Το Bar στην Άκρη του Σύμπαντος (και λίγο πιο κοντά…)

Ωδή εις τον Μαχόμενο στον Αγώνα της Καθημερινότητας Έλλην Gamer (ή, αλλιώς, μεγάλες στιγμές του gaming)

Ωδή εις τον Μαχόμενο στον Αγώνα της Καθημερινότητας Έλλην Gamer (ή, αλλιώς, μεγάλες στιγμές του gaming)

«Εμπρός;»
«Έλα, τι γίνεται;»
«Τι να γίνεται… Το κεφάλι μου πάει να σπάσει, 12 ώρες στο γραφείο και συνεχίζουμε και αύριο “γιατί δεν προλαβαίνουμε τις προθεσμίες” που λέει και ο αχώνευτος… Εσύ»
«Τα ίδια και χειρότερα… Και η μάνα μου να φωνάζει πώς πρέπει κάτι να γίνει και να ζητήσω αύξηση. «Τι αύξηση ρε μάνα» της λέω «που αυτοί σε λίγο θα κάνουν μείωση. Και που να ακούσεις και για το φιλαράκι σου που άρχισε να μου λέει ότι δε γουστάρει άλλο, και θα τα παρατήσει όλα, και βαρέθηκε, και η φίλη του τη σπάει και θα σηκωθεί να φύγει.»
«Σοβαρά μιλάς; Βρε τον χαμένο. Μία σοβαρή κοπέλα βρήκε κι αυτός και θα δώσει μια και θα τα γκρεμίσει όλα… Να σου πω… Ξέρεις τι σηκώνει αυτό»
«Μόνο ξέρω; Στο μυαλό μου είσαι.»
«Που είσαι… Να πω και σε εκείνον τον μυστήριο το γείτονά μου; Καλό παιδί είναι μωρέ αλλά είναι λίγο μουντρούχος και δεν έχει πολλά πάρε δώσε με τον κόσμο. Ξέρεις, όλο με τους υπολογιστές, τα ψιψιψίνια και τα κοκοκόψαρα είναι ο κακομοίρης.»
«Εννοείς, αυτόν με τα iPad, ΜiPad και τα τοιαύτα… Και δεν του λες; Όλοι οι καλοί χωράνε»

Λίγη ώρα μετά, η παρέα καθόταν στο μπαρ, και ο καθένας βολευόταν για πάρτη του.
«Θα παραγγείλετε παιδιά;» ρώτησε ο μπάρμαν.
«Όχι ακόμα! Περιμένουμε κι άλλους»

Mass Effect – Ilos

O Shepard κοίταξε προβληματισμένος προς το μέρος της Liara. Αυτή τον κοίταξε με την ίδια ακριβώς ανησυχία ζωγραφισμένη στο βλέμμα της. Λίγο πιο πίσω ο Garrus ακουμπούσε με την πλάτη στο βράχο και παρόλο που ο Shepard ήταν βέβαιος ότι ο πράκτορας της C Sec βρισκόταν σε απόλυτη εγρήγορση, τίποτα στη στάση του δεν προμήνυε μπελάδες. Και ο Shep, είχε εμπιστοσύνη σε αυτόν το στριφνό τύπο. Όπως και να είχε το πράγμα, δεν υπήρχαν περιθώρια εφησυχασμού. Ο Hackett είχε κάνει λόγο για ένα σήμα κινδύνου χωρίς περισσότερες πληροφορίες. Και μέχρι τώρα τα σήματα κινδύνου του Hackett σήμαιναν ή παράνομα πειράματα του Cerberus, ή κρυμμένα Thresher Maws. Kαι για κανένα από αυτά δεν είχε όρεξη αυτή τη στιγμή ο κυβερνήτης του Normandy.

O Joker τους είχε αφήσει σε ένα σημείο από το οποίο μπόρεσαν και απέκτησαν πρόσβαση σε έναν ανοικτό θύλακο εγκλωβισμένο μέσα σε κατακόρυφα και κάθιδρα από την υγρασία βράχια, που έβρισκαν διέξοδο (σύμφωνα με τα ολογράμματα) σε μία μικρή κοιλάδα φτωχή σε βλάστηση και με ελάχιστες δυνατότητες κάλυψης. Στο στόμιο αυτής της κοιλάδας βρισκόταν τώρα η ομάδα, και ο επικεφαλής κοιτούσε την έρημη έκταση που απλωνόταν μπροστά τους.
“Χωρίς το Mako, είναι 50 λεπτά δρόμος μέχρι την πηγή του σήματος. Όλο επίπεδο, και 300 μέτρα ήπια ανάβαση», είπε ο Shepard.
«Και γιατί δεν ξεκινάμε αμέσως;» αναρωτήθηκε φωναχτά ο Garrus.
Έφτασαν χωρίς προβλήματα στο χείλος του μικρού γκρεμού και κοιτάχτηκαν. Υπήρχαν πιασίματα ώστε σε 10 λεπτά να είναι στην κορυφή του.
Στο μέσο της ανάβασης, ο Shepard κοντοστάθηκε.
«Τι είναι;» ρώτησε η Liara.
Ο Shepard γύρισε και την κοίταξε με ένα μεγάλο ερωτηματικό ζωγραφισμένο πάνω από το κεφάλι του. Ήταν τρελό, αλλά εδώ, σε έναν μικρό πλανήτη του συστήματος Amazon, στο μακρινό Voyager Cluster, στην άκρη ενός γκρεμού, ακουγόταν φωνές, γέλια και …μουσική!

Αν οι δημιουργοί του Mass Effect θέλησαν να προσδώσουν στον Ilos το χαρακτήρα της πλέον απόκοσμης και μυστικιστικής τοποθεσίας που συνδέεται άμεσα με τη γνώση του Σύμπαντος και την κατανόηση της Γένεσής του, το πέτυχαν και με το παραπάνω. Το Mass Effect 2, είναι κατά κράτος καλύτερο παιχνίδι από τον προκάτοχό του, αλλά η ατμόσφαιρα και το συναίσθημα που κυριεύει τον παίκτη κατά την αποστολή στον Ilos, είναι με μία και μόνο λέξη, αξεπέραστα. Ο παίκτης πραγματικά νιώθει ότι έχει μεταφερθεί στην πλέον απόκρυφη και μυστικιστική μεριά του Σύμπαντος, και πλοηγούμενος από την παρέα του Shepard μέσα από τα Κθουλικά ερείπια των Protheans και τις Κυκλώπειες κατασκευές των κρυογενετικών θαλάμων, γίνεται ένα με την Απώτατη Γνώση που αποκτά για τον Κύκλο Θανάτου του Σύμπαντος μέσα στο οποίο ζει τη λιλιπούτια ζωή του. Η μουσική (Jean Michel Jarre on amphetamines) προσθέτει τα μέγιστα και συμβάλλει καθοριστικά στη δημιουργία αυτού του ασύλληπτου κλίματος, καθιστώντας την αποστολή στον Ilos, ένα επίτευγμα συνδυασμού πολλών Τεχνών.

{PAGE_BREAK}

Red Dead Redemption – Ending

Ο John, καθάρισε με προσοχή το αίμα από το μαχαίρι του. Είχε γδάρει με φροντίδα και τον τρίτο λαγό και τώρα το στομάχι του διαμαρτυρόταν ακόμα πιο έντονα. Είχε τρείς μέρες να φάει της προκοπής και τώρα δεν έβλεπε την ώρα να βυθίσει τα δόντια του στην τρυφερή καλοψημένη σάρκα του κυνηγιού. Αυτό το μέρος κοντά στο Rio Grande, ήταν πλούσια σε θηράματα αλλά και σε κινδύνους περιοχή. Αλλά σε αυτό το σημείο που είχε βολευτεί ο John, στο Hendidura Grande νότια από το μοναστήρι των Las Hermanes, ένιωθε ασφαλής. Είχε καλό οπτικό πεδίο, και βρισκόταν σε ύψος. Το τελευταίο cougar που κυκλοφορούσε το είχε τακτοποιήσει μια βδομάδα πριν, λίγες μόνο ώρες προτού αντιμετωπίσει μία μεγάλη ομάδα από τους άντρες του De Santa. Kαι ήταν σε εκείνη τη μάχη όπου κέρδισε την καρδιά της Luisa που σήμερα, αργά το βράδυ, τον περίμενε στην περιοχή νότια του El Matadero. Ο John δεν είχε ξαναβρεθεί σε εκείνη την περιοχή, αλλά ήξερε ότι ήταν ασφαλής αφού οι αντάρτες περιφρουρούσαν τα πέριξ του χωριού σημεία. Ο cowboy άναψε τη φωτιά, κάθισε ακουμπώντας στη σέλα, και χαμογέλασε…

Τέσσερις ώρες μετά και μέσα σε πυκνό σκοτάδι αφού το φεγγάρι δε θα έβγαινε τσάρκα σήμερα, ο Marston συνειδητοποίησε, μέσα σε πνιχτές βλαστήμιες προς τον εαυτό του, ότι χάθηκε. Τα φώτα από το Matadero είχαν πάψει προ πολλού να τον βοηθούν και τώρα, μόνος του οδηγός ανάμεσα στα βράχια, τη χαμηλή βλάστηση και στη λογής λογής πανίδα της περιοχής που έκοβε βόλτες ανάμεσα στα πόδια του ωσάν να μην ήταν εκεί, ήταν η διαίσθησή του. 20 μέτρα πιο κάτω, πάτησε σε κάτι περίεργο, και τη στιγμή που κατάλαβε ότι είχε πατήσει ένα αρμαδίλο, έχασε την ισορροπία του και κύλησε σε μία απότομη πλαγιά που ευτυχώς δεν ήταν πολύ ψηλή. Ασθμαίνοντας βαριά και πιάνοντας την πλάτη του, ανασηκώθηκε βρίζοντας και έψαξε στα τυφλά για το καπέλο του. Και τότε είδε αυτό που από μακριά φάνηκε σαν μια μεγάλη σκιά, σαν ένα μεγάλο σπίτι και από μέσα του φάνηκε ότι έβγαινε ένα θαμπό φώς.

«Λες;» αναρωτήθηκε, και ξεσκονίζοντας το παντελόνι του, άρχισε να περπατάει προς το κτίσμα.

Τίποτα, μα τίποτα δεν προϊδεάζει στο επικό διαστάσεων παιχνίδι της Rockstar σχετικά με το (όχι και τόσο) τέλος του παιχνιδιού. Έχουμε πει πολλές φορές στον εαυτό μας ή στην παρέα μας πόσο πολύ μας άρεσε το τέλος ενός παιχνιδιού. Αλλά πόσες φορές έχουμε καθίσει κοιτώντας την οθόνη μη συνειδητοποιώντας τι ακριβώς έχουμε παρακολουθήσει, πού ακριβώς μας έστειλαν οι δημιουργοί του παιχνιδιού, και πόσο ανέτρεψαν αυτά που είχαμε χτίσει στο μυαλό μας; Στο Red Dead Redemption, η Rockstar, μας χάρισε ένα εκπληκτικό παιχνίδι που καθόλη την πορεία του, χωρίς να επιτυγχάνει κάτι εξωγήινο, αλλά απογειώνοντας την φόρμουλα του GTA μέσα από ένα Sergio Leone φίλτρο, έχτιζε ένα οικοδόμημα που στο τέλος γκρεμίζει μέν αλλά και αποθεώνει ταυτόχρονα με μία απόλυτα κινηματογραφική σκηνή, που θέτει υπό αμφισβήτηση το controller που κρατάμε στα χέρια μας. Και το θέτει υπό αίρεση διότι αναρωτιόμαστε αν αυτό που κρατάμε είναι χειριστήριο ή κάποιος κινηματογραφικός προβολέας των 8 1/2 mm σε μια μικρή κινηματογραφική αίθουσα κάπου στη δεκαετία του ’60. Ξέρετε, εκεί που δεν είχαν HD, DTS, 3D και λοιπά καλούδια. Είχαν όμως ψυχή, και πολλούς τόνους έμπνευσης.

{PAGE_BREAK}

Okami

Η Amaterasu κοιμόταν ήσυχα κάτω από τις ανθισμένες κερασιές στο λόφο πάνω από το χωριό Kamiki. Κουρνιασμένος στη γούνα της κοιμόταν του καλού καιρού και ο καλλιτέχνης Issun. Είχαν περάσει μία κουραστική μέρα βοηθώντας στην παραγωγή sake για την γιορτή που ερχόταν σε λίγες ώρες. Από μακριά ακούστηκε ο Susano να φωνάζει και ο Issun μισοξύπνησε.
“Σήκω γουνόμπαλα, κάτι έπαθε πάλι αυτός ο ξιπασμένος» είπε στο αυτί της Amaterasu και άρχισε να χοροπηδά ενοχλημένος προς τη λιμνούλα με το κρυστάλλινο νερό. Η Αmaterasu ανασηκώθηκε και χασμουρήθηκε. Κρίμα, και την είχαν ξυπνήσει από ένα πολύ ήρεμο απογευματινό υπνάκο. Τι να ήθελε ο ψευτοπαλικαράς; Ο Susano έφτασε στην κορυφή του λόφου ξεφυσώντας και ιδροκοπώντας και με πολύ δυσκολία έβγαλε μια λέξη από το στόμα του. «Οrochi!». «Πάλι μπεκρόπινες ενοχλητικέ!» του έβαλε τις φωνές ο Issun χοροπηδώντας εκνευρισμένος. «Τι όνειρα έβλεπες πάλι;». Ο αλαφιασμένος από το απότομο ξύπνημα Susano, κοίταξε με απορία, και κούνησε το κεφάλι με κατανόηση. «Όνειρο ήταν!» συμφώνησε. Και το σχέδιο που χαράχτηκε στο μυαλό μου, όνειρο θα ήταν».

Η Amaterasu τον κοίταξε με απορία και γρύλισε προβληματισμένη. «Σχέδιο, τι σχέδιο;» ρώτησε ο μεγάλος καλλιτέχνης Issun.«Να!» έδειξε με το δάχτυλο ο Susano και η Amaterasu έβγαλε το Ουράνιο Πινέλο, και παρότι το σχέδιο δεν το υπαγόρευε κάποια θεότητα, σχεδίασε το περίεργο ιδεόγραμμα. Στιγμές μετά, μία πύλη εμφανίστηκε μπροστά στην εμβρόντητη παρέα, και ενώ ο αλαφιασμένος Susano έπαιρνε τον κατήφορο ουρλιάζοντας από φόβο, ο Issun είπε προς το Λευκό Λύκο: «Τι λες Ammy; Πάμε να ρίξουμε μια ματιά; Έχουμε σκουριάσει τόσο καιρό στο Kamiki. Η Amaterasu γαύγισε με προσμονή, και μαζί πέρασαν την πύλη…
…και βρέθηκαν μπροστά σε ένα…φωτισμένο κτήριο; Ένα κτήριο στη μέση του πουθενά με φωνές και μουσική να βγαίνουν από μέσα.

Με δεδομένο ότι ΟΛΟ το Okami είναι από τα πλέον αριστουργηματικά παιχνίδια που κυκλοφόρησαν ποτέ, ένα παράδειγμα προς μίμηση για το πώς μία πλούσια παράδοση όπως της Ιαπωνίας ενσαρκώνεται αρμονικά σε ένα άκρως διασκεδαστικό και πλούσιο gameplay, η σπουδαιότερη στιγμή του παιχνιδιού είναι αναμφισβήτητα η στιγμή που συνειδητοποιούμε ότι αυτό που θεωρούσαμε ως τέλος του παιχνιδιού, δεν είναι παρά η μέση του, με ένα ακόμα, μεγαλύτερο κομμάτι να ανοίγει από τη στιγμή που κατατροπώνουμε τον Δαίμονα Orochi. Το συναίσθημα πληρότητας που προσφέρει αυτή η συγκεκριμένη φάση είναι τέτοιο που ο παίκτης θεωρεί ότι ξεκινά ένα ανεξάρτητο καινούργιο παιχνίδι από την αρχή. Και με αυτονόητο το γεγονός ότι το άλλο μισό είναι εξίσου πλήρης και ανταποδοτική εμπειρία όπως και το πρώτο μισό, η στιγμή της συνειδητοποίησης ότι έχουμε άλλο τόσο παιχνίδι μπροστά μας, μένει χαραγμένη στο μυαλό μας!

{PAGE_BREAK}

Halo 3 – "Wake me when you need me…"

Λίγα χιλιόμετρα έξω από τη New Mombasa, τρεις στρατιώτες περπατούν μέσα στα αποκαΐδια και στα συντρίμμια ενός πεδίου μάχης. Μιας μάχης που κόστισε πολλές ζωές Covenant και ανθρώπων. Καθώς το δειλινό αφήνει τη θέση του στην έναστρη νύχτα, ο πρώτος στρατιώτης, κοντοστέκεται και κοιτάει κάτω από ένα διαλυμένο Pelican. Αντιλαμβάνεται κίνηση και φωνάζει στους άλλους δύο. «Ελάτε, νομίζω ότι τον βρήκα»
«Δε χάθηκα ποτέ για να με βρεις εσύ» απαντά στωικά ο Master Chief και μετακινεί ένα τεράστιο κομμάτι μέταλλο που τον καθηλώνει στο έδαφος. «Παρόλα αυτά, μπορείς ακόμα να βοηθήσεις» λέει στον στρατιώτη που ήδη έχει αρπάξει τη μία άκρη της βαριάς λαμαρίνας και αγκομαχά. Μετά από ελάχιστη προσπάθεια καταφέρνουν και τη μετακινούν οπότε και ο Master Chief σηκώνεται με άνεση. «Ήταν ενέδρα. Και ήταν πολύ περισσότεροι» ψιθυρίζει σαν να μονολογά. «Από πού βγήκαν Master Chief» ρωτάει ένας από τους τρεις, ο λοχίας της ομάδας. Ο Master Chief κάνει νόημα προς μια κατεύθυνση στο βάθος της χαράδρας που ορθώνεται πάνω από τις δυτικές αφρικανικές πεδιάδες της New Mombasa.
«Και σίγουρα θα είναι και άλλοι. Προχωράμε»
«Αρχηγέ, μήπως να καλούσαμε ενισχύσεις;» ρωτάει ανήσυχος ο δεύτερος στρατιώτης.
«Κάντε το. Εγώ θα προχωρήσω προς το φαράγγι» απαντά ο Master Chief. «Και επειδή όλος ο εξοπλισμός καταστράφηκε στη μάχη… χρειάζομαι ένα όπλο!»
Δευτερόλεπτα μετά, ο Master Chief κινείται με ταχύτητα προς τη σκοτεινή θεόρατη σχισμή στα βράχια και η τριμελής ομάδα, ανακουφισμένοι που δεν ακολούθησαν προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τη βάση.

Το Halo 3 ήταν η κινητήρια δύναμη του 360, σε μια περίοδο που η τρέλα του Call of Duty δεν είχε ακόμα κατακλείσει την gaming οικουμένη. Kαι παρά τα υμνολόγια, κατακρίθηκε και αρκετά, για επιλογές που έγιναν και δεν άρμοζαν σε έναν τίτλο του βεληνεκούς του Halo. Για κάτι όμως που δε μπορεί να κατηγορηθεί ή να αγνοηθεί ο τίτλος είναι το απύθμενο βάθος που έχει το σύμπαν του Halo, Και προς τον εμπλουτισμό του οποίου, το Halo 3 προσέφερε τα μέγιστα δυνατά. Και εκεί, στην κορύφωση της σεναριακής και μυθοπλαστικής συνδρομής, η Bungie αποφασίζει να προσφέρει ένα scripted τέλος, χωρίς boss fights και εχθρούς αλλά με μια μεγαλειώδη Έξοδο του Master Chief και του Arbiter, από το καταρρέον Halo, που αυτοκαταστρέφεται. Η πυρετώδης αλληλουχία εκρηκτικών συμβάντων, η ταχύτητα των σκηνών, η ένταση της προσπάθειας να κρατήσουμε το όχημα στο δρόμο του και η οργιώδης συμφωνική μουσική – σήμα κατατεθέν του τίτλου, καθιστούν τη σκηνή ακόμα πιο απολαυστική όταν παρακολουθείς έναν τρίτο να παίζει. Και η ροή των γεγονότων, οδηγεί σε μία δραματική διάσωση, και μία συγκινητική σεκάνς απόδοσης τιμών σε αυτούς που πάλεψαν, πολέμησαν, και Έπεσαν. Αυτοί όμως που είχαν το κουράγιο να τελειώσουν το παιχνίδι στο Legendary επίπεδο δυσκολίας (ή αυτοί που …κρυφοκοίταξαν στο internet) είχαν το προνόμιο να δουν την τελική σκηνή, που ακόμα και μετά το Halo Reach, στοιχειώνει τα όνειρα των οπαδών της σειράς. Καθώς τα συντρίμμια του σκάφους του ΜC πλησιάζει έναν άγνωστο πλανήτη η Cortana στέλνει ένα μήνυμα SOS και ο MC μπαίνει στo stasis pod.
«I’ll Miss You!»
«Wake Me When You Need Me…»


{PAGE_BREAK}

Lost Odyssey – A Thousand Years of Dreams…Plus One

O Κaim κοιμόταν. Κοιμόταν βαθιά μετά από πολύ καιρό ανήσυχων ύπνων. Κοιμόταν βαθιά και γαλήνια. Η Sarah ήταν ξαπλωμένη δίπλα του και τον παρατηρούσε με γλυκό βλέμμα. Και κατάλαβε πως ονειρευόταν. Ονειρευόταν μετά από πολύ καιρό…
Χίλια Χρόνια Όνειρα
Περπατούσε σε μια παγωμένη ακτή, ενώ ο αέρας και η βροχή λυσσομανούσαν και τα κύματα έσκαγαν με ορμή και σηκωνόταν μέχρι τον ψηλότερο βράχο. Ο Kaim κρύωνε και ήταν από πάνω μέχρι κάτω μουσκεμένος μέχρι το κόκκαλο. Και δεν έβλεπε πουθενά κοντά του καταφύγιο. Τύλιξε τα χέρια γύρω από το στήθος του έσκυψε μπροστά για να μη του χαράζει το αγιάζι το πρόσωπο και προχώρησε προσεκτικά. Ένα λάθος βήμα και θα βρισκόταν εκατό μέτρα χαμηλότερα πάνω σε κοφτερά σαν δόντια αρπακτικού βράχια.
Δεν το θυμόταν αυτό το μέρος. Δεν το θυμόταν. Όλα τα όνειρα, κάτι του θύμιζαν. Κάτι ξεκλείδωναν στο αθάνατο μυαλό του. Αλλά όχι αυτό. Όχι αυτό το όνειρο, όχι αυτό το μέρος.
Έσφιξε τα δόντια και συνέχισε να προχωρά σταθερά. Κάπου θα υπήρχε μία άκρη, μία διέξοδος. Πίστευε ότι όλα είχαν ξεκαθαρίσει στο μυαλό του, ότι είχε συμβιβαστεί με την αθάνατη φύση του και την υπεραιωνόβια ζωή που είχε χάσει στο σκοτεινό παρελθόν. Αλλά τέτοιες συγκυρίες τον τρόμαζαν, ακόμα τον φόβιζαν, και έσπερναν την αμφιβολία και τη σύγχυση στο μυαλό του.
Το μονοπάτι δίπλα στον γκρεμό συνεχιζόταν επ’ αόριστο και η ώρα περνούσε. Ούτε η καταιγίδα καταλάγιαζε ούτε το όνειρο ξεκαθάριζε. Ο Kaim, έψαξε απεγνωσμένα ένα στήριγμα και προσπάθησε να σκεφτεί κάτι οικείο και αγαπημένο. Και σε δευτερόλεπτα, φωτεινή και μυροβόλα, ήρθε μπροστά στα μάτια του η εικόνα της Sarah και των παιδιών. Χαμογέλασε βαθιά μέσα του, και μαγικά, η βροχή και ο αέρας σταμάτησε και ένα φεγγοβόλο φεγγάρι έλαμψε στον ουρανό. Ο Kaim κοντοστάθηκε για να συνέλθει και είδε πως ήταν ακριβώς στην άκρη του γκρεμού πολλές δεκάδες μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας. Και ακριβώς στο χείλος του γκρεμού, σαν να κρεμόταν πάνω από τη σκοτεινή Άβυσσο από κάτω της, μία μοναχική καλύβα με ένα ζεστό χαμηλό φως τον καλωσόριζε.
Ο Kaim έπρεπε οπωσδήποτε να θυμηθεί το μέρος και να ξεδιαλύνει το όνειρο. Και προχώρησε.

Είναι θεωρητικά και πρακτικά δύσκολο να κάνεις κάποιον να κατανοήσει πόσο περίεργο και συνάμα ισχυρό είναι να επιχειρείς να εισέλθεις σε ένα είδος παιχνιδιών που μέχρι πρότινος ήταν Terra Incognita, και αυτό να το κάνεις με το Lost Odyssey. Και όχι μονάχα αυτό, αλλά και σχετικά νωρίς στο παιχνίδι να έρχεσαι αντιμέτωπος με τη σκηνή του Θανάτου και της Επικήδειας Τελετής της κόρης του Αθάνατου Kaim, της Lirum. Μία σκηνή σκηνοθετημένη και στημένη αριστουργηματικά και με περίσσεια τεχνική, ευαισθησία και συναισθηματικότητα. Φοβούμενος ότι θα ακουστεί υπερβολικό, θα έλεγα ότι είναι ακόμα ακόμα και σοκαριστικό. Το controller αφήνεται στο πλάι και ο παίκτης αποφασίζει αν θα συνεχίσει αυτό το ταξίδι, ή αν θα το παρατήσει και βεβαίως θα βλάψει τον ίδιο του τον εαυτό. Μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να φανταστώ κάποιον που έφτασε σε αυτή τη σκηνή και δεν πόθησε να βιώσει αυτόν τον τίτλο στην ολότητά του.
 

{PAGE_BREAK}

God of War III – Opening Sequence

O στρατιώτης ανασήκωσε σιγά σιγά το βλέμμα του. Αντίκρισε ένα πεδίο σπαρμένο με μέλη, πτώματα, αίμα και σάρκα σε αποσύνθεση. Διαμελισμένα σώματα και άψυχα βλέμματα από κομμένα κεφάλια με χαραγμένο βαθιά τον απόλυτο τρόμο στο πρόσωπο, τον κοιτούσαν ακίνητα. Το μυαλό πάγωσε και το σώμα παρέλυσε. Δεν ακουγόταν και δεν κινούνταν τίποτα, παρά μόνο ατμοί που άχνιζαν από τα σκορπισμένα σπλάχνα που έβαφαν με δεκάδες άρρωστα χρώματα το έδαφος. Ξαναέκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να σιγοψιθυρίσει μία προσευχή, μία επίκληση στους ανίσχυρους πλέον Θεούς του που ένας ένας γκρεμοτσακιζόταν από τις κορυφές του Ολύμπου. Αλλά ούτε αυτό μπορούσε να κάνει. Δεν υπάκουε ούτε το πνεύμα ούτε το σώμα του. Με βία και πολύ προσπάθεια πετάρισε τα βλέφαρα του και μέσα από τα ματόκλαδα ξανακοίταξε τον αιματοβαμμένο καμβά πάνω στον οποίο βρισκόταν γονατισμένος εδώ και κάποια δευτερόλεπτα. Και τότε τον είδε.
Πλησίαζε αργά και σταθερά, σαν ένας αιματοβαμμένος Τιτάνας με ανθρώπινη μορφή. Μία πορφυρή μηχανή Θανάτου, ανελέητη και ασταμάτητη. Με σταθερό βήμα δρασκέλισε πάνω από έναν ξεκοιλιασμένο Κένταυρο και πλησίασε τον λυμένο στρατιώτη που αν δεν πέθαινε από τις Λεπίδες του Ημίθεου, θα πέθαινε σίγουρα από τον Τρόμο που είχε κυριεύσει την ύπαρξή του. Και τότε ο Kratos έσκυψε, κοίταξε με περιφρόνηση και ρώτησε με φωνή που σκόρπιζε Θάνατο και Χάος.
«Κάτι ρώτησα και δεν πήρα απάντηση. Και βλέπεις τι γίνεται όταν δεν παίρνω απάντηση…
Ξαναρωτάω λοιπόν… Από πού έρχεται αυτή η μουσική;»
Ο ημιθανής από το φόβο στρατιώτης, χωρίς να μετακινήσει το βλέμμα του, σήκωσε αντανακλαστικά το χέρι του και έδειξε προς την κατεύθυνση του μυστηριώδους κτηρίου που είχε ξεφυτρώσει από το πουθενά και καλύπτονταν από πυκνή ομίχλη. Λίγες στιγμές μετά τόλμησε να ανοίξει τα μάτια του και είδε τον Kratos να περπατάει προς τα εκεί που είχε δείξει, αφήνοντάς τον ανέπαφο. Και λιποθύμησε…

Η εναρκτήρια σκηνή του God of War 3 είναι η εντυπωσιακότερη εναρκτήρια σκηνή παιχνιδιού που έχουμε συναντήσει. Μπορεί να υπάρχουν σημαντικότερες, ατμοσφαιρικότερες, ουσιαστικότερες, πιο μεστές και πιο υποβλητικές, αλλά δεν υπάρχει καμία μα καμία εντυπωσιακότερη. Τόσο απλά, τόσο καθαρά και τόσο ξάστερα. Ακολουθώντας την ανάβαση των Τιτάνων στον Όλυμπο, δίνουμε μάχες πάνω στο σώμα της κινούμενης Γαίας με τον Ποσειδώνα, ενώ το σκηνικό τριγύρω μας συνεχώς μεταβάλλεται και περνά από σκηνές gameplay σε σκηνοθετημένες σεκανς που άνετα θα μπορούσαν να είναι κομμάτι ψηφιακής ταινίας υψηλής ποιότητας. Το χειριστήριο στα χέρια μας αμφιβάλλει για το πότε θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί και πότε όχι, κι εμείς αρχίζουμε να ανησυχούμε για το αν αντιμετωπίσουμε κάτι εντυπωσιακότερο στο υπόλοιπο παιχνίδι. Καταραμένη να είσαι εναρκτήρια σεκανς του God of War 3 που μου έσπειρες ζιζάνια για τις επόμενες ώρες!

{PAGE_BREAK}

Alan Wake – The Truth (?)

“Αlan! Ξύπνα!”

Η φωνή ακουγόταν επίμονη και ο Alan ήξερε ότι δεν ονειρευόταν. Τα όνειρα δεν είχαν θέση στην καλύβα στο βάθος της λίμνης. Και αυτή σίγουρα, δεν ήταν η φωνή του Tomas Zane. Ανασηκώθηκε διστακτικά. Κούνησε το κεφάλι για να συνέλθει. Δεν είχε ιδέα πόσες ώρες κοιμόταν. Δεν είχε και τόση σημασία. Στον πάτο της λίμνης ο χρόνος δεν είχε κανένα απολύτως νόημα. Θα μπορούσε να κοιμόταν από λίγα λεπτά έως χρόνια. Καμία διαφορά. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και κοίταξε έξω από το φινιστρίνι, πάνω από το γραφείο με τη γραφομηχανή που είχε πολύ καιρό (καιρό;) να χρησιμοποιηθεί. Ούτε φως, ούτε σκάφανδρα, ούτε μυστηριώδεις δύτες. Βγήκε από το δωμάτιο και κοίταξε απέναντι την ανοιχτή πόρτα. «Αlice» σκέφτηκε, και η πικρή γεύση ξαναήρθε στο στόμα του όπως κάθε φορά που σκεφτόταν τη γυναίκα του τα τελευταία δευτερόλεπτα, μέρες, χρόνια, δεκαετίες, ποιος ξέρει;
Κατέβηκε στον πρώτο όροφο και κατευθύνθηκε στην κουζίνα.

Ένα θερμός με ζεστό μαύρο καφέ φίλτρου τον περίμενε εκεί. Όπως πάντα. Χαμογέλασε πικρά και αυτοσερβιρίστηκε μια κούπα.
«Alan!»
Η κούπα του έφυγε από τα χέρια και έγινε θρύψαλα στο πάτωμα γεμίζοντας καφέ το χαλάκι. Δεν την ήξερε αυτή τη φωνή, δεν την γνώριζε. Αλλά του ήταν τόσο οικεία! Τόσο κοντινή. Πήγε προς το μπροστινή πόρτα και η ανάσα του κόπηκε. Ο βυθός της λίμνης όπου βρισκόταν παγιδευμένος εδώ και τόσα δευτερόλεπτα, μέρες, χρόνια, δεκαετίες, (ποιος ξέρει;) είχε δώσει τη θέση της σε μία ηλιόλουστη μέρα και ο Αlan ξεχύθηκε έξω σα μικρό παιδί. Η γέφυρα του νησιού ήταν στη θέση της, και στην άκρη του υπερυψωμένου parking στην κορυφή του φιδογυριστού μονοπατιού, είδε το αυτοκίνητό του! Ελάχιστα λεπτά (ήταν σίγουρα λεπτά;) μετά, καθόταν στη θέση του οδηγού και τα λάστιχα σπινιάριζαν λυσσαλέα με την όπισθεν.
Ο Alan ήξερε πως δεν έτρεχε να γλυτώσει (από ποιον άλλωστε, από τον ίδιο του τον εαυτό;), αλλά ήθελε να βιώσει και το τελευταίο δευτερόλεπτο αυτής της ανέλπιστης ευκαιρίας. Κινούμενος με μεγάλη ταχύτητα σε έναν γνώριμο αυτοκινητόδρομο που θεωρητικά θα έπρεπε να οδηγεί στο Bright Falls, ανέπνεε βίαια τον αέρα που έμπαινε από το παράθυρο. Για πρώτη φορά μετά από δευτερόλεπτα, μέρες, χρόνια, δεκαετίες (ποιος ξέρει;), ένιωθε ό,τι πιο κοντινό στην ευτυχία…
«Αlan!»
Το τιμόνι του έφυγε από τα χέρια, και το αυτοκίνητο χτύπησε βίαια στα αριστερά στηθαία στέλνοντας αμάξωμα και οδηγό στο κενό.

Όταν ο Alan συνήλθε βρέθηκε ξαπλωμένος ανάσκελα στο χορτάρι δίπλα από το αναποδογυρισμένό αμάξι. Η μηχανή κάπνιζε αλλά ο σκελετός είχε κρυώσει. Είχε περάσει ώρα (τελικά κυλούσε ο χρόνος;) και είχε πέσει το βράδυ. Αλλά ο Alan βρισκόταν ακόμα εκτός καλύβας και δε σκόπευε να γυρίσει. Το μέρος δεν του θύμιζε τίποτα, αλλά άρχισε να προχωρά με πίστη και πείσμα. Λίγα λεπτά μετά, στις παρυφές του δάσους αντίκρισε τον φωτισμένο αχυρώνα…

Για τους οπαδούς του τίτλου που παίζουν για δεύτερη και τρίτη φορά το παιχνίδι, το κεφάλαιο The Truth που ξεκινά να εκτυλίσσεται στην κλινική, είναι ένα από τα πλέον πυκνογραμμένα και πολυσήμαντα επίπεδα που έχουν υπάρξει σε παιχνίδι γενικώς. Πίσω από κάθε φράση, από κάθε πρόσωπο, από κάθε στοιχείο του περιβάλλοντος, κρύβονται (άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο) τόσα πολλά μηνύματα, που προκειμένου ο παίκτης να τα βάλει σε μία σειρά, είναι επιβεβλημένη η καταγραφή τους. Και το καλύτερο είναι ότι κάθε φορά που ξαναπαίζεται, όλος αυτός ο αλγόριθμος κρυπτογραφημένων μυστικών είναι όλο και πιο απολαυστικός. Είναι άραγε και η Αλήθεια;

{PAGE_BREAK}

To Bar των Μεγάλων Στιγμών…

Πρώτος στο μαγαζί μπήκε ο Shepard. Κοίταξε ψύχραιμα τριγύρω του και τίποτα δεν τσαλάκωσε το αυστηρό του βλέμμα. Λίγα τακτοποιημένα τραπέζια, παρεούλες που έπιναν και συζητούσαν με γέλια και χαμηλές φωνές, και κάποιες γνώριμες φιγούρες στο bar που όμως ακόμα δεν είχαν σερβιριστεί.

Μπαίνοντας ο Kratos έπεσε πάνω στον κυβερνήτη του Normandy.
«Εδώ είσαι ατσαλάκωτε» ρώτησε περιπαικτικά. «Πάλι με νεροπίστολα που πετάνε λέιζερ παίζεις;» είπε δείχνοντας με το βλέμμα του το antimaterial sniper που ξεχώριζε στην πλάτη του στρατιώτη .
«Τουλάχιστο εγώ είμαι πεντακάθαρος και δε ζέχνω πτωματίλα ολόκληρος» απάντησε ο Shepard κοιτώντας υποτιμητικά τον αιματοβαμμένο ημίθεο. Ο Kratos πήρε ένα απολογητικό ψευτοθιγμένο ύφος.
«Εντάξει, παραφέρθηκα λίγο… Αλλά τώρα που λέμε για καθαρούς, για πες μου, πόσο «καθαρός» είναι αυτός ο ψυχάκιας που κουτρουβαλάει δεξιά και αριστερά;» ανταπάντησε ο Σπαρτιάτης νεύοντας προς το μέρος του Alan που μόλις είχε μπει στο μαγαζί και κοιτούσε ψιλοχαμένος το μέρος. Έπιασε όμως τη σπόντα και κοίταξε τους πολεμιστές υποτιμητικά.
«Χα! Φαντάροι… Για προσπαθήστε να μείνετε για 5-6 χρόνια στον πάτο μιας λίμνης με έναν παλαβό δύτη για παρέα και βλέπουμε ποιος μοιάζει με ψυχάκια και ποιος όχι» μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του.
Ο John117 μπήκε θυελλώδης από την πόρτα και κατευθύνθηκε σχετικά εκνευρισμένος προς το bar μη δίνοντας σημασία σε αυτούς που είχαν φτάσει πριν από αυτόν.
«Είπα να με ξυπνήσουν όταν με χρειαστούν! Όχι για ψύλλου πήδημα»
Από πίσω ερχόταν ο Kaim χαϊδεύοντας την Amaterasu
«Και έλεγα κι εγώ τι μου θυμίζει, τι μου θυμίζει…» ψιθύρισε ο Αθάνατος. «Και βέβαια ο Marston είναι εδώ ήδη και μπεκροπίνει. Μη μυριστεί αλκοόλ! Χώνεται κατευθείαν. Άσε που άκουσα ότι παίζει μπουνιές σε όποιο saloon κι αν βρεθει για ένα μυστήριο βραβείο…»
Η παρέα μας βρισκόταν ήδη στο bar περιμένοντας τους φίλους μας που σιγά σιγά πλησίασαν. Ένας από μας ρώτησε «Λοιπόν; Να παραγγείλω;»
«Κανονικά δε θα έπρεπε να πίνω εν ώρα υπηρεσίας» είπε ο Shepard «αλλά θα κάνω μία εξαίρεση»
«Έλα ρε φαντάρε, ξεκόλλα!» φώναξε ο John Marston με τη βραχνή φωνή του. «Να ήξερες τι χάσαμε άλλοι για να είμαστε εδώ σήμερα!»
«Λοιπόν; Μπύρες;» ρώτησε ο barman.
«Μπύρες!» φώναξε σύσσωμη η παρέα.
Και την ώρα που ο Rory τραγουδούσε για το bar στην άκρη του Σύμπαντος, ένα εκατομμύριο μίλια από το σπίτι, τα ποτήρια σηκώθηκαν
«Γεια μας παιδιά!»

Ειδικά αφιερωμένο στη μεγάλη παρέα του GameOver.gr

Σάββας Καζαντζίδης

{nomultithumb}

Σάββας Καζαντζίδης
Σάββας Καζαντζίδης

O Σάββας δεν παίζει videogames από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Δεν ξέρει πως είναι από κοντά ένα NES πόσο μάλλον ένα SNES. Παρόλα αυτά καταφέρνει και ανέχεται τον εαυτό του ως gamer και που και που, μεταξύ Heavy Metal και Χέβι Μέταλ, παίζει και κανένα παιχνίδι.

Άρθρα: 761

Υποβολή απάντησης