Conduit 2

Generic Shooter number two

Generic Shooter number two

Αν, για κάποιο λόγο, καλούμασταν να χαρακτηρίσουμε τη σημερινή εποχή στην αγορά των βιντεοπαιχνιδιών, με τις τάσεις και τα δημιουργικά trends της, θα τη χαρακτηρίζαμε, χωρίς δεύτερη σκέψη, ως την εποχή των FPSs. Από το φαινόμενο Call of Duty, στα σενάριο-κεντρικά Half Life 2 και Bioshock, μέχρι τα τεχνολογικά θαύματα των Crysis και Far Cry, τα FPS φαίνεται να καθόρισαν, τόσο εμπορικά όσο και δημιουργικά, τη βιομηχανία τα τελευταία χρόνια, όσο κανένα άλλο είδος. Κάπως έτσι, η φετινή χρονιά φαντάζει ως μια λογική συνέχεια των προηγουμένων, με τα δεκάδες νέα παιχνίδια του είδους είτε να αναμένονται, είτε να έχουν ήδη κάνει δυναμικά την εμφάνισή τους.

Ανάμεσα τους και το The Conduit 2 για το Wii, ο διάδοχος του φιλόδοξου αλλά μέτριου The Conduit της High Voltage, που αποσκοπεί στην κάλυψη του μεγάλου κενού που λέγεται “Hardcore FPS” σε μια κονσόλα που εκ πρώτης όψεως έμοιαζε ονειρική για το είδος. Οι υποσχέσεις για τεχνολογικά επιτεύγματα στο αδύναμο κουτί της Nintendo συνοδεύουν και αυτόν τον τίτλο –όπως και τον πρόγονό του-, μένει όμως να τα δούμε στην πράξη και πάνω απ’ όλα, στην υπηρεσία ενός γοητευτικού σχεδιασμού. Διότι, όπως αναφέραμε, στον κόσμο των FPS ο ανταγωνισμός είναι σκληρότερος από ποτέ και αν θέλεις να επιβιώσεις πρέπει να είσαι έτοιμος να τα βάλεις με τα μεγαθήρια της βιομηχανίας.

Look at me, I am a Smartass!

Σεναριακά, το The Conduit 2 συνεχίζει την ιστορία του πρώτου παιχνιδιού και την προσπάθεια του πρωταγωνιστή Michael Ford, μαζί με τον Prometheus που βρίσκεται εντός της κυκλικής συσκευής ASE, να σταματήσει τον Adams και να σώσει φυσικά τον κόσμο. Πέρα από το αδιάφορο σενάριο και την ανεκδιήγητη πλοκή, που το μοναδικό πλεονέκτημα που διαθέτουν είναι ότι περνάνε απαρατήρητα, το ίδιο δυστυχώς δεν μπορεί να λεχθεί για τον πρωταγωνιστή.

Η προσπάθεια της High Voltage να δημιουργήσει έναν cool χαρακτήρα με σατιρικό ύφος –θέλουμε να πιστεύουμε πως το υπέρ-αμερικάνικο ονοματεπώνυμο του εκεί παραπέμπει- προς τους macho χαρακτήρες που κατακλύζουν το είδος, καταλήγει τελικά στον αντίποδα, με εκνευριστικές εξυπνακίστικες ατάκες και αυτό-αναφορές στο μέσο, φθηνό χιούμορ και μια προσποιητή “άνεση” στη φωνή που τσιτώνει τα νεύρα μας από το πρώτο τριαντάλεπτο.

Το αποτέλεσμα τον μετατρέπει σε έναν αντιπαθητικό πρωταγωνιστή που, εκτός των άλλων, πολλές φορές φαίνεται να βρίσκεται και εκτός του κλίματος που προσπαθεί να μεταδώσει το παιχνίδι σε κάποιες θεωρητικά πιο “φορτισμένες” σκηνές. Για να είμαστε πιο δίκαιοι βέβαια, όσο κακό κάνει ο χαρακτήρας σε αυτές τις σκηνές, άλλο τόσο κάνουν αυτές στο χαρακτήρα, συνθέτοντας ένα σύνολο που θα ήθελε να είναι αστείο και έξυπνο, θα ήθελε να μας κάνει να νοιαστούμε για τους χαρακτήρες αλλά, τελικώς, μπερδεύει και μπερδεύεται, μένοντας στον κακογραμμένο σωρό των αδιάφορων σεναρίων. Το κερασάκι στην τούρτα είναι ότι αφήνει σαφείς υπόνοιες για συνέχεια αλλά ας μην γινόμαστε κακοί…

Κλέψε από τους καλύτερους… αν μπορείς…

Το σημαντικότερο θέμα που αντιμετωπίζει το The Conduit 2 ως παιχνίδι, είναι ότι από την αρχή μέχρι το τέλος ο παίκτης δεν εκπλήσσεται ποτέ. Τόσο οι γενικές σχεδιαστικές του κατευθύνσεις όσο και οι μικρότερες, κατά περίσταση, επιλογές του, μετατρέπουν το παιχνίδι σε ένα βαρετό “έργο” που έχουμε ξαναδεί πολλάκις και με πολύ μεγαλύτερη φροντίδα στην εκτέλεση.

Ο παίκτης θα ταξιδέψει σε περιοχές που πασχίζουν να προσφέρουν ποικιλία, καταφεύγοντας στα πιο κλίσε μονοπάτια του είδους. Χιονισμένες βάσεις στη Σιβηρία, κατεστραμμένη μεγαλούπολη –λέγε με Half Life 2-, βραχώδη κινέζικα μονοπάτια και ανατολικοί ναοί, τροπικές πρασινάδες και το φουτουριστικό Atlantis –το μέρος που λειτουργεί ως Hub του παιχνιδιού- που θαρρείς πως ξεπήδησε από απορριφθέντα concept arts της σειράς Halo. Και να μην ξεχάσουμε τη βροχερή, θαλάσσια εγκατάσταση –εξόρυξης πετρελαίου εδώ- που θα μπορούσε κάλλιστα να διεκδικήσει βραβείο δημοφιλέστερης τοποθεσίας για εισαγωγή παιχνιδιού.

{PAGE_BREAK}

Γενικότερα, η προσπάθεια των δημιουργών να αντλήσουν έμπνευση από τα μεγαθήρια του είδους κρίνεται άκρως αποτυχημένη, καταλήγοντας σε μια αδιάφορη καρικατούρα δίχως προσωπικότητα και ύφος, με ένα art direction που φαίνεται να έχει ξεμείνει από έμπνευση. Το κολάζ των ιδεών είναι υπαρκτό σε κάθε πτυχή του παιχνιδιού. Η ιδιαίτερη στολή του πρωταγωνιστή, τα περίεργα όπλα που άλλοτε θυμίζουν Perfect Dark και άλλοτε Halo -όπως και η δομή του gameplay με τα δύο όπλα, το scanning των Metroid Prime και τα bosses σε κυκλικές αρένες που μας επιστρέφουν σε δοξασμένες αλλά… περασμένες εποχές. Δυστυχώς, η ανία μεταφέρεται και σε λειτουργικό επίπεδο.

Το scanning υπάρχει μόνο για ανούσιους διακοσμητικούς λόγους και για το περιστασιακό σπάσιμο του ρυθμού, χωρίς παραδόξως να υπάρχει έστω ένας γρίφος εντός του παιχνιδιού. “Σκαναρε την τάδε οθόνη για να ανοίξει η πόρτα”, “σκάναρε το νεκρό σώμα για να πάρεις την ψυχή και τις δυνάμεις του”. Γενικά, χρησιμοποιείται για ενέργειες που θα μπορούσαν άνετα να γίνουν και χωρίς την ύπαρξη του ASE αλλά και για τα “απαραίτητα” collectibles, τα οποία εμπλουτίζουν λίγο το backstory, προσφέρουν αναβαθμίσεις στις ικανότητες και τα όπλα μας και ξεκλειδώνουν μέχρι και ολόκληρες τοποθεσίες.

Και λέμε απαραίτητα, διότι το campaign το ολοκληρώσαμε, σύμφωνα με τα στατιστικά του ίδιου του παιχνιδιού, σε τέσσερις ώρες και πενήντα πέντε λεπτά, χρόνος που δεν αντικατοπτρίζει τα reloads μετά από θανάτους μας αλλά και πάλι παραμένει απελπιστικά σύντομος. Τα collectibles προσφέρουν την αφορμή για να ξαναπαίξει κανείς το παιχνίδι, αλλά αυτό προϋποθέτει και να του άρεσε την πρώτη φορά. Οι μηχανισμοί του shooting συγγενεύουν περισσότερο με τη σειρά Halo, με την στρατηγική επιλογή των δύο μόνο όπλων που μπορεί να έχει ο παίκτης στην κατοχή του κάθε στιγμή, αλλά χωρίς τα υπόλοιπα απαραίτητα στοιχεία που την εμπλουτίζουν.

Η τεχνητή νοημοσύνη -εξαιρώντας κάποιες περιπτώσεις κακού pathfinding και “παγώματος” ενώ είμαστε δίπλα- κινείται σε υποφερτά επίπεδα, αλλά μέχρι εκεί. Ο σχεδιασμός των εχθρών, παρόλο που φαίνεται να προσπαθεί, στην πράξη δεν προσφέρει ούτε την ξεκάθαρη ιεραρχία ούτε την ποικιλία στις ιδιότητες τους, που θα ενθαρρύνει μια διαφορετική αντιμετώπιση απέναντί τους, αφήνοντας μόνο τους ελεύθερους σκοπευτές για να προσθέτουν μια διαφορετική συνιστώσα στην εξίσωση, καθώς και τα όπλα, που διαθέτουν μια άλφα ποικιλία και ισορροπία.

Οι μάχες τις περισσότερες φορές “στήνονται” σε περιορισμένους χώρους, με τις στιγμές που δεν συμβαίνει αυτό να αποτελούν τα highlights της εμπειρίας, κυρίως διότι το παιχνίδι αφήνει λίγο χώρο και χρόνο στον παίκτη να χρησιμοποιήσει το μυαλό και τις επιλογές του. Το γενικό highlight, πάντως, του The Conduit 2, είναι με διαφορά ο χειρισμός του. Ιδιαιτέρως με το Wii Motion Plus, η άνεση και η ακρίβεια στις κινήσεις μας είναι απαράμιλλη. Οι ρυθμίσεις που προσφέρονται μπορούν να φέρουν στα μέτρα του καθενός τις κινήσεις του Wii Remote, το οποίο με απόλυτη φυσικότητα γίνεται προέκταση του χεριού μας.

Απόλυτα λειτουργικές είναι και οι κινήσεις για τη ρίψη χειροβομβίδων και του melee. Θα τολμήσουμε να πούμε πως ο χειρισμός σε αυτού του είδους το gameplay αποτελεί ό,τι καλύτερο έχουμε δει στο Wii, ξεπερνώντας το –εξαιρετικό στον τομέα αλλά όχι ακριβώς shooter- Red Steel 2. Είναι από τις λίγες φορές που δεν νοσταλγήσαμε ούτε στιγμή το παραδοσιακό χειριστήριο, υποκλίνοντας στις δυνατότητες του motion gaming.

Η High Voltage φαίνεται να έχει προσανατολιστεί στο online κομμάτι του παιχνιδιού της, φιλοδοξώντας να αποτελέσει ίσως το πρώτο επιτυχημένο διαδικτυακό shooter του Wii. Έτσι, το The Conduit 2 διαθέτει online multiplayer μέχρι και 12 ατόμων. Δυστυχώς, το review γίνεται πριν κυκλοφορήσει επίσημα το παιχνίδι στα καταστήματα και έτσι δεν έχουμε τη δυνατότητα να ελέγξουμε κατά πόσο λειτουργεί απροβλημάτιστα. Ο τίτλος προσφέρει και δυνατότητα για split screen μέχρι τεσσάρων παικτών όχι μόνο ανταγωνιστικού αλλά και συνεργατικού παιχνιδιού με την κλασσική πλέον επιλογή του “Invasion Mode”, όπου ορδές εχθρών επιτίθενται στους παίκτες.

{PAGE_BREAK}

Πάει για τα πολλά…

Στον τεχνικό τομέα η High Voltage είχε στόχο να προσφέρει κάποια χαρακτηριστικά που δεν τα βρίσκεις σε άλλους τίτλους του Wii. Η μηχανή γραφικών Quantum3, που ανέπτυξε αποκλειστικά για το μηχάνημα της Nintendo, προσφέρει τη δυνατότητα για bump mapping και εξεζητημένες αντανακλάσεις, όπως και άλλες τεχνικές λεπτομέρειες που εμάς τουλάχιστον, μας αφήνουν παγερά αδιάφορους. Αυτό που έχει πραγματική σημασία είναι το οπτικό αποτέλεσμα, το οποίο, δεν δικαιώνει τις προσδοκίες. Το Conduit 2 έχει το θάρρος να επιμείνει στο ρεαλιστικό ύφος του πρώτου, πάνω στο γερασμένο Wii, αλλά δυστυχώς η σύγκριση με τον ανταγωνισμό δεν το κολακεύει ιδιαίτερα.

Δεν είναι τυχαίο εξάλλου που και η ίδια η Nintendo αποφεύγει επιδεικτικά το ρεαλισμό τα τελευταία χρόνια. Τα μοντέλα των χαρακτήρων είναι φτωχά, τα περισσότερα περιβάλλοντα φαίνονται κενά και αδιάφορα, αφού δεν βοηθάει και το art direction, οι ρευστές επιφάνειες θυμίζουν περισσότερο ένα μέτριο τίτλο του PS2, το draw distance “μυωπικό” ενώ ορισμένα εφέ είναι απλά ανύπαρκτα.

Για του λόγου το αληθές, παρατηρήστε τους καθρέπτες στο πρώτο επίπεδο του παιχνιδιού αλλά και τις τρύπες από τις σφαίρες που πολλές φορές σχηματίζονται στον αέρα. Συνδεμένο με component σε μια HD τηλεόραση, το aliasing είναι έντονο, αλλά τουλάχιστον μπορούμε να διαβάσουμε τους υπότιτλους. Σε γενικές γραμμές το αποτέλεσμα είναι χοντροκομμένο σε όλους τους τομείς. Στον ήχο, τα πράγματα κινούνται στην ίδια μετριότητα. Οι φωνές των χαρακτήρων κυμαίνονται από υποφερτές σε τραγελαφικές. Τα ηχητικά εφέ είναι ικανοποιητικά αλλά το πιο απογοητευτικό είναι η μουσική επένδυση του τίτλου. Οι συνθέσεις μοιάζουν σαν κακέκτυπο των κολοσσών του είδους με μια δόση ηλεκτρονικών πινελιών και μπόλικη… βαρεμάρα.

…χάνει και τα λίγα.

Τα πράγματα είναι δύσκολα στον χώρο των FPS. Το The Conduit 2 πάσχει κυρίως από έλλειψη προσωπικότητας και ιδεών και, έπειτα, από όλα τα άλλα. Αποτελεί ένα αδιάφορο ποτ πουρί των γνωστών τίτλων του είδους, ντυμένο με ένα αδιάφορο σενάριο, με αδιάφορους χαρακτήρες και ανύπαρκτη έμπνευση. Επιχειρεί να προσφέρει μια hardcore εμπειρία του είδους στο Wii αλλά φαίνεται να αναλώνεται περισσότερο σε τεχνικά επιτεύγματα δίχως ουσιαστικό αντίκρισμα, παρά στη δημιουργία ενός κόσμου πειστικού και ενδιαφέροντος.

Φυσικά, το παρόν κείμενο αναφέρεται στο single player κομμάτι του παιχνιδιού, δεν γνωρίζουμε κατά πόσο το multiplayer μπορεί να αλλάξει άρδην την εικόνα του τίτλου. Διότι το μόνο απολαυστικό σημείο εστιάζεται στο κορυφαίο χειρισμό που διαθέτει, ίσως τον καλύτερο του είδους που προσφέρεται στο Wii και ένα καλό multiplayer ενδεχομένως να είναι απολαυστικό. Γεγονός, ωστόσο, που μόνο θλίψη μας προκαλεί για τη χαμένη ευκαιρία σε όλα τα υπόλοιπα επίπεδα. Τα πράγματα είναι δύσκολα στον χώρο των FPS και το The Conduit 2 δεν φαίνεται να διαθέτει τίποτα που να το αποτρέπει από το να χαθεί γρήγορα στη λήθη.

Γιώργος Πρίτσκας

Γιώργος Πρίτσκας
Γιώργος Πρίτσκας
Άρθρα: 245

Υποβολή απάντησης