
The Ratchet and Clank Trilogy
To gaming στην πιο αγνή του μορφή
To gaming στην πιο αγνή του μορφή
Δεκάδες είναι οι τυποποιημένες εκφράσεις που μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς σε περιπτώσεις επανακυκλοφορίας τίτλων όπως τα τρία πρώτα Ratchet and Clank. Δεκάδες είναι και τα κλισέ τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να χαρακτηριστεί ο κλασικός και αειθαλής χαρακτήρας των παιχνιδιών αυτών. Τίποτα όμως δε μπορεί να περιγράψει την πραγματικότητα καλύτερα από την εξής φράση: τα Ratchet and Clank είναι από τα σπουδαιότερα πράγματα που έδωσε ποτέ η πιο επιτυχημένη κονσόλα όλων των εποχών, και μαζί με τα Jak της “αδερφής” εταιρείας Naughty Dog, είναι αυτά που καθόρισαν εν πολλοίς το χαρακτήρα (τουλάχιστο εκ Δύσεως) του PlayStation 2.
Δηλαδή, εξέφρασαν την πεμπτουσία της κονσόλας: ατελείωτο και χορταστικό παιχνίδι, με φρέσκες ιδέες και χιούμορ, χωρίς μακελέματα, σφαγές και προπαγανδιστικές τάσεις. Τώρα, το πώς από το ανεξάντλητο gameplay του Ratchet φτάσαμε στο να εξολοθρεύουμε τρομοκράτες έναντι απόκτησης levels, αυτό είναι μία άλλη ιστορία, προοριζόμενη για μακριές χειμωνιάτικες νύχτες και ουχί για ανυπόφορης ζέστης καλοκαιρινά απογεύματα.
Μεταξύ άλλων, βλέποντας κανείς την επανέκδοση των τριών Ratchet (όπως και των τριών Jak) μπορεί να δημιουργήσει κάποιες αδρές εντυπώσεις για το πόσο πολύ έχει αποκλίνει ο πυρήνας του εμπορικού gaming τα τελευταία χρόνια από αυτό που κάποτε ήταν. Και κυρίως αναφερόμαστε στις δύο «hardcore» κονσόλες που εκφράζουν αυτό το εμπορικό gaming, αφού η Nintendo με το Wii, για πολλά μπορεί να κατηγορηθεί, όχι όμως για αποστασιοποίηση από το χαρακτήρα του gaming όπως πάντα αυτή το συνελάμβανε και το προωθούσε.
Δέκα χρόνια πριν, οι κάτοχοι του PS2 έμειναν με το στόμα ανοικτό αντικρίζοντας τη Metropolis του πλανήτη Kerwan, και χειριζόμενοι τον εξωγήινο γάτο (;) με ανεπανάληπτη απόκριση και ισορροπία στο gameplay.
Δέκα χρόνια και συνεχίζει να θαμπώνει
Τα Ratchet and Clank που εμφανίστηκαν διαδοχικά μέσα σε τρία χρόνια (από το 2002 έως το 2004) έφεραν στο PS2 το καλύτερο και πιο απολαυστικό platformer της γενιάς, επανακαθορίζοντας ουσιαστικά την έννοια του 3D platformer, εμπλουτίζοντας το είδος με πολυεπίπεδους και άρτια δοσμένους μηχανισμούς μάχης, στηριζόμενους σε ένα ευφάνταστο και εμπνευσμένο οπλοστάσιο. Δέκα χρόνια μετά, τα παιχνίδια δείχνουν σχεδόν καινούργια και δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα πιο πρόσφατα “αδερφάκια” τους. Το δε gameplay έχει παραμείνει τόσο φρέσκο και σύγχρονο, που αναρωτιέται κανείς αν στον τομέα του ελέγχου του χαρακτήρα και του κλασικού Platforming η Insomniac είχε πετύχει σχεδόν το τέλειο.
Αρκεί μόνο να σκεφτεί κανείς, σε όλο το φάσμα των τριών τίτλων, πόσο μεγάλο είναι το εύρος των διαφορετικών μηχανισμών, του gameplay και των ιδεών που υλοποιούνται άψογα. Platforming άψογης υλοποίησης, παιχνίδι βολών, space combat, mini games με τις διαδρομές στις οποίες κινείται ο Ratchet, ακόμα και το gameplay του Ratchet, που σε σημεία θυμίζει Pikmin και Overlord με τον έλεγχο των μικρών ρομπότ. Όλα αυτά σε παιχνίδια χορταστικής διάρκειας, με ευφυώς ενσαρκωμένη την αναγκαιότητα του backtracking και του ξεκλειδώματος νέων διαδρομών, την ανακάλυψη collectibles και την ανεύρεση νέων όπλων και αναβαθμίσεων.
Η αλήθεια είναι ότι μεγάλες διαφορές από το πρώτο έως το τρίτο (ή αλλιώς Up Your Arsenal) Ratchet, δεν υφίστανται. Στη διαδρομή διακρίνεται βεβαίως μία ωρίμανση ιδεών και μία πραγμάτωση κάποιων άλλων που υπήρχαν σε εμβρυακό στάδιο νωρίτερα, αλλά πάνω κάτω έχουμε να κάνουμε με παρόμοιες εμπειρίες. Και στα τρία παιχνίδια, ο κόσμος ο οποίος παρουσιάζεται στον παίκτη είναι ένας έξυπνα σχεδιασμένος, φουτουριστικός καρτουνίστικος κόσμος, με πλήθος εξωφρενικών πλασμάτων, αστείων χαρακτήρων και εξωγήινων πλανητών.
Κάθε φορά ο Ratchet, με το φίλο του Clank, καλούνται μέσα από έξυπνα και χιουμοριστικά γραμμένες ιστορίες να σώσουν το γαλαξία, είτε από τρελούς επιστήμονες όπως ο Dr Nefarious, είτε από σατανικούς ηγέτες κατεστραμμένων κόσμων που ξαναχτίζουν τον πλανήτη τους διαλύοντας δεκάδες άλλους όπως ο διαβολικός Drek. Όπως και να ‘χει, η ιστορία είναι μια καλή δικαιολογία για μία μεγάλη παρέλαση από καλογραμμένες ατάκες και ένα καλό κίνητρο για τον Ratchet και τον κολλητό του να επισκεφτούν μία πλειάδα πλανητών, διαφορετικούς και ανόμοιους μεταξύ τους, με τον καθένα να προσφέρει και μία διαφορετική πρόκληση.
{PAGE_BREAK}
Επανάληψη με ουσία
Οι δεκάδες αντίπαλοι των δύο φίλων αντιμετωπίζονται με το κλασικό γαλλικό κλειδί (ή κοχλιοστρόφιο ελληνιστί) του Ratchet και μία στοίβα όπλων που εμφανίζονται προοδευτικά και ξεκινούν από απλά Bomb Gloves και φτάνουν στα φαντασμαγορικά όπλα που μετατρέπουν τους εχθρούς σε άκακα αρνιά! Στο δεύτερο και στο τρίτο Ratchet, το πλούσιο αυτό οπλοστάσιο είναι σε θέση να αναβαθμιστεί ανάλογα με την εμπειρία που συσσωρεύεται από τη χρήση του κάθε όπλου, όπως είναι δυνατόν να αναβαθμιστούν και οι ικανότητες του Ratchet, ανάλογα με τα επίπεδα εμπειρίας του.
Μετά από τόσα χρόνια, η απόκριση του χαρακτήρα και στα τρία παιχνίδια είναι απαράμιλλης πιστότητας, το shooting κομμάτι εφάμιλλο σύγχρονων πολεμικών παιχνιδιών, και αυτό είναι μόνο η αρχή. Οι πίστες (πρόκειται για πλανήτες που επισκέπτονται οι φίλοι μας) αποκαλύπτουν σιγά-σιγά τα μυστικά τους, και κάθε φορά, αναδύονται νέες περιοχές με νέες προκλήσεις και νέα αντικείμενα προς απόκτηση. Ουσιαστικά, το backtracking που προσφέρουν οι τρεις τίτλοι απέχει παρασάγγας από το κλασικό backtracking που επαναφέρει τον παίκτη στις ίδιες περιοχές με απλά διαφορετικά collectibles. Σε αυτά εδώ τα παιχνίδια οι υποπεριοχές που ανοίγουν είναι διαφορετικές από αυτές που γνωρίζαμε, με νέους γρίφους, νέα αντικείμενα και νέες προκλήσεις. Αποτελούν δηλαδή παιχνίδι μέσα στο παιχνίδι, και όχι απλή επανάληψη σημείων που έχουμε ήδη εξαντλήσει.
HD μεταφορά στην πράξη και όχι στα λόγια
Η οπτική απόδοση των περιοχών, των χαρακτήρων, των αντιπάλων, των εφέ της μάχης κτλ, ακόμα και σήμερα εκπλήσσει. Η φροντίδα που έχει δεχτεί η τριλογία για τις αναγκές της HD επανέκδοσης τη φέρνουν πολύ κοντά στα τρία Ratchet του PS3 αν δε λάβουμε υπόψη αντικειμενικά στοιχεία όπως οι υφές, οι πολλές γωνίες στο σχεδιασμό κτλ. Αχανές για την εποχή draw distance, δεκάδες χαρακτήρες στην οθόνη, τρομερό animation από τον πρωταγωνιστή και απολαυστικά εφέ μάχης. Η μετάβαση από την προηγούμενη γενιά στη γενιά του PS2, τουλάχιστο για τους console gamers, με τέτοια παιχνίδια, ήταν σίγουρα σοκαριστική.
Όπως προαναφέραμε, η μεταφορά στο PS3 -εκτός από ήσσονος σημασίας θεματάκια- είναι άκρως ικανοποιητική. Μπορεί να ενοχλεί για παράδειγμα το ότι το μενού στα Gadgetron Vendors (τα ηλεκτρονικά μαγαζάκια όπλων και πυρομαχικών) είναι χαμηλής ανάλυσης και το ότι κάποια ηχητικά εφέ μαρτυρούν την ηλικία των παιχνιδιών, αλλά απέναντι στην πανέμορφη και όλο χρώματα απόδοση της Metropolis ή της Eudora ωχριούν ως αντεπιχειρήματα για την καλή δουλειά που έγινε για τη συλλογή.
Μη το χάσετε γιατί… θα χάσετε!
Εν ολίγοις, με μία άκρως χορταστική κυκλοφορία, η Sony καλύπτει ένα τεράστιο κεφάλαιο της παρακαταθήκης του PS2, προσφέροντας σε ένα πακέτο τρεις σπουδαίους τίτλους που συμπυκνώνουν την έννοια του gaming όπως πολλοί από εμάς θα επιθυμούσαμε να είχε παραμείνει τουλάχιστο για λίγα χρόνια ακόμα πριν μεταφερθεί σε αιματοβαμμένες αρένες και πεδία μάχης.
Ο κάθε τίτλος απαιτεί τουλάχιστο 15 με 20 ώρες για να εξαντληθεί, χωρίς όμως να εξαντλήσει την ίδια στιγμή τον παίκτη. Με ποιότητα που έχει μείνει αναλλοίωτη μέσα στο χρόνο, αυτό που υπερισχύει μέσα στη συλλογή είναι οι πηγαίες ιδέες και η τελειοποίηση ήδη υπαρχόντων, που όμως ποτέ δεν άγγιξαν τα επίπεδα στα οποία τις ανύψωσε η Insomniac. Μη χάσετε αυτά τα αριστουργήματα.
Σάββας Καζαντζίδης