

Ο Kil’jaeden και η Συμφωνία της Σκιάς
Ο Kil’jaeden και η Συμφωνία της Σκιάς
Περίπου την ίδια περίοδο με τη γέννηση του Medivh στον Azeroth, ο Kil’jaeden the Deceiver καθόταν και συλλογιζόταν ανάμεσα στους οπαδούς του στο αρχηγείο της Burning Legion. Ο πανούργος demonlord, ακολουθώντας τις διαταγές του αφέντη του, σχεδίαζε τη δεύτερη εισβολή της λεγεώνας στην πολύπαθη γη του Azeroth. Αυτή τη φορά δεν θα επέτρεπε κάποιο λάθος, το οποίο θα μπορούσε να αποτρέψει την υποδούλωση του κόσμου. O Kil’jaeden σκέφτηκε ότι χρειαζόταν μια νέα δύναμη κρούσης για να αποδυναμώσει την άμυνα του Azeroth πριν καν φτάσει η Burning Legion εκεί. Εάν οι θνητές φυλές, όπως οι night elves και οι δράκοι, αναγκαζόντουσαν να αντιμετωπίσουν μια νέα απειλή, θα ήταν αποδυναμωμένοι για να προβάλλουν οποιαδήποτε αντίσταση όταν άρχιζε η αληθινή εισβολή της λεγεώνας.
Ήταν εκείνη τη στιγμή που ο Kil’jaeden ανακάλυψε τον πλούσιο κόσμο του Draenor, να επιπλέει ειρηνικά μέσα στο Great Dark Beyond. Πατρίδα της σαμανικής φυλής των orcs και των ειρηνικών draenei, o Draenor ήταν τόσο ειδυλλιακός όσο ήταν και τεράστιος. Οι ευγενείς φατρίες των orcs περιπλανιόνταν στα ανοιχτά λιβάδια και κυνηγούσαν για διασκέδαση, ενώ οι φιλοπερίεργοι draenei έχτιζαν μεγαλοπρεπείς πόλεις εντός των πανύψηλων κορυφών του κόσμου. Ο πονηρός demonlord ήξερε ότι οι κάτοικοι αυτής της γης θα μπορούσαν να προσφέρουν μεγάλη υπηρεσία στην Burning Legion, εάν κάποιος τους έδινε τα σωστά ερεθίσματα.
Από τις δύο φυλές, ο Kil’jaeden παρατήρησε ότι οι πολεμιστές orcs ήταν πιο επιρρεπείς στη διαφθορά της λεγεώνας. Γοήτευσε, λοιπόν, τον πρεσβύτερο orc σαμάνο, Ner’zhul, σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που ο Sargeras έφερε υπό τον έλεγχο του την βασίλισσα Azshara πριν από χιλιάδες χρόνια. Σύντομα, η πνευματική φυλή μετατράπηκε σε μια αιμοδιψή, αποτρόπαια πολεμική μηχανή. Ο πανούργος διοικητής της Burning Legion προέτρεψε τότε τον Ner’zhul και τους ανθρώπους του να κάνουν το τελευταίο βήμα: να δοθούν ψυχή τε και σώματι στην επιδίωξη του θανάτου και του πολέμου. Ωστόσο, ο γέροντας, διαισθανόμενος ότι οι άνθρωποι του θα υποδουλώνονταν στο μίσος για πάντα, αντιστάθηκε κατά κάποιο τρόπο στην εντολή του δαίμονα.
Εκνευρισμένος από την αντίσταση του Ner’zhul, ο Kil’jaeden έψαξε για έναν άλλο orc που θα παρέδιδε τους συμπατριώτες του στα χέρια της λεγεώνας. Ο έξυπνος demonlord βρήκε επιτέλους τον πρόθυμο μαθητή που ζητούσε – τον φιλόδοξο μαθητή του Ner’zhul, Gul’dan. Ο Kil’jaeden του υποσχέθηκε ανείπωτη δύναμη σε αντάλλαγμα για την απόλυτη υπακοή του. Ο νεαρός orc έγινε ένας άπληστος μαθητής της δαιμονικής μαγείας και εξελίχθηκε στον πιο ισχυρό θνητό warlock όλων των εποχών. Στη συνέχεια, δίδαξε άλλους της φυλής του τις απόκρυφες αυτές τέχνες και προσπάθησε να εξαλείψει όλες τις σαμανικές παραδόσεις των orcs. Ο Gul’dan παρουσίασε ένα νέο είδος μαγείας στους αδελφούς του, μια φοβερή νέα δύναμη που θα σφράγιζε την μοίρα τους.
Ο σατανικός demonlord, επιδιώκοντας να ενισχύσει την εξουσία του πάνω στους orcs, βοήθησε τον Gul’dan να ιδρύσει το Shadow Council, μια μυστική αίρεση που θα χειραγωγούσε τις φατρίες και θα διέδιδε τη χρήση της χαοτικής μαγείας των warlock σε όλο τον Draenor. Καθώς όλο και περισσότεροι orcs άρχισαν να πέφτουν θύματα της διαφοράς των απόκρυφων αυτών τεχνών, τα ήπια ρεύματα ενέργειας του Draenor άρχισαν να μαυρίζουν και να ξεθωριάζουν. Με την πάροδο του χρόνου, οι απέραντες πεδιάδες που οι orcs αποκαλούσαν πατρίδα εδώ και πολλά χρόνια άρχισαν να εξαφανίζονται, αφήνοντας πίσω τους μόνο κόκκινο, άγονο έδαφος. Οι δαιμονικές ενέργειες σκότωναν σιγά-σιγά τον κόσμο.
Οι orcs έγιναν όλο και πιο επιθετικοί υπό τον μυστικό έλεγχο του Gul’dan και του Shadow Council. Κατασκεύασαν τεραστίων διαστάσεων αρένες, όπου έδειχναν τις δεξιότητες τους μέσα από δοκιμασίες ζωής ή θανάτου. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, μερικοί πολέμαρχοι μίλησαν ανοιχτά για την ολοένα αυξανόμενη διαφθορά της φυλής τους. Ένα τέτοιος πολέμαρχος, ο Durotan της φατρίας των Frostwolf, προειδοποίησε τους συμπατριώτες του ότι θα έχαναν την ταυτότητα τους στο μίσος και την οργή. Τα λόγια του έπεσαν στο κενό, μιας και υπήρχαν οπλαρχηγοί, όπως ο Grom Hellscream της φατρίας των Warsong, οι οποίοι βγήκαν μπροστά για να υπερασπιστούν τη νέα εποχή πολέμου και κυριαρχίας.
Ο Kil’jaeden ήξερε ότι οι φατρίες των orcs ήταν σχεδόν έτοιμες, αλλά έπρεπε να βεβαιωθεί ότι του ήταν απολύτως πιστές. Κρυφά, διέταξε το Shadow Council να καλέσει τον Mannoroth the Destructor, την ενσάρκωση της καταστροφής και της οργής. Ο Gul’dan κάλεσε τους οπλαρχηγούς και τους έπεισε ότι η κατανάλωση του μαινόμενου αίματος του Mannoroth θα τους έκανε εντελώς ανίκητους. Με πρωτοστάτη τον Grom Hellscream, όλοι οι αρχηγοί των φατριών εκτός από τον Durotan ήπιαν και έτσι σφράγισαν την μοίρα τους ως σκλάβοι της Burning Legion. Δυναμωμένοι από την οργή του πρώτου των Pit Lords, οι οπλαρχηγοί ασυναίσθητα επέκτειναν την υποταγή τους στους ανυποψίαστους αδελφούς τους.
Κυριευμένοι από την κατάρα της νέας αυτής ανίερης συμφωνίας, οι orcs θέλησαν να εξαπολύσουν την οργή τους σε όποιον βρισκόταν στο διάβα τους. Aισθάνοντας ότι είχε έρθει η ώρα, ο Gul’dan ένωσε τις αντιμαχόμενες φατρίες σε μια ενιαία, ασταμάτητη Horde. Ωστόσο, γνωρίζοντας ότι οι διάφοροι οπλαρχηγοί, όπως ο Hellscream και ο Orgrim Doomhammer, θα αγωνιζόνταν για τη θέση του αρχηγού της ορδής, ο πανούργος warlock εξέλεξε μια μαριονέτα πολέμαρχο για να διαφεντεύει τη νέα Horde.
O Blackhand the Destroyer, ένας ιδιαίτερα διεφθαρμένος και μοχθηρός οπλαρχηγός, επιλέχθηκε να είναι η μαριονέτα του Gul’dan. Κάτω από την ηγεσία του Blackhand, η Horde ξεκίνησε για να κατακτήσει τους απλοϊκούς και φιλήσυχους draenei. Κατά τη διάρκεια λίγων μηνών, η ορδή εξάλειψε σχεδόν κάθε ζωντανό draenei πάνω στον Draenor. Μόνο μια χούφτα διάσπαρτοι επιζώντες κατάφεραν να αποφύγουν τη φοβερή οργή των orcs. Γεμάτος έξαψη και υπεροψία από τη νίκη, ο Gul’dan απολάμβανε την εξουσία και τη δύναμη της Horde. Παρόλα αυτά, ήξερε ότι χωρίς εχθρούς για να τις κρατούν απασχολημένες, οι διάφορες φατρίες της ορδής θα άρχιζαν να πολεμάνε η μια τη άλλη, λόγω της ακόρεστης όρεξης τους για πόλεμο και σφαγή.
Ο Kil’jaeden συνειδητοποίησε ότι η Horde ήταν πλέον έτοιμη. Οι orcs είχαν γίνει το μεγαλύτερο όπλο της λεγεώνας. Ο πανούργος δαίμονας μοιράστηκε τα χαρμόσυνα νέα με τον αφέντη του, και ο Sargeras συμφώνησε ότι η ώρα της εκδίκησής του είχε επιτέλους φτάσει.
{PAGE_BREAK}
Καθώς ο Kil’jaeden προετοίμαζε την Horde για την εισβολή στον κόσμο του Azeroth, o Medivh συνέχισε να παλεύει για την ψυχή του ενάντια στον σκοτεινό Τιτάνα. Ο βασιλιάς Llane, ο ευγενής μονάρχης της Stormwind, άρχισε να ανησυχεί για τη σκοτεινιά, η οποία φαίνεται ότι αλλοίωνε το πνεύμα του πρώην φίλου του. Οπότε, μοιράστηκε τις ανησυχίες του με τον Anduin Lothar, τον τελευταίο απόγονο της γενιάς των Arathi, τον οποίο διόρισε αρχηγό του στρατού και σύμβουλό του. Ακόμα και έτσι, κανείς τους δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η αργή κάθοδος του Medivh προς την τρέλα θα επέφερε την φρίκη που επρόκειτο να έρθει.
Ως τελικό κίνητρο, ο Sargeras υποσχέθηκε να προσδώσει τεράστια δύναμη στον Gul’dan αν συμφωνούσε να οδηγήσει την Horde στον Azeroth. Μέσω του Medivh, ο διαβολικός αφέντης της λεγεώνας είπε στον warlock ότι θα γινόταν ζωντανός θεός, αν έβρισκε τον υποθαλάσσιο τάφο όπου η Aegwynn είχε τοποθετήσει το ακρωτηριασμένο σώμα του Sargeras σχεδόν πριν από χίλια χρόνια. Ο Gul’dan συμφώνησε και αποφάσισε ότι μόλις οι κάτοικοι του Azeroth είχαν νικηθεί, θα μπορούσε να βρει τον θρυλικό τάφο και να διεκδικήσει την ανταμοιβή του. Σίγουρος ότι η ορδή θα εξυπηρετούσε τους καταχθόνιους σκοπούς του, ο σκοτεινός Τιτάνας διέταξε να ξεκινήσει η εισβολή.
Μέσα από μια κοινή προσπάθεια, ο Medivh και οι warlocks του Shadow Council άνοιξαν τη διαστατική πύλη, γνωστή ως Dark Portal. Αυτή η πύλη γεφύρωσε την απόσταση μεταξύ Azeroth και Draenor, και ήταν αρκετά μεγάλη ώστε οι στρατιές της ορδής να περάσουν διαμέσου της. Ο Gul’dan απέστειλε orcs ανιχνευτές μέσω της πύλης για να ερευνήσουν τα εδάφη που θα κατακτούσαν. Όταν επέστρεψαν, διαβεβαίωσαν το Shadow Council ότι ο κόσμος του Azeroth ήταν έτοιμος να πέσει σαν ώριμο φρούτο. Ακόμα πεπεισμένος ότι η διαφθορά του Gul’dan θα κατέστρεφε τον λαό του, ο Durotan μίλησε ανοιχτά ενάντια στους warlocks για ακόμη μια φορά.
Ο γενναίος πολεμιστής ισχυρίστηκε ότι οι άρχοντες τις χαοτικής μαγείας θα κατέστρεφαν την καθαρότητα του πνεύματος των orcs και ότι αυτή η απερίσκεπτη εισβολή θα ήταν η καταδίκη τους. Ο Gul’dan, μην μπορώντας να ρισκάρει τα επακόλουθα που θα είχε η δολοφονία ενός τέτοιου δημοφιλούς ήρωα, αναγκάστηκε να εξορίσει τον Durotan και την φατρία των Frostwolfs στα πέρατα αυτού του νέου κόσμου.
Αφού οι εξόριστοι Frostwolves πέρασαν μέσω της διαστατικής πύλης, λίγες μόνο φατρίες ακολούθησαν. Αυτοί οι orcs δημιούργησαν ένα ορμητήριο στην Black Morass, μια σκοτεινή και βαλτώδη περιοχή στα ανατολικά του βασιλείου της Stormwind. Καθώς οι orcs άρχισαν να εξαπλώνονται στα γύρω εδάφη και να εξερευνούν νέες περιοχές, ήρθαν σε άμεση σύγκρουση με τους υπερασπιστές ανθρώπους της Stormwind. Αν και αυτές οι αψιμαχίες συνήθως έληγαν γρήγορα, φανέρωναν τα δυνατά σημεία και τις αδυναμίες των δύο αντιπάλων ειδών.
Οι Llane και Lothar ποτέ δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν ακριβή στοιχεία για τον αριθμό των orcs και μπορούσαν μόνο να μαντέψουν πόσο μεγάλη ήταν η απειλή που έπρεπε να αντιμετωπίσουν. Μετά από μερικά χρόνια, η πλειοψηφία της ορδής είχε περάσει στη γη του Azeroth, και ο Gul’dan θεώρησε ότι η ώρα για τη μεγάλη επίθεση κατά της ανθρωπότητας είχε έρθει. Η Horde εξαπέλυσε την πλήρη δύναμη της κατά του ανυποψίαστου βασιλείου της Stormwind.
Καθώς οι δυνάμεις του Azeroth και της Horde συγκρούονταν σε όλο το βασίλειο, εσωτερικές διαμάχες άρχισαν να γίνονται αισθητές και στους δύο στρατούς. Ο βασιλιάς Llane, ο οποίος πίστευε ότι οι κτηνώδεις orcs δεν ήταν σε θέση να κατακτήσουν τον Azeroth, περιφρονητικά παρέμενε στο παλάτι του στην πρωτεύουσα χωρίς να κάνει κάτι για να αντιμετωπίσει αυτήν την μάστιγα άπαξ και διαπαντός. Ωστόσο, ο Sir Lothar ήταν πεπεισμένος ότι η μάχη θα έπρεπε να δοθεί στην καρδιά του εχθρού, και έτσι αναγκάστηκε να επιλέξει μεταξύ των πεποιθήσεων και της πίστης του προς τον βασιλιά. Επιλέγοντας να ακολουθήσει το ένστικτό του, ο επικεφαλής της βασιλικής φρουράς εισέβαλε στον πύργο-φρούριο του Medivh, το Karazhan, με τη βοήθεια του νεαρού μαθητή του Φύλακα, Khadgar.
Οι δύο υπερασπιστές της ανθρωπότητας κατάφεραν να νικήσουν τον δαιμονισμένο Guardian, ο οποίος όπως πίστευαν ήταν η πηγή της σύγκρουσης. Σκοτώνοντας τον Medivh, ακούσια εξόρισαν τον πνεύμα του Sargeras στην άβυσσο. Κατά συνέπεια, το καθαρό, ενάρετο πνεύμα του Φύλακα μπόρεσε επίσης να επιβιώσει… και θα περιπλανιόταν στην αστρική διάσταση για πολλά χρόνια.
Παρότι που ο Medivh είχε ηττηθεί, η ανάλγητη ορδή συνέχισε να κατακυριεύει τους υπερασπιστές της Stormwind. Καθώς η νίκη της Horde πλησίαζε ολοένα και πιο κοντά, ο Orgrim Doomhammer, ένας από του ισχυρότερους οπλαρχηγούς, άρχισε να βλέπει την αχρεία διαφθορά που είχε εξαπλωθεί σε όλες τις φατρίες τα τελευταία χρόνια. Ο παλιός του σύντροφος, ο Durotan, επέστρεψε από την εξορία και τον προειδοποίησε για άλλη μια φορά σχετικά με την προδοσία του Gul’dan. Σε μια επίδειξη δύναμης, ο φθονερός άρχοντας της χαοτικής μαγείας έστειλε αιμοσταγείς δολοφόνους για να σκοτώσουν τον Durotan και την οικογένεια του, αφήνοντας ζωντανό μόνο τον νεογέννητο γιο του. Άγνωστο σε όλους θα παρέμενε για πολλά χρόνια το γεγονός ότι ο γιος του Durotan βρέθηκε από έναν ανθρώπινο αξιωματικό, τον Aedelas Blackmoore, και έγινε σκλάβος του. Μια μέρα, όμως, αυτό το βρέφος θα γινόταν ο μεγαλύτερος ηγέτης στην ιστορία του λαού του.
Αγανακτισμένος από το θάνατο του Durotan, ο Orgrim αποφάσισε να απελευθερώσει την ορδή από τη δαιμονική διαφθορά και να αναλάβει τον ρόλο του πολέμαρχου της, δολοφονώντας τη διεφθαρμένη μαριονέτα του Gul’dan, τον Blackhand. Κάτω από την αποφασιστική ηγεσία του, η αμείλικτη Horde πολιόρκησε το κάστρο της Stormwind. Ο βασιλιάς Llane είχε υποτιμήσει σοβαρά τη δύναμη της ορδής, και έβλεπε ανήμπορος καθώς το βασίλειο του έπεφτε στα χέρια των αδίστακτων εισβολέων. Τελικά, ο βασιλιάς δολοφονήθηκε από μια από τιςς καλύτερες δολοφόνους του Shadow Council, την Garona.
Ο Lothar και οι πολεμιστές του, επιστρέφοντας σπίτι από το Karazhan, ήλπιζαν να αποτρέψουν την περαιτέρω απώλεια ζωής και να σώσουν την πάλαι ποτέ ένδοξη πατρίδα τους. Αντ’ αυτού, επέστρεψαν πολύ αργά και βρήκαν το αγαπημένο βασίλειο τους ολοσχερώς κατεστραμμένο. Η Horde συνέχισε να λεηλατεί την ύπαιθρο και κατέλαβε τις τριγύρω εκτάσεις. Αναγκασμένοι να κρυφτούν, ο Lothar και οι σύντροφοί του ορκίστηκαν έναν ζοφερό όρκο – να διεκδικήσουν εκ νέου την πατρίδα τους με οποιοδήποτε κόστος.
{PAGE_BREAK}
O γενναίος Lothar συσπείρωσε τα υπολείμματα των στρατευμάτων της Stormwind μετά την πτώση της πρωτεύουσας, και στη συνέχεια ξεκίνησε μια μαζική έξοδο προς τη θάλασσα και το βόρειο βασίλειο του Lordaeron. Πεπεισμένοι ότι η ορδή θα κατέστρεφε όλη την ανθρωπότητα, αν αφεθεί ανεξέλεγκτη, οι ηγέτες των επτά ανθρώπινων εθνών συναντήθηκαν και συμφώνησαν να ενωθούν σε αυτό που θα γινόταν γνωστό ως η Alliance of Lordaeron. Για πρώτη φορά μετά από σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια, τα διαφορετικά έθνη της Arathor ήταν για άλλη μια φορά ενωμένα κάτω από ένα κοινό έμβλημα. Διορισμένος ως ανώτατος διοικητής των δυνάμεων της συμμαχίας, ο λόρδος Lothar ετοίμαζε τις στρατιές του για τον ερχομό της ορδής.
Βοηθούμενος από τους υπασπιστές του, Uther the Lightbringer, Daelin Proudmoore και Turalyon, ο Lothar κατάφερε να πείσει τις ημιανθρώπινες φυλές του Lordaeron για την επικείμενη απειλή. H Alliance είχε καταφέρει να κερδίσει την υποστήριξη των στωικών νάνων της Ironforge και ενός μικρού αριθμού ξωτικών του Quel’Thalas. Οι high elves, με αρχηγό εκείνη την εποχή τον Anasterian Sunstrider, ήταν σε μεγάλο βαθμό αδιάφοροι για την επικείμενη σύγκρουση. Ωστόσο, ήταν υποχρεωμένοι να βοηθήσουν τον Lothar, όντας ο τελευταίος απόγονος της γενιάς των Arathi, η οποία είχε βοηθήσει τα ξωτικά σε παλαιότερες εποχές.
Η Horde, τώρα με επικεφαλής τον πολέμαρχο Doomhammer, έφερε τους ogres από την πατρίδα τους τον Draenor και επιστράτευσε τα καταχθόνια Amani trolls του δάσους στους κόλπους της ορδής. Ξεκινώντας μια τεράστια εκστρατεία για να συντρίψουν το βασίλειο των νάνων του Khaz Modan και τις νότιες περιοχές του Lordaeron, η Horde αποδεκάτισε αβίαστα κάθε αντίσταση. Οι επικές μάχες του Second War κυμαίνονταν από μεγάλης κλίμακας ναυτικές αψιμαχίες μέχρι τεραστίων διαστάσεων αερομαχίες. Με κάποιον τρόπο, η ορδή είχε ανακαλύψει ένα ισχυρό τεχνούργημα, γνωστό ως Demon Soul, και το χρησιμοποίησε για να υποδουλώσει την αρχαία βασίλισσα των δράκων, Alexstrasza.
Απειλώντας να καταστρέψει τα πολύτιμα αυγά της, η Horde ανάγκασε την πανίσχυρη δράκαινα να στείλει τα παιδιά της στον πόλεμο. Οι ευγενείς ερυθροί δράκοι αναγκάστηκαν να αγωνιστούν για την ορδή είτε το ήθελαν είτε όχι. Ο πόλεμος μαινόταν σε όλο το μήκος και πλάτος των δύσμοιρων βασιλείων των νάνων και των ανθρώπων. Στο πλαίσιο της εκστρατείας της στο βορρά, η ορδή κατάφερε να πυρπολήσει τα σύνορα του Quel’Thalas, εξασφαλίζοντας έτσι την τελική δέσμευση των ξωτικών στον αγώνα της συμμαχίας.
Οι μεγαλύτερες πόλεις και κωμοπόλεις του Lordaeron ισοπεδώθηκαν και καταστράφηκαν από τις συγκρούσεις. Παρά την απουσία ενισχύσεων και ενάντια σε κάθε πιθανότητα, ο Lothar και οι σύμμαχοι του κατάφεραν να κρατήσουν τους εχθρούς υπό έλεγχο. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών του δευτέρου μεγάλου πολέμου, καθώς η νίκη της ορδής επί της συμμαχίας φαινόταν σχεδόν εξασφαλισμένη, μια τρομερή διαμάχη ξέσπασε μεταξύ των δυο πιο ισχυρών orcs του Azeroth. Ενώ ο Doomhammer προετοίμαζε την τελική επίθεση ενάντια στην πρωτεύουσα του Lordaeron – μια επίθεση που θα μπορούσε να είχε συνθλίψει τα τελευταία απομεινάρια της συμμαχίας – ο Gul’dan και οι οπαδοί του εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και έφυγαν προς τη θάλασσα.
Ο αμήχανος Doomhammer, έχοντας χάσει σχεδόν το ήμισυ του στρατού του από την προδοσία του πανούργου warlock, αναγκάστηκε να τραβηχτεί πίσω, χάνοντας έτσι τη μεγαλύτερη ευκαιρία να νικήσει την Alliance άπαξ και δια παντός. Θέλοντας να τιμωρήσει τα ιδιότροπα orcs για την ακριβοπληρωμένη προδοσία τους, ο Doomhammer έστειλε τις δυνάμεις του να σκοτώσουν τον Gul’dan και να φέρουν πίσω τους αποστάτες οπαδούς του. Λόγω της απερισκεψίας του, ο άρχοντας της χαοτικής μαγείας διαμελίστηκε από τους παράφρονες δαίμονες που είχε απελευθερώσει.
Με τον ηγέτη τους νεκρό, οι στρατιές του γρήγορα νικήθηκαν από τις εξορισμένες λεγεώνες του Doomhammer. Αν και η εξέγερση είχε κατασταλθεί, η ορδή δεν ήταν σε θέση να ανακτήσει τις φοβερές απώλειες που είχε υποστεί. Η προδοσία του Gul’dan είχε δώσει στην συμμαχία όχι μόνο ελπίδα, αλλά και χρόνο για να ανασυντάξει τις δυνάμεις της και να προβεί σε αντίποινα. Ο λόρδος Lothar, βλέποντας ότι η Horde είχε αρχίσει να θρυμματίζεται εκ των έσω, συγκέντρωσε τις εναπομείνασες δυνάμεις του και έσπρωξε τον Doomhammer νότια, πίσω στην κατεστραμμένη χώρα της Stormwind. Εκεί, οι στρατιές της Alliance παγίδευσαν τις υποχωρούσες δυνάμεις της ορδής μέσα στο ηφαιστειογενές φρούριο του Blackrock Spire.
Αν και ο λόρδος Lothar έπεσε στη μάχη που ακολούθησε, ο υπασπιστής του, ο Turalyon, συσπείρωσε τις δυνάμεις της συμμαχίας την τελευταία στιγμή και έσπρωξε την ορδή πίσω στα αβυσσαλέα εδάφη του Swamp of Sorrows. Οι στρατιές του Turalyon κατάφεραν να καταστρέψουν την Dark Portal, την μυστικιστική πύλη που συνέδεε τους orcs με την πατρίδα τους. Αποκομμένη από τις ενισχύσεις της και θρυμματισμένη από εσωτερικές διαμάχες, η ορδή τελικά λύγισε στον εαυτό της και έπεσε μπροστά στη δύναμη της Alliance.
Οι κατακερματισμένες φατρίες των orcs γρήγορα μαζεύτηκαν και τοποθετήθηκαν μέσα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αν και φαινόταν ότι η ορδή είχε ηττηθεί για τα καλά, κάποιοι παρέμειναν εξαιρετικά δύσπιστοι ότι η ειρήνη θα διαρκούσε για πολλά χρόνια. Ο Khadgar, τώρα αρχιμάγος κάποιας φήμης, έπεισε τους διοικητές της συμμαχίας να χτίσουν το φρούριο του Nethergarde, το οποίο θα στεκόταν ακοίμητος φρουρός πάνω από τα ερείπια της Dark Portal και θα διασφάλιζε ότι θα δεν υπήρχαν περαιτέρω εισβολές από τον κόσμο του Dreanor…
Σάββας Πριπάκης
Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν για το άρθρο
World of Warcraft – History of Warcraft
WoWWiki
{nomultithumb}