
Mass Effect 2: Arrival
Φτάσαμε;
Φτάσαμε;
Η BioWare έκανε ένα μεγάλο λάθος: έκανε το Lair of the Shadow Broker υπερβολικά καλό. Υπερβολικά καλό για DLC, πάντα, πράγμα που σημαίνει ότι, αν και πρόσθετο περιεχόμενο σε ένα ήδη καταπληκτικό παιχνίδι, αποτελούνταν από μια καλοφτιαγμένη ιστορία, συναρπαστικό gameplay και κατάληξη που πραγματικά ωφελούσε τον παίκτη και το σύμπαν του παιχνιδιού γενικότερα. Αυτό εύλογα δημιουργεί απαιτήσεις από την ομάδα που δουλεύει σε οποιοδήποτε νέο περιεχόμενο, ειδικά εφόσον αυτό διαφημίζεται ως η περίφημη σύνδεση με το Mass Effect 3. Είναι λοιπόν, παράξενο, που για να δημιουργηθεί το Arrival – η προαναφερθείσα αυτή “γέφυρα” – φαίνεται να επιλέχθηκαν άτομα της ομάδας που δεν κατάλαβαν ποτέ τι δούλευε στο Mass Effect 2 και τι όχι.

Στο Arrival δεχόμαστε επιτέλους την προσωπική επίσκεψη του ακριβοθώρητου Admiral Hackett, του οποίου τα ερμηνευτικά καθήκοντα αναλαμβάνει για άλλη μια φορά ο μοναδικός Lance Henriksen. Ο ναύαρχος μάς ενημερώνει ότι μια πράκτορας της Γης και προσωπική του φίλη, η Dr. Kenson, έχει αιχμαλωτιστεί από κάποιους Batarians σε ένα απόμερο σύστημα του γαλαξία, καθώς ερευνούσε ένα παράξενο artifact. Το εύρημα αυτό δείχνει να αποτελεί απόδειξη ότι οι Reapers – μια φυλή τεράστιων, νοήμονων διαστημοπλοίων που καταστρέφουν κάθε ζωή στο σύμπαν κάθε κάτι χιλιάδες χρόνια και τώρα αποφάσισαν να το επαναλάβουν – ετοιμάζονται να έρθουν στη γαλαξιακή μας γειτονιά. Εμείς πρέπει να εισβάλλουμε στη βάση των Batarians, να σώσουμε την Dr. Kenson και να ανακαλύψουμε την αλήθεια σχετικά με το artifact των Reapers.

Η περιπέτεια ξεκινά λάθος από την αρχή, καθώς με μια μάλλον αδύναμη σεναριακή δικαιολογία, ο Shepard πρέπει να εκτελέσει την αποστολή ολομόναχος. Όχι μόνο στερούμαστε παντελώς τους συντρόφους μας, με τους οποίους η συνεργασία και ο διάλογος ήταν ένα από τα αρτιότερα πράγματα του ME2 (αν και οι διάλογοι μαζί τους ήταν το αδύνατο σημείο στα περισσότερα από τα DLC του παιχνιδιού), αλλά στερούμαστε και όλη την στρατηγική, την τακτική και την οργάνωση που προσέφερε το σύστημα μάχης. Μέσα στο DLC θα υπάρξει ένα τμήμα στο οποίο θα πολεμήσουμε με έναν σύντροφο, αλλά είναι σύντομο και όχι ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Από την άλλη, βάζοντάς μας να παίξουμε solo σε στυλ 3rd person shooter πλέον, τουλάχιστον το σύστημα μάχης επιδεικνύει το πόσο καλοφτιαγμένο και στρωτό ήταν από την αρχή, αλλά αυτό μικρή παρηγοριά αποτελεί.
{PAGE_BREAK}
Και η μάχη δεν είναι, τελικά, και τόσο ενδιαφέρουσα. Με εξαίρεση ένα πολύ ωραία σκηνοθετημένο σημείο τύπου “last stand”, όπου οι εχθροί δεν σταματούν να έρχονται μέχρι να νικηθούμε, όλες οι μάχες του παιχνιδιού αποτελούν λίγο παραπάνω από δικαιολογία για να αυξηθεί η ελάχιστη διάρκεια της περιπέτειας, μειώνοντας το gameplay του ME2 σε sci-fi shooting gallery, ενώ γενικώς όλη η πορεία μέσα από τις περιοχές του DLC γίνεται σε γραμμικούς διαδρόμους, που δεν επιτρέπουν ούτε ανταμείβουν την εξερεύνηση. Στο Arrival, το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να πάμε από το σημείο A στο σημείο Β και να πατήσουμε το κουμπί Γ.

Το μεγάλο πρόβλημα, όμως, είναι ότι το Arrival θέτει απίστευτα υψηλούς στόχους με την ιστορία του, τους οποίους μετά φαίνεται απλώς να ξεχνά. Η κεντρική ιδέα είναι ότι οι Reapers, όπως μαθαίνουμε και στο τέλος του ME2 (μίνι-spoiler, αλλά πραγματικά δύσκολο να μην το ξέρετε πλέον), οι Reapers κινούνται εναντίον του γαλαξία μας – το Arrival θέλει να μας δείξει ότι κάθονται κυριολεκτικά έξω από την πόρτα μας, και απομένουν μόνο ώρες μέχρι να την σπάσουν και να μπουν. Δουλειά μας λοιπόν, είναι να μην το αφήσουμε να συμβεί. Στην πορεία, θα αντιμετωπίσουμε ένα πολύ σημαντικό ηθικό δίλημμα, από αυτά που η BioWare κάνει τόσο καλά… μόνο και μόνο για να ανακαλύψουμε ότι η απόφαση λαμβάνεται έτσι κι αλλιώς χωρίς εμάς, καθώς χρειάζεται να στηθεί μια σεναριακή συγκυρία, η οποία είναι και αυτή που θα “συνδεθεί” με τα γεγονότα του Mass Effect 3.
Δυστυχώς, πρόκειται για κάτι το οποίο θα μπορούσε εύκολα να γίνει κατευθείαν στο 3, ή έστω να εξηγηθεί με λίγες γραμμές διαλόγου, χωρίς να χρειαστεί να ξοδέψουμε χρήματα για αυτό το DLC. Στο δε φινάλε του Arrival, πραγματικά δεν ξέρουμε τίποτα απολύτως καινούριο που δεν γνωρίζαμε στο τέλος του ME2 και το μόνο που μας έχει μείνει είναι κάνα δυο εντυπωσιακές σκηνές σε cut-scenes. Δεν έχουμε νιώσει ούτε την ένταση ούτε την πραγματική σημασία του τι θα σήμαινε η ενδεχόμενη αποτυχία μας και η είσοδος των Reapers στο γαλαξία μας, ακριβώς επειδή ο τρόπος που έχει στηθεί η αποστολή θυμίζει σκέψη της τελευταίας στιγμής. Αν αυτό είναι το φινάλε για την πολύ καλή πορεία των DLC του Mass Effect 2, τότε πραγματικά κάποιος στην BioWare έκανε ένα πολύ μεγάλο λάθος.
Μιχάλης Τέγος