυρίσουμε τη μάχη.
Αυτό μπορεί να συμβεί είτε με μία πετυχημένη ειδική κίνηση που χτυπάει ή και σκοτώνει με ένα χτύπημα τους αντιπάλους, γεμίζοντας μας παράλληλα την ενέργεια, είτε με ένα καλό όπλο που θα βρούμε. Όμως, σε ό,τι αφορά τις μάχες του Splatterhouse δεν είναι όλα θετικά. Πολλές φορές η κάμερα δυσκολεύει το έργο μας, ενώ και ο βαθμός δυσκολίας δεν είναι σωστά ισορροπημένος. Με ένα καλό όπλο μπορούμε να σκοτώσουμε τους περισσότερους εχθρούς με ένα χτύπημα, όποιο επίπεδο δυσκολίας και αν έχουμε επιλέξει, ενώ το ίδιο μπορεί να γίνει και με ορισμένες απλές λαβές. Από την άλλη πλευρά, οι δυνατότεροι εχθροί, με ένα και μόνο χτύπημά τους, μας προκαλούν μεγάλη ζημιά και είναι πιθανό να μας ρίξουν κάτω και να μας σκοτώσουν χωρίς να προλάβουμε να κάνουμε τίποτα.
Υπάρχουν περιπτώσεις που οι μάχες γίνονται αγώνας ταχύτητας, όπου προσπαθούμε να χτυπήσουμε τους αντιπάλους πριν το κάνουν αυτοί ώστε να προλάβουμε να κερδίσουμε αρκετό αίμα για μία ειδική κίνηση. Και αυτό συμβαίνει γιατί αποφεύγοντας τους εχθρούς, δεν μπορούμε να αποκτήσουμε το αίμα που απαιτείται για τις -μάλλον υπερβολικά δυνατές σε σχέση με τα απλά χτυπήματα- ειδικές κινήσεις. Αν και το παιχνίδι τις περισσότερες φορές είναι διασκεδαστικό, στα μεγαλύτερα επίπεδα δυσκολίας τείνει σε σημεία να γίνεται εκνευριστικό, κάτι που μάλλον αντιλήφθηκε εγκαίρως η Namco, αφού μας δίνει τη δυνατότητα να ξεκινήσουμε από την αρχή το story κρατώντας όλες τις ικανότητες που έχουμε ξεκλειδώσει.
{VIDEO_1}
Το Splatterhouse είναι επαναλαμβανόμενο αλλά η επανάληψη αυτή δεν μπορούμε να πούμε ότι μας κούρασε, γιατί τα όσα κάνουμε είναι διασκεδαστικά. Μετά το πέρας του campaign -διάρκειας περίπου 8 ωρών- μπορούμε να δοκιμάσουμε τις δυνάμεις μας στις αρένες του παιχνιδιού ή να επιστρέψουμε στα επίπεδα για να μαζέψουμε όσες από τις, σχεδόν γυμνές, φωτογραφίες της Jenny μας ξέφυγαν την πρώτη φορά. Όμως, κυρίως λόγω των προβλημάτων ισορροπίας του συστήματος μάχης, εκτιμούμε ότι ελάχιστοι θα ασχοληθούν με αυτά τα collectibles.
Συμπεράσματα: Ξεπερασμένο, μάλλον κακό αλλά σίγουρα διασκεδαστικό
Το Splatterhouse σίγουρα δεν είναι ένα καλό παιχνίδι. Για την ακρίβεια, είναι ένας μάλλον κακός και ξεπερασμένος τίτλος, που κουβαλά ένα σωρό ιδιοτροπίες από το παρελθόν, επάνω στις οποίες προσθέτει και άλλα προβλήματα. Η αλήθεια είναι ότι σε ορισμένα σημεία το Splatterhouse φαίνεται σαν μια ταλαιπωρημένη παραγωγή, που έμεινε στο στάδιο της ανάπτυξης πολύ περισσότερα χρόνια από ό,τι γνωρίζουμε. Άλλες φορές σκεφτόμαστε ότι το Splatterhouse είναι σκόπιμα μία παραγωγή Β κατηγορίας, όπως οι ταινίες που ενέπνευσαν τα πρωτότυπα παιχνίδια, ή πως η ομάδα ανάπτυξης έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε, αγνοώντας οτιδήποτε συμβαίνει γύρω της και παίζοντας με τους δικούς της κανόνες -όπως μία αυθεντική, cult δημιουργία. Σε κάθε περίπτωση, το πόνημα της Namco καταφέρνει να παραμένει διασκεδαστικό με το δικό του, ιδιαίτερο τρόπο.
Εν κατακλείδι, το Splatterhouse είναι για αυτούς που μπαίνουν σε ένα video club, αγνοούν όλα τα Βlu-ray των υπερπαραγωγών και των ποιοτικών προτάσεων -που σίγουρα διεκδικούν με περισσότερες αξιώσεις τα χρήματα και το χρόνο τους- και βρίσκουν το χειρότερο και παλαιότερο b-movie σε…βιντεοκασέτα. Γιατί; Μα για το ιδιαίτερο στυλ τους, για μερικές αξιομνημόνευτες σκηνές, για το χαβαλέ, τη διασκέδαση και για ένα διάλλειμα από τις σοβαρές ή σοβαροφανείς προτάσεις. Το Splatterhouse σε καμία περίπτωση δεν αξίζει τα €50- €60 που ζητά από τον καταναλωτή, δεδομένου ότι αυτή τη στιγμή στην αγορά υπάρχουν κατά πολύ ανώτερες προτάσεις. Όμως, όσοι αναζητούν πολύ συγκεκριμένα πράγματα αξίζει να του ρίξουν μία ματιά.
Νίκος Καβακλής