Killzone 3

Τι μας ήρθε αυτή τη φορά από τη "Χώρα της Τουλίπας";

Τι μας ήρθε αυτή τη φορά από τη “Χώρα της Τουλίπας”;

Κατά καιρούς έχουμε συναντήσει βιντεοπαιχνίδια που το κοινό, είτε θα τα λατρέψει, είτε θα τα μισήσει με όλο του το είναι. Το οξύμωρο είναι ότι και οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται και κατανοούν τους λόγους για τους οποίους η κάθε μία υποστηρίζει τη θέση της. Η Guerrilla Games, ένα μικρό αλλά θαυματουργό στούντιο από την Ολλανδία, καταφέρνει με χαρακτηριστική άνεση να δίνει τέτοιους τίτλους. Όταν το πρώτο Killzone έφτασε στο PlayStation 2, το μαγικό Νοέμβρη του 2004, δίχασε gamers και κριτικούς. Αφενός ενσωμάτωνε ένα στιβαρό gameplay, με ρεαλιστική και "βαριά" αίσθηση των όπλων, καθώς και κορυφαίο, για τα δεδομένα του συστήματος, οπτικό τομέα, αφετέρου η επαναληψιμότητα των αποστολών και το αδύναμο σενάριο, έκοψαν τις βλέψεις των Ολλανδών να φτάσουν, ή έστω να πλησιάσουν, στην κορυφή. Οι βλέψεις αυτές όμως έγιναν πραγματικότητα πέντε χρόνια αργότερα, όταν το Killzone 2 επισκέφτηκε το "κτήνος" της Sony και αποτέλεσε ένα από τα ομορφότερα και πιο "έντονα" first-persons shooters του συστήματος.

Αν και το σενάριο παρέμεινε αδιάφορο, το υπόλοιπο στήσιμο του τίτλου ήταν η απόλαυση προσωποποιημένη. Γραφικά που ρίχνουν σαγόνια στο έδαφος και gameplay έτσι όπως θα έπρεπε να έχουν πολλά "μπαμ-μπουμ" βιντεοπαιχνίδια εκεί έξω. Φτάσαμε όμως στο 2011 και σειρά έχει το τρίτο μέρος της οικογένειας. Έχοντας αφήσει τους καλύτερους οιωνούς με το Killzone 2, η Guerrilla Games, εδώ και δύο χρόνια, μας προϊδεάζει για κάτι πολύ "δυνατό" και όλοι ελπίζαμε -τουλάχιστον αυτοί που λατρέψαμε το δεύτερο παιχνίδι- για ένα επικό κλείσιμο τριλογίας. Είναι όμως το Killzone 3 η υπερπαραγωγή που περιμέναμε; Καταφέρνει έστω να αγγίξει την ποιότητα του προκατόχου του;

Καλώς ήρθατε (ξανά) στον Helghan… – Σενάριο

Βρισκόμαστε στον 24o αιώνα και κατά τη διάρκεια της αποίκισης του διαστήματος. Η ανθρωπότητα βρίσκεται σε πόλεμο με τους Helghast, μία ανθρώπινη, αλλά μεταλλαγμένη φυλή, που έχει μεταναστεύσει στον πλανήτη Helghan και έχει αναπτύξει το δικό της φασιστικό δόγμα, στα πρότυπα των Ναζί του 20ου αιώνα. Οι στρατιωτικοί και πολιτικοί ηγέτες των Helghast, με ιδρυτή και επικεφαλή το δικτάτορα Scholar Visari, έχουν βάλει στο στόχαστρο τον πλανήτη Γη.

Μοναδική ελπίδα σωτηρίας της ανθρωπότητας είναι οι δυνάμεις της ISA (Διαπλανητική Στρατηγική Συμμαχία), δηλαδή τη συμμαχία όλων σχεδόν των ανθρώπινων κυβερνήσεων, που ενωμένες προσπαθούν να καταρρίψουν τα σχέδια των σατανικών δικτατόρων. Ενώ στο πρώτο παιχνίδι οι Helghast επιτίθενται στην μεγαλύτερη αποικία της ISA, τον πλανήτη Vekta, στο δεύτερο Killzone είναι σειρά της ISA να εισβάλει και να καταλάβει το αρχηγείο των εχθρών, ακριβώς στην καρδιά του πλανήτη Helghan.

Μετά από υπεράνθρωπες προσπάθειες, μία μικρή ομάδα ειδικά εκπαιδευμένων στρατιωτών καταφέρνει να φτάσει στο παλάτι του Visari και τελικώς να τον σκοτώσει. Ωστόσο, διαπιστώνεται πως η Helghast έχουν ήδη ξεκινήσει τη μεγαλύτερη εισβολή της ιστορίας τους και κατευθύνονται, με ένα γιγάντιο και βαριά οπλισμένο στόλο, κατευθείαν προς τη Γη. Εκεί ακριβώς ξεκινούν και τα γεγονότα του Killzone 3. Οι παίκτες, για ακόμη μία φορά στο ρόλο του λοχία Thomas "Sev" Sevchenko, δέχονται σαφείς διαταγές να βρουν τρόπο να αποδράσουν από το σκοτεινό πλανήτη και να γυρίσουν πίσω στη Γη. Τα σχέδιά τους, όμως, είναι άλλα και θα κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να τα καταφέρουν.

{PAGE_BREAK}

Κάπου εδώ εντοπίζεται και το σημαντικότερο πρόβλημα, τόσο της σειράς, αλλά περισσότερου του τρίτου μέρους. Ενώ οι Ολλανδοί είχαν αρκετές ευκαιρίες να δώσουν ένα ενδιαφέρον σενάριο ή τουλάχιστον μία πλοκή που να κρατάει τον παίκτη σε αγωνία, τις πέταξαν στο κενό τη μία μετά την άλλη. Είναι φανερή, από τα πρώτα κιόλας λεπτά, η αδυναμία των δημιουργών στο να βρουν από που θα ξεκινήσουν να εξιστορούν τα γεγονότα του τρίτου μέρους. Αφού περάσουν αρκετές φορές μπροστά από την οθόνη μας φράσεις του τύπου "Έξι μήνες πριν", "Έξι μήνες μετά", η ιστορία περιπλέκεται τόσο που δεν είναι προς όφελός της. Στις έξι ώρες που διαρκεί το Single Player Campaign (παίξαμε στο Trooper, στο μεσαίο επίπεδο δυσκολίας) περιμέναμε να δούμε κάτι από την εισβολή των εχθρών, κάποια επική τελική μάχη, κάποιο μελαγχολικό τέλος, αλλά μάλλον μείναμε με την όρεξη. Τα cutscenes με τους ηγέτες των Helghast να "τρώγονται" μεταξύ τους ή η συγκλονιστική ερμηνεία του Malcolm McDowell ως Jorhan Stahl, προσπαθούν, αλλά δε σώζουν την κατάσταση. Απεναντίας, χιουμοριστικές "αμερικανικές" ατάκες από τους στρατιώτες των ISA, ισοπεδώνουν το όποιο δράμα προσπαθεί να αναπτυχθεί από το σενάριο.

Αυτό που μας έκανε αρνητική εντύπωση, είναι η απουσία αυτής της σκοτεινής και μουντής ατμόσφαιρας των τίτλων Killzone. Η απόμακρη, ψυχρή και αιμοβόρα αύρα που εξέπεμπαν οι τοποθεσίες, αλλά κυρίως οι Helghast, δυστυχώς δεν είναι παρούσα εδώ. Θα λέγαμε ότι το τρίτο μέρος έχει χάσει το χαρακτήρα, που με κόπο έχτισαν τα δύο πρώτα παιχνίδια. Σε στιγμές νιώθαμε ότι παίζαμε ένα "μετα-αποκαλυψιακό" Call of Duty, παρά το νέο Killzone. Και η ομοιότητα με τη σειρά Call of Duty επιβεβαιώνεται από διάφορες αποστολές, που καλύτερα θα ήταν να μην αποκαλυφθούν από το παρόν κείμενο.

Θάνατος στους κοκκινομάτηδες! – Gameplay

Οι αποστολές που θα κληθεί να ολοκληρώσει ο παίκτης δε διαφέρουν και πολύ από το δεύτερο Killzone. Πέρα μερικών λαμπρών εξαιρέσεων, αποστολές στο ύφος των "Κατέστρεψε το τάδε AA Gun" ή "Βρες τρόπο να διαφύγεις από το δείνα μέρος" θα μονοπωλήσουν το ενδιαφέρον κατά την ενασχόληση. Προς έκπληξή μας, το απολαυστικό και στιβαρό gameplay του Killzone 2, έχει βελτιωθεί ακόμη περισσότερο. Μετά από παράπονα πολλών παικτών για πολύ αργή κάμερα, η Guerrilla υπέκυψε και επιτάχυνε την κίνησή της και στους δύο άξονες.

Μπόνους δίνουμε στο γεγονός ότι, μέσα από το μενού επιλογών, μπορούμε να αλλάξουμε πολλές παραμέτρους του χειρισμού. Η κάλυψη με το L2 του χειριστηρίου συνεχίζει να υφίσταται, αν και όχι με την ίδια συχνότητα, ενώ η επιλογή της συνεχόμενης (Hold) ή της αλερετούρ (Toggle) κάλυψης, μας βγάζει από ενδεχόμενους μπελάδες. Περιμέναμε περισσότερα από την εφαρμογή του Sixaxis, που πολύ όμορφα χρησιμοποιήθηκε στο προηγούμενο παιχνίδι, αλλά παρέμεινε στα ίδια και λιγότερα καθήκοντα και στο τρίτο μέρος.

Αυτό που κάνει τα Killzone να ξεχωρίζουν από πολλά παιχνίδια βολών πρώτου προσώπου είναι η ρεαλιστική αίσθηση των όπλων κατά την πυροδότηση. Στο Killzone 3 αυτή η αίσθηση έγινε ακόμη καλύτερη, ακόμη πιο απολαυστική. Ο παίκτης αντιλαμβάνεται ότι κρατάει ένα όπλο που είναι σε θέση να διαπεράσει τις ενισχυμένες πανοπλίες των Helghast. Το κλώτσημα του πυροβολισμού, που διαφέρει από όπλο σε όπλο, καθώς και ο ρεαλιστικός/ εκκωφαντικός ήχος τους, μοιράζουν σιγουριά και…χαμόγελα στους χειριστές τους. Αδιαμφισβήτητα, σε αυτόν τον τομέα το Killzone 3 δίνει ρέστα.

Και με τις νέες προσθήκες στο οπλοστάσιο του παιχνιδιού, ο παίκτης θα κάνει πάρτι στις σάρκες των "κοκκινομάτιδων" αντιπάλων του. Δε μπορεί να μη γίνει λόγος για τις βίαιες εκτελέσεις όταν βρισκόμαστε τετ-α-τετ με κάποιον άμοιρο Helghast, που είτε θα του βγάλουμε με μένος τα μάτια με τα δάχτυλα, είτε με το θαυματουργό και πάντα σε επιφυλακή "μαχαιράκι" -που πλέον δεν υπάρχει ως επιλογή στο σταυρόνημα των όπλων και επιστρατεύεται μόνο κατά το Brutal Melee.

Ένα μεγάλο μέρος της εξάωρης διάρκειας του campaign, θα δαπανηθεί σε "on-rail" σκηνές, αφού στο Killzone 3 ο παίκτης θα χειριστεί -έστω και για ελάχιστα δευτερόλεπτα- από γιγάντια mechs, miniguns σε εξελιγμένα ελικόπτερα και άρματα, μέχρι jet-packs πάνω από παγωμένες θάλασσες. Κάποιες από αυτές τις σκηνές παρουσιάζουν ενδιαφέρον και δίνουν μία διαφορετική νότα δράσης, ενώ κάποιες άλλες θα προτιμούσαμε να μην τις είχαμε δει καθόλου, μιας και είναι φανερό ότι ενσωματώθηκαν απλά και μόνο για να χαρίσουν ποικιλία στο gameplay.

{PAGE_BREAK}

Χορεύοντας με τους Helghast – Move

Το Killzone 3 είναι το πρώτο, υψηλού budget first-person shooter που εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες του Move, του νέου motion controller της Sony. Οι παίκτες που έχουν στην κατοχή τους το περιφερειακό, με μία σύντομη βαθμονόμηση (calibration) θα μπορούν να παίξουν τον τίτλο εξ ολοκλήρου με το Move και το Sub Controller, αφήνοντας στην άκρη το DualShock 3. Αν και οι επιλογές που δίνονται μέσα από το ειδικό και πλούσιο μενού, καταφέρνουν να θέσουν το χειρισμό ακριβώς στα μέτρα του εκάστοτε παίκτη, θεωρούμε πως μετά από λίγα λεπτά ενασχόλησης δεν υπάρχει κανένας λόγος να συνεχίσει κάποιος να "παιδεύεται", αφού η ακρίβεια του DualShock 3 δεν μπορεί να επιτευχθεί -ακόμη- με το Move. Αξίζει να σημειωθεί, πως με τις απαραίτητες παραμετροποιήσεις στο χειρισμό, πειράζοντας τις ευαισθησίες και τα πεδία "dead zone" -το νοητό τετράγωνο που καθορίζει το πότε θα αρχίσει να κινείται η κάμερα κατά τη κίνηση του Move- και "deadlock" σε μία κλίμακα επί τις εκατό, το παιχνίδι γίνεται αρκετά πιο εύκολο, με τον παίκτη να βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση. Πιο συγκεκριμένα, ο παίκτης είναι ανθεκτικότερος στα εχθρικά πυρά, αλλά μπορεί να βρίσκει το στόχο του με περισσότερη ακρίβεια. Επί παραδείγματι, αν μία σφαίρα έπρεπε να περάσει λίγο δίπλα από το κεφάλι του αντιπάλου υπό συνθήκες DualShock 3, παίζοντας με το Move, θα ληφθεί ως headshot.

Σαγόνια στο πάτωμα – Τεχνικός τομέας

Το να ξεπεραστεί ο οπτικός τομέας του Killzone 2 θα ήταν ένα ακόμη επίτευγμα από τους Ολλανδούς. Κι όμως, το Killzone 3 είναι πιο όμορφο και πιο λεπτομερές από τον προκάτοχό του. Διατηρώντας την ίδια, αλλά βελτιωμένη μηχανή γραφικών, το τρίτο μέρος της σειράς θα πρέπει να θεωρείται ως ένα από τα πιο προηγμένα τεχνολογικά παιχνίδια του 21ου αιώνα. Υψηλότατης ευκρίνειας υφές σε όπλα και χαρακτήρες, απέραντο draw distance, εκθαμβωτικά εφέ φωτισμού, ρεαλιστικό animation σε όλα σχεδόν τα μοντέλα, καθώς και λεπτομερέστατα περιβάλλοντα, συνθέτουν ένα απίστευτα εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Αρκετά πιο έξυπνη βρήκαμε την τεχνητή νοημοσύνη των αντιπάλων (A.I.) που πλέον διαισθάνονται πιο γρήγορα τον κίνδυνο όταν τους στοχεύουμε και τρέχουν προς την κοντινότερη κάλυψη ή πετούν πολύ πιο αποτελεσματικά τις χειροβομβίδες τους, κάνοντας τη ζωή των παικτών πραγματικό μαρτύριο. Και όλα αυτά σε ένα σταθερά υψηλό ρυθμό ανανέωσης των καρέ της οθόνης, χωρίς πτώσεις και κολλήματα.

Δυστυχώς, πέρα από μερικές "φρέσκες" τοποθεσίες, όπως η πολύχρωμη ζούγκλα του Helghan, ή οι παγωμένοι, κάτασπροι ωκεανοί του πλανήτη, τα περιβάλλοντα επαναλαμβάνονται επικίνδυνα. Καφετί συντρίμμια, γκρεμισμένες γκρίζες γέφυρες, χωματερές υπό το ρόλο νεκροταφείου οχημάτων και κοκκινωποί ουρανοί, είναι το σύνηθες σκηνικό. Ίσως περισσότερη ποικιλία στα περιβάλλοντα να ήταν πολύ πιο ευπρόσδεκτη απ’ όσο νομίζουμε, αφού τα προαναφερθέντα τα έχουμε "χιλιοδεί" στα προηγούμενα Killzone.

Killzone 3…D

Όντας ένας από τους πρώτους τίτλους που ενσωματώνουν τη 3D τεχνολογία του PlayStation 3, το νέο Killzone δείχνει ακόμη πιο τέλειο στις τρεις διαστάσεις. Καταφέραμε και το δοκιμάσαμε στη Samsung 55" LED C8000 και ακόμη προσπαθούμε να πιστέψουμε στα μάτια μας. Η δράση από την 3D προοπτική παίρνει άλλη τροπή, ενώ τα particle effects βρίσκουν τον πραγματικό λόγο ύπαρξης. Δε γνωρίζουμε αν αξίζει η επένδυση, αλλά το σίγουρο είναι ότι όποιοι έχουν τηλεοράσεις που υποστηρίζουν τεχνολογία 3D, παρακαλούνται να φορέσουν τα γυαλιά τους…και θα δουν.

Το "βλέπω" είναι σχεδόν άριστο στο Killzone 3, αλλά το "ακούω" έχει αρκετά θέματα. Αν και υψηλής ποιότητας, ο ήχος αντιμετωπίζει προβλήματα κατά τη μίξη του. Ένα σημαντικό λάθος που έκαναν οι Ολλανδοί -ευτυχώς διορθώνεται μέσα από το μενού επιλογών- είναι το ότι έδωσαν περισσότερη ένταση στις φωνές των χαρακτήρων (κοινώς στις ομιλίες) με αποτέλεσμα να ξεχωρίζουν έντονα από τα υπόλοιπα ηχητικά εφέ. Γι’ αυτό το λόγο προτείνεται η μείωση του ποσοστού της έντασης των ομιλιών, από το 100% που βρίσκεται εξ ορισμού, στο 70-80%. Παιρνώντας στα του πενταγράμμου, η μουσική, εκτός του εκπληκτικού κεντρικού θέματος με τα μελαγχολικά βιολιά που ακούγεται στην εισαγωγή, περισσότερο συμπληρώνει, παρά κορυφώνει τη δράση.

{PAGE_BREAK}

Το βρήκα! Είμαι multiplayer!

Ας είμαστε όμως ρεαλιστές. Όσο και να μην θέλουν κάποιοι να το πιστέψουν, ανάμεσά τους και ο γράφων, εκεί που λάμπει το Killzone 3 είναι στο multiplayer. Η Guerrilla διδάχτηκε από μεγάλες σχολές της κατηγορίας και παίρνοντας υλικά από τίτλους όπως το Call of Duty, το Team Fortress, το Battlefield κ.α. κατάφερε να μαγειρέψει ένα νοστιμότατο και καλοσερβιρισμένο multiplayer γεύμα, που κάνει ακόμη και τους πιο μοναχικούς παίκτες να μπουν στον πειρασμό. Οι παίκτες, ανάλογα με τις επιδόσεις τους κερδίζουν πόντους εμπειρίας που εξαργυρώνουν στις πέντε διαθέσιμες κλάσεις: Infiltrator, Engineer, Tactician, Field Medic και Marksman. Υπάρχουν τρία διαφορετικά multiplayer modes, που μπορούν να παιχτούν τόσο σε online περιβάλλον (με ανθρώπινους αντιπάλους), όσο και τοπικά (Botzone, το αντίστοιχο Skirmish του Killzone 2).

Το πρώτο και καλύτερο mode είναι το Operations, κατά το οποίο οι ομάδες των ISA και των Helghasts μάχονται για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Κατά τον πρώτο γύρο, οι ISA παίζουν επιθετικά και οι Helghasts αμυντικά, κάτι το οποίο εναλλάσσεται ανάμεσα στους γύρους. Για παράδειγμα, η ομάδα που βρίσκεται στην επίθεση, θα πρέπει να τοποθετήσει εκρηκτικά σε μία πόρτα και η ομάδα που αμύνεται έχει ως στόχο να σταματήσει του επιτιθέμενους. Μόλις επιτύχει κάποια από τις δύο ομάδες, παίζει ένα cut-scene με τους παίκτες που ξεχώρισαν κατά την προηγούμενη κίνηση, κάτι που επιβραβεύει τις προσπάθειές τους, κάνοντάς τους να νιώθουν ότι οι κόποι τους αναγνωρίζονται, τόσο από το ίδιο το παιχνίδι, όσο και από τους ηττημένους -που και αυτοί βλέπουν το βίντεο.

{VIDEO_1}

Το δεύτερο είναι το Warzone, το οποίο ήρθε αυτούσιο από το Killzone 2 και αφορά παιχνίδι τύπου "capture the flag", "waypoint control" και "team deathmatch". Το θετικό σε αυτό το mode είναι ότι το match ανανεώνεται συνεχώς χωρίς να στέλνει τους παίκτες πίσω στο lobby μετά το πέρας των αποστολών. Τη μαγική τριάδα των modes, συμπληρώνει το Guerrilla Warfare, το κλασσικό πλέον team deathmatch, κατά το οποίο οι αντίπαλες ομάδες πρέπει να αλληλοσκοτωθούν ώστε να φτάσουν τον εκάστοτε αριθμό kills που απαιτούνται, πριν το χρονόμετρο φτάσει στο μηδέν. Και μιας και μιλάμε για multiplayer, δεν μπορούμε να μην παραπονεθούμε για το συνεργατικό παιχνίδι (co-op), που ενώ δίνεται απλόχερα σε τοπικό επίπεδο (split screen) για ολόκληρο το Single Player Campaign, δεν υπάρχει δυνατότητα διαδικτυακού παιχνιδιού. Όσο και να σπάσαμε το κεφάλι μας, δεν μπορέσαμε να ανακαλύψουμε το λόγο που λείπει το online co-op από ένα παιχνίδι, που όχι μόνο εστιάζει στο multiplayer, αλλά το έχει διαθέσιμο σε τοπικό περιβάλλον.

Συνοψίζοντας

Αν θα πρέπει να περιγράψουμε το Killzone 3 σε δύο προτάσεις, αυτές θα ήταν: "Καλό, αλλά μικρό και όχι συγκλονιστικό Single Player Campaign. Κορυφαίο και εθιστικό Multiplayer". Κακά τα ψέματα, το τέλος της τριλογίας -που όπως όλα δείχνουν θα έχει και συνέχεια- δεν είναι αυτό που πολλοί περιμέναμε. Ωστόσο δεν παύει να είναι ένας εξαιρετικός, υψηλών προδιαγραφών τίτλος, που εκτός από ανεπανάληπτο οπτικό τομέα, παρέχει και ατελείωτες ώρες μοναδικής multiplayer εμπειρίας στους servers της Guerrilla. Δεν κρύβουμε την απογοήτευσή μας για τη "στροφή" που πήρε η σειρά προς τα multiplayer μονοπάτια -όσο καλά και αν είναι αυτά- αφού ουκ ολίγες φορές έχουμε φανερώσει την αδυναμία μας προς το μοναχικό παιχνίδι. "Το προστάζουν οι καιροί" θα πουν ορισμένοι "δεν υπήρχαν ανθεκτικά σεναριακά θεμέλια για κορύφωση του campaign" θα πουν άλλοι. Και οι δύο πιθανότατα θα έχουν δίκιο.

Το θέμα είναι ότι όσοι αγαπούν τη σειρά και την κατηγορία γενικότερα, θα πρέπει οπωσδήποτε να ρίξουν μια ματιά στη νέα προσπάθεια της "Μικρής Ολλανδέζας" του μέσου…

Σάκης Καρπάς

BraVeHeart
BraVeHeart
Άρθρα: 951

Υποβολή απάντησης