Στις δύο πλευρές του φεγγαριού

Αν είχες μια τελευταία ευχή...

Αν είχες μια τελευταία ευχή…

Η πρώτη “σφαλιάρα” ήρθε από το πουθενά. Στη δεύτερη, ήμασταν λίγο πιο υποψιασμένοι αλλά ήταν και πάλι όλη δική μας όπως και να ‘χει. Ένα απλανές βλέμμα είχε εδραιωθεί για τα καλά στο πρόσωπο μας ενώ το μυαλό “αγκομαχούσε” να βάλει τα ερεθίσματα σε μια σειρά. Στην τρίτη, γυρίσαμε και το άλλο μάγουλο με ένα κρυφό μαζοχιστικό χαμόγελο. Κάπου εκεί όμως, όλα ηρέμησαν και πάλι. Οι σκέψεις άρχισαν να καθαρίζουν και τα έντονα συναισθήματα να υποχωρούν αφήνοντας τη θέση τους σε μια ψυχραιμότερη, πιο ουσιαστική ανάλυση . Το φάγαμε το “ξύλο” ή απλά το αυθυποβάλαμε στον εαυτό μας; Είναι όντως αυτό το παιχνίδι άξιο αναφοράς και λόγου, κάτι ουσιωδώς διαφορετικό από όλα τα σπουδαία δημιουργήματα που παίξαμε φέτος ή απλά το μεγαλοποιεί η δίψα μας για κάτι εναλλακτικό;

Για να σταματήσουμε όμως το μικρό κρυφτούλι με τις λέξεις και να μπείτε και σεις στην έμμεση συζήτηση που ανοίγουμε -αν δεν το έχετε ήδη ψυλλιαστεί- το “ταρακούνημα” το φάγαμε από μια μικρή ανεξάρτητη παραγωγή ονόματι “To the Moon”. Πρόκειται για μια δημιουργία της ευρέως άγνωστης Freebird Games που μπορεί να προμηθευτεί ο καθένας μέσω της επίσημης ιστοσελίδας της. Ωστόσο καλό είναι, ο επίδοξος “παίκτης” να γνωρίζει τι να αναμένει από τον τίτλο για την αποφυγή παρεξηγήσεων που μάλλον θα αδικήσουν και τις δύο πλευρές. Όπως ίσως παρατηρήσατε, αποφεύγουμε όσο μπορούμε τον χαρακτηρισμό “βιντεοπαιχνίδι” και όχι τυχαία. Περισσότερα γι’ αυτό όμως, σε λίγο.

Όσοι παρακολουθούν πιο τακτικά την ιστοσελίδα, σίγουρα, όλο και κάπου θα μας έχουν δει -ή ακούσει- να γκρινιάζουμε αφόρητα για την –κατά την άποψη μας- εμφανέστατα περιορισμένη θεματολογία των παιχνιδιών αλλά και τον συντηρητισμό που ενδεχομένως να επιβάλλεται στα πιο εμπορικά παιχνίδια σε επίπεδο μηχανισμών και gameplay. Μια γκρίνια που φανερώνει πάνω απ’ όλα την αγωνία μας για εμπειρίες πιο “απλές”, προσιτές και ανθρώπινες, για μια εξέλιξη δηλαδή των βιντεοπαιχνιδιών, σε ένα μέσο που θα είναι έτοιμο να ανοίξει τα “φτερά” του και να πειραματιστεί θαρραλέα με τις δυνάμεις και τα μοναδικά χαρακτηριστικά του. Σε ένα μέσο όπου εκτός από ταξίδια σε μαγικούς εναλλακτικούς κόσμους που μας αποτοξινώνουν από την “πεζή” πραγματικότητα, θα μας προσγειώνουν και σε αυτήν, με πολύτιμα εφόδια για τον εαυτό μας και τους γύρω μας. Όχι μόνο απόδραση λοιπόν αλλά και ενδοσκόπηση, αποδοχή και προβληματισμό που θα μας κάνει να κοιταζόμαστε στον καθρέπτη και να βλέπουμε λίγο βαθύτερα κάθε φορά.

Να λοιπόν, που η “σφαλιάρα” μας ήρθε από κει που δεν το περιμέναμε και μας έκανε, αρχικά, να “καταπιούμε” τα λόγια μας. Η ψυχραιμότερη ανάλυση που ακολούθησε, έφερε μια μικρή “απογοήτευση” αλλά ίσως να μην έχει και τόσο μεγάλη σημασία. Το “To the Moon” ενσαρκώνει επιτυχημένα κάποιες από τις προσδοκίες μας για τα βιντεοπαιχνίδια, χωρίς όμως να ενστερνίζεται απόλυτα την ίδια του την φύση, αφήνοντας μας “παρέα” με τους ίδιους προβληματισμούς με τους οποίους ξεκινήσαμε. Στην τελική όμως, ποιος νοιάζεται για τις θεωρητικές προεκτάσεις και τις εξελικτικές αγωνίες μας για το μέσο όταν η εμπειρία είναι τόσο …μαγική!

Communication Breakdown

Ας τα πάρουμε λοιπόν από την αρχή. Σφαλιάρα numero uno: το “To the Moon” αποτελεί μια σπάνια περίπτωση “βιντεοπαιχνιδιού” που στο επίκεντρο της θεματολογίας του βρίσκεται ο -πολλές φορές- εξαντλητικός και δύσκολος αγώνας για ανθρώπινη επικοινωνία. Για την αδιαμφισβήτητη ανάγκη μας γι’ αυτήν και τις επιπτώσεις της απουσίας της. Στον εναλλακτικό κόσμο του, μια εταιρία, χρησιμοποιώντας ένα μηχάνημα προηγμένης τεχνολογίας, αναλαμβάνει την εκπλήρωση της τελευταίας επιθυμίας ενός μελλοθάνατου. Όχι με το απλό πάτημα ενός κουμπιού βέβαια. Με τη βοήθεια αυτού του μηχανήματος λοιπόν, επιστήμονες έχουν την ικανότητα να “τρυπώνουν” στις μνήμες και να επεμβαίνουν στις αναμνήσεις του πελάτη τους, “πλάθοντας” στην ουσία μέσα στο μυαλό του μια εναλλακτική ζωή που αντικαθιστά την “αποτυχημένη” πραγματική. Από μόνη της αυτή η ιδέα εγείρει πολλούς προβληματισμούς. Πόσο τελικά αξίζει η πραγματικότητα –ποια;- μπροστά στη συναισθηματική γαλήνη και λύτρωση έστω και την ύστατη στιγμή; Ο “σκοπός αγιάζει τα μέσα” όταν έχουμε να κάνουμε με μια ολόκληρη ζωή που στην τελική, παραμένει για τον καθένα μια και μοναδική και ίσως, υπεράνω απλοϊκών αξιολογήσεων και κρίσεων περί επιτυχίας, αποτυχίας, καλού, κακού και ούτω καθ’ εξής;

{PAGE_BREAK}

Οι απαντήσεις είναι φυσικά διαφορετικές για όλους μας και παρόλο που η εξέλιξη του παιχνιδιού φανερώνει σχετικά ξεκάθαρες απόψεις των δημιουργών, ο προβληματισμός “αιωρείται” συνεχώς. Ο παίκτης τώρα, αναλαμβάνει τον ρόλο των δύο επιστημόνων που έχουν επωμιστεί το περίπλοκο αυτό έργο της “εμφύτευσης” στην ψυχοσύνθεση του ατόμου της επιθυμίας και της εσωτερικής ανάπλασης των αναμνήσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο απώτερος στόχος φαντάζει ξεκάθαρος από την αρχή: ένα ταξίδι στο φεγγάρι. Όλα αυτά είναι απλά η αφετηρία και το έναυσμα για μια εις βάθος εξέταση της σχέσης του Johnny –μελλοθάνατου- με την γυναίκα του και τα αληθινά αίτιά της που βρίσκονται κρυμμένα πίσω από την επιθυμία του.

Σφαλιάρα numero due: η γυναίκα του, που εγκατέλειψε τη ζωή λίγο καιρό πριν, έπασχε από σύνδρομο Asperger –αν και ποτέ μέσα στο παιχνίδι δεν αναφέρεται ξεκάθαρα με την επιστημονική του ονομασία αλλά για όσους γνωρίζουν έστω και λίγο, είναι κάτι παραπάνω προφανές. Μια διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή που βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού και επιφέρει στο άτομο κυρίως μια έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων και επικοινωνίας. Ένας άνθρωπος με Asperger αδυνατεί να μπει στη θέση του άλλου και να ανιχνεύσει συναισθήματα τρίτων ενώ, του είναι πολύ δύσκολο να αναγνωρίσει και να εκφράσει ακόμα και τα δικά του. Συνήθως αντιλαμβάνεται τα πάντα με την κυριολεκτική τους έννοια που σημαίνει πως δύσκολα “πιάνει” το χιούμορ, λειτουργεί και σκέφτεται κυρίως μέσω εικόνων, ενώ, εκτελεί επαναλαμβανόμενες κινήσεις ή δραστηριότητες μέσω των οποίων φαίνεται να ηρεμεί το “μποτιλιάρισμα” σκέψεων που συνήθως συμβαίνει μέσα στο μυαλό του. Όλα αυτά οδηγούν σε μια συμπεριφορά που μπορεί να χαρακτηρισθεί από αυτούς που έχουν άγνοια της περίπτωσης, ως “ρομποτική” και αλλόκοτη.

Το παιχνίδι έχει το θάρρος και την ικανότητα να αποδώσει με τεράστιο σεβασμό, πολύ μετρημένα και “αληθινά” την ιδιαίτερη αυτή πάθηση, χωρίς να εστιάζει εκεί αλλά χρησιμοποιώντας την πολύ έξυπνα για να τονίσει το βασικό της θέμα: τη δυσκολία στην επικοινωνία και τις καταστροφικές της συνέπειες σε μια σχέση όπου η αγάπη είναι δεδομένη και δεν αμφισβητείται ποτέ . Στην πορεία, -σε μια όμορφη εσωτερική ανατροπή- είναι φανερό πως το ουσιαστικό πρόβλημα είναι βαθύτερο και κυρίως εντοπίζεται στον ίδιο τον Johnny ο οποίος παλεύει με τους δικούς του δαίμονες του παρελθόντος. Οι δικές του οδυνηρές συναισθηματικές ουλές που κουβαλάει είναι αυτές που δεν του επιτρέπουν να “αποκωδικοποιήσει” τις πράξεις της γυναίκας του και την απεγνωσμένη προσπάθεια να επικοινωνήσει με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο. Η σταδιακή αποδόμηση της σχέσης τους και η εξερεύνηση του παρελθόντος γίνεται μέσα από σοφά επιλεγμένες στιγμές της ζωής του Johnny που περικλείουν μέσα τους τις μικρές αλλά τόσο σημαντικές λεπτομέρειες της καθημερινότητας. 

Κοινότυπα γεγονότα που αποκτούν βαρύνουσα σημασία στα μάτια του παρατηρητή-παίκτη και “υφαίνουν” αβίαστα τους δύο χαρακτήρες και τη σχέση τους με πειστικότητα και μια αληθοφάνεια που πάντα κρατάει τα πόδια της προσγειωμένα στη γη για να μας αγγίξει αυθόρμητα και ειλικρινά. Ταυτόχρονα, επιδεικνύει μια θαυμαστή δεξιοτεχνία στη διαχείριση των συναισθημάτων του παίκτη, που βρίσκονται να ισορροπούν συνεχώς πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία. Οι δύο επιστήμονες που ελέγχει ο παίκτης, πολύ έξυπνα χρησιμοποιούνται για να ελαφραίνουν σε κάθε ευκαιρία την ατμόσφαιρα με πανέξυπνες ατάκες αποτρέποντας έτσι το “βαρύ” δράμα της βασικής ιστορίας να “πλακώσει” και να κουράσει τον παίκτη. Το παιχνίδι μας έκανε να γελάσουμε, να συγκινηθούμε, να προβληματιστούμε και να ταυτιστούμε με την ιστορία του όσο κανένα άλλο φέτος. Ίσως να φταίει και η προσωπική μας εμπειρία, λόγω επαγγέλματος, με άτομα με σύνδρομο Asperger που βοήθησε ώστε το μικρό αυτό “ταξίδι” προς τη σελήνη να είναι τόσο συναισθηματικά φορτισμένο. Και αυτή η εμπειρία είναι που αυξάνει ακόμα περισσότερο τον θαυμασμό μας για την τόσο εύστοχη απεικόνιση ενός τόσο ευαίσθητου θέματος. Προϋποθέτει μεγάλο θάρρος από την πλευρά των δημιουργών αλλά και συγγραφικό ταλέντο και όχι μόνο. Κάπως έτσι φάγαμε και την “σφαλιάρα” numero tre και την ευχαριστηθήκαμε!

Μια ιστορία με τη μορφή παιχνιδιού

Όπως καταλάβατε, η εμπειρία που αποκομίσαμε θα μας μείνει για πολύ καιρό αξέχαστη. Για όλους τους θριάμβους του σε επίπεδο σεναρίου, στησίματος και καλλιτεχνικής επιμέλειας όμως, διαθέτει μια ιδιαιτερότητα που δεν μας αφήνει να ενθουσιαστούμε σε ένα ευρύτερο, πιο “αντικειμενικό” επίπεδο. Το “To the Moon” δεν είναι βιντεοπαιχνίδι. Η Freebird Games χρησιμοποιεί την φόρμα και την γλώσσα των βιντεοπαιχνιδιών -και πιο συγκεκριμένα των point and click adventures- για να μας κάνει συνοδοιπόρους σε αυτό το ιδιαίτερο ταξίδι, για να διηγηθεί την όμορφη ιστορία της και τίποτα παραπάνω. Gameplay δεν υπάρχει πέρα από κάποια εξερεύνηση στα περιβάλλοντα, τα απαραίτητα για την έναρξη των διαλόγων και μερικά μικρά puzzles. Η επιλογή είναι σαφέστατα συνειδητή και πλήρως σεβαστή. Οι επιτυχίες και οι θρίαμβοι του ωστόσο δεν αποτελούν επιτυχίες του μέσου. Κάθε άλλο.

Η ερώτηση που κάνουμε στον εαυτό μας είναι η εξής: τι κέρδισε το συγκεκριμένο καλογραμμένο και ευρηματικό σενάριο από αυτή τη φόρμα αφήγησης που δεν θα είχε με κάποιο άλλο, πιο παραδοσιακό αφηγηματικό μέσο; Αυτή την αίσθηση προσωπικής εξερεύνησης και “επένδυσης” πάνω στην υπόθεση του Johnny ίσως. Άντε και λίγη παραπάνω αμεσότητα. Δεν βρίσκουμε κάτι άλλο. Πόσα έχασε; Θα αρκεστούμε στο “αρκετά”. Είναι πολύ παράδοξο κατά την άποψη μας να επιλέγεις ένα συγκεκριμένο μέσο χωρίς να έχεις την παραμικρή φιλοδοξία να εκμεταλλευτείς τα μοναδικά του χαρακτηριστικά. Είναι σαν να θες να παίζεις μπάσκετ μόνο για να φοράς φαρδιά σορτσάκια.

{PAGE_BREAK}

Η μεγάλη πρόκληση της βιομηχανίας εδώ και κάμποσο καιρό είναι το πώς θα καταφέρει να διηγηθεί μια ιστορία πίσω από την οποία βρίσκεται μια ξεκάθαρη πρόθεση για επικοινωνία των δημιουργών, μέσω μηχανισμών. Πως θα καταφέρει να προσδώσει νόημα μέσα από το gameplay. Αλληλεπίδραση και ιστορία να γίνουν ένα. Στην θεωρία όλα εύκολα φαίνονται αλλά στην πράξη αποδεικνύεται σχεδόν ακατόρθωτο μέχρι στιγμής. Και το “To the Moon” δεν έχει να προτείνει απολύτως τίποτα καινούργιο πάνω σε αυτό το πρόβλημα με την σχεδιαστική φιλοσοφία του. Ο Raph Koster στο βιβλίο του “A Theory of Fun” αναφέρει πως ο κάθε δημιουργός πρέπει να αναλογιστεί τι είδους προβληματισμούς και ιδέες θέλει να επικοινωνήσει και αν το συγκεκριμένο μέσο είναι ιδανικό για τους σκοπούς του, τονίζοντας πως τα παιχνίδια είναι πολύ ικανά στο να μεταδίδουν “γενικότητες” αλλά συνήθως αποτυγχάνουν σε κάτι πιο “συγκεκριμένο” όπως η αφήγηση μιας προσωπικής ιστορίας.

Τα τελευταία χρόνια πάντως, βλέπουμε μια σαφής βελτίωση στο αισθητικό “φορτίο” των μηχανισμών αλλά όχι σε νοηματικό επίπεδο όπου ακόμα οι πάντες ψάχνονται. Ίσως τελικά, όπως αναφέρει και ο Koster, εκεί να βρίσκεται και η δύναμη αυτού του μέσου, στη μετάδοση μιας γενικής διάθεσης, ενός πιο αφηρημένου συναισθήματος παρά μιας συγκεκριμένης ιστ

ορίας. Η αφιλόξενη αίσθηση κινδύνου και αποσύνθεσης του Demon’s Souls –και του Dark Souls φαντάζομαι αλλά δεν έχω ασχοληθεί επαρκώς ακόμη-, η γαλήνη και ηρεμία του Flower, η έκρηξη αδρεναλίνης των ξέφρενων Unreal ή Quake, και πολλά άλλα παραδείγματα όπου μέσω της αισθητικής των μηχανισμών –και όλου του υπόλοιπου φυσικά “περιτυλίγματος” ενός παιχνιδιού- αναδύεται μια συγκεκριμένη διάθεση. Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα Silent Hill αν ο χαρακτήρας μπορούσε να δώσει γυριστές κλωτσιές στα τέρατα -όχι, δεν είδαμε ακόμη το νέο trailer του Resident Evil 6.

Αναλογιστείτε τις διαφορές στην αίσθηση ανάμεσα στον έλεγχο και τις κινήσεις της Bayonetta και του Kratos και πόσο σημαντικές είναι για την αισθητική που μεταδίδει στον παίκτη το κάθε παιχνίδι. Ή τον “ασήκωτο” Marcus Phoenix και την παρέα του. Κάθε μηχανισμός έχει και την αισθητική του αξία που αφήνει το στίγμα του στην αίσθηση που αποκομίζει ο παίκτης και αυτό αρχίζουν να το αντιλαμβάνονται στο έπακρο οι δημιουργοί. Ξεφύγαμε πολύ όμως. Το “To the Moon” είναι λοιπόν μια αλληλεπιδραστική ιστορία χωρίς ουσιαστική αλληλεπίδραση. Ένα παιχνίδι χωρίς gameplay. Μια φοβερή ιστορία που παρακολουθούμε με το ποντίκι ανά χείρας. Είναι αυτό αρκετό; Ανάλογα με τις προσδοκίες του καθενός. Για εμάς, μια καλή ιστορία είναι πάντα αρκετή.

Fly me to the moon

Εν κατακλείδι, όλα τα παραπάνω απειροελάχιστη σημασία έχουν. Οι ταμπέλες και οι κατηγοριοποιήσεις δεν είναι παρά ένα τέχνασμα για να βάζουμε, στο φτωχό μας το μυαλό, μια τάξη στο χάος. Το ότι δεν κατατάσσεται εκεί που θα θέλαμε ή καλύτερα εκεί που ελπίζαμε δεν αναιρεί σε καμία περίπτωση την αξία όλων όσων που προσφέρει. Δεν είναι βιντεοπαιχνίδι; Και τι έγινε. Είναι μια πανέμορφη εμπειρία που έχει άπειρα να δώσει σε όποιον της αφιερώσει τον χρόνο και την προσοχή του. Μπορεί να μην αποτελεί καμία εξέλιξη για το μέσο και περιέργως να αγνοεί την ίδια του την φύση, αφομοιώνοντας τη φόρμα χωρίς το ουσιαστικό περιεχόμενο αλλά αυτό δεν είναι παρά μια μικρή λεπτομέρεια μπροστά στους ατελείωτους θριάμβους του. Στο κάτω, κάτω, είναι μια επιλογή που γίνεται συνειδητά –εξάλλου υπάρχει ολόκληρη κατηγορία ανάλογων “παιχνιδιών”- και αποτελεί μέρος της ιδιοσυγκρασίας του είτε συμφωνεί με τις ονειροπολήσεις μας για το μέλλον του μέσου, είτε όχι. Και σε μια βιομηχανία που η σοβαροφάνεια έχει γίνει αρετή, το “To the Moon” αποπνέει μια ζηλευτή ωριμότητα που δεν έχουμε την πολυτέλεια να αγνοούμε εστιάζοντας στο τι δεν είναι. Εξάλλου, το φεγγάρι μπορεί να έχει την σκοτεινή του πλευρά αλλά χωρίς αυτό, θα βυθιζόμασταν κάθε βράδυ στο σκοτάδι.

Γιώργος Πρίτσκας

{nomultithumb}

Γιώργος Πρίτσκας
Γιώργος Πρίτσκας
Άρθρα: 245

Υποβολή απάντησης