Αφιέρωμα – Ron Gilbert
Ο άρχοντας των adventure games
Ο άρχοντας των adventure games
Ένας καλός developer ηλεκτρονικών παιχνιδιών πρέπει να διαθέτει την ψυχρή λογική ενός προγραμματιστή αλλά και τη δημιουργική φλέβα ενός καλλιτέχνη. Στην περίπτωση του Ron Gilbert, φαίνεται ότι αυτές οι αρετές είναι κάτι παραπάνω από δεδομένες. Είναι ο άνθρωπος που κατάφερε να δώσει στα παιχνίδια περισσότερο βάθος. Να προκαλέσει το μυαλό των παικτών, αντί τα αντανακλαστικά τους, και να αντικαταστήσει τα «άμυαλα» shooting στοιχεία από απαιτητικές αποφάσεις.
Ο Ron Gilbert γεννήθηκε στο Oregon των Ηνωμένων Πολιτειών. Σε αντίθεση με τα άλλα παιδιά της ηλικίας του, στον Ron δεν άρεσε να συζητά για αθλήματα, αλλά για επιστημονικά θέματα. Μεγάλη επίδραση για αυτές του τις αναζητήσεις είχε ο πατέρας του, ο οποίος ήταν αστροφυσικός. Στην ηλικία των 13 χρόνων, γεννήθηκε το ενδιαφέρον του για τα ηλεκτρονικά παιχνίδια χάρη σε μια ταινία και μία αριθμομηχανή. Το Star Wars ήταν μια ταινία που κατάφερε να επηρεάσει μια ολόκληρη γενιά. Ενώ στην αριθμομηχανή του, περνούσε τις ώρες του παίζοντας το κλασσικό παιχνίδι της Ναυμαχίας.

Και ενώ όλοι οι φίλοι του είχαν στην κατοχή τους μία κονσόλα Atari 2600, εκείνος χρειάστηκε να περιμένει δύο χρόνια μέχρι να αποκτήσει ηλεκτρονικό υπολογιστή. Βέβαια, θα λέγαμε ότι άξιζε η αναμονή, αφού του έδωσε τη δυνατότητα όχι μόνο να παίζει τα αγαπημένα του παιχνίδια, αλλά και να τα προγραμματίζει ο ίδιος. Ο Gilbert παρατηρούσε όλα τα παιχνίδια της εποχής, όπως το Donkey Kong, το Pac-Man, το Asteroids, το Space Invaders και τις διαφημίσεις για τα παιχνίδια του Atari 2600, και προσπαθούσε μετά να τα ξαναφτιάξει από το μηδέν, δοκιμάζοντας να τα τροποποιήσει με καινούργιες ιδέες.
Μερικές από τις «τρελές» ιδέες που είχε ήταν «τι θα συνέβαινε αν ο Pac-Man μπορούσε να φάει και να περάσει μέσα από τους τοίχους;» ή «τι θα γινόταν αν τα φαντάσματα ανατινάσσονταν;». Μία ακόμα από τις αγαπημένες του ασχολίες ήταν η παρακολούθηση ταινιών στην τηλεόραση, που έκαναν το πάθος του για τη διήγηση ιστοριών να μεγαλώνει. Στην ηλικία των 14 χρόνων ξεκίνησε να φτιάχνει πειραματικά κάποιες ταινίες μαζί με τους φίλους του. Αν σκεφτεί κανείς ότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν οι δυνατότητες των σύγχρονων προγραμμάτων επεξεργασίας βίντεο και ήχου, η όλη προσπάθεια ήταν ένα δύσκολο κατόρθωμα, που του πρόσφερε πολλές γνώσεις και εμπειρία.

Το 1983, ενώ ήταν ακόμη στο κολλέγιο, ήρθε σε επαφή για πρώτη φορά με έναν Commodore 64, που αποδείχτηκε σημαντική στιγμή για το ξεκίνημα της καριέρας του στο χώρο των βιντεοπαιχνιδιών. Δημιούργησε ένα πρόγραμμα που ονομαζόταν Graphics Basic και κατάφερε να το πουλήσει στην εταιρία Human Engineered Software. Οι υπεύθυνοι στην HESware, ενθουσιασμένοι, πρόσφεραν δουλειά στον Ron, κάνοντάς τον να εγκαταλείψει τις σπουδές του για να μετακινηθεί στην Καλιφόρνια.
Ο Gilbert, αν και είχε προσληφθεί για να φτιάξει παιχνίδια για τον Commodore, τελικά κανένα από αυτά δεν κατάφερε να εκδοθεί, αφού η εταιρεία λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, άρχισε να κάνει περικοπές στο προσωπικό της. Έτσι, ο Gilbert απολύθηκε, ενώ λίγους μήνες αργότερα ακολούθησε το κλείσιμο της εταιρίας. Κι ενώ σκεφτόταν να επιστρέψει στο κολέγιο για να συνεχίσει τις σπουδές του, ένα τηλεφώνημα από τη Lucasfilm Games του άλλαξε τα σχέδια και τη μετέπειτα ζωή του. Στην αρχή προσλήφθηκε στην Lucasfilm για να φτιάχνει ports του Atari 800 για τον Commodore 64. Στη συνέχεια συμμετείχε στο project του τίτλου “I Was a Teenage Lobot”, που τελικά ακυρώθηκε, για να ακολουθήσει λίγο αργότερα η ανάμειξή του στη δημιουργία του θρυλικού Maniac Mansion. Το παιχνίδι απέσπασε πολύ καλές κριτικές, ενώ εκείνο που ξεχώρισε ήταν ότι για τις ανάγκες της αφήγησης, χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά σε παιχνίδι cutscenes, ένας όρος που επινοήθηκε μετά από συζήτηση που είχε ο Ron με τον τότε πρόεδρο της Lucasfilm Games, Steve Arnold.

Στην αρχή ο Ron άρχιζε να προγραμματίζει το παιχνίδι στην γλώσσα assembly. Μετά, όμως, από έξι μήνες δουλειάς συνειδητοποιήσει ότι η ολοκλήρωση του παιχνιδιού θα έπαιρνε χρόνια. Έτσι, χρειάστηκε να δημιουργήσουν ένα προγραμματιστικό εργαλείο, σαν μια μηχανή γραφικών δηλαδή, που θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες τους. Tο SCUMM (Script Creation Utility for Maniac Mansion) χρησιμοποιήθηκε για την δημιουργία των περισσότερων adventures της LucasArts, με μοναδικές εξαιρέσεις τα Grim Fandango και Escape From Monkey Island. Αμέσως μετά την κυκλοφορία του Maniac Mansion βρέθηκε στο σχεδιασμό του Zak McKracken and the Alien Mindbenders. Και ενώ στα σχέδια του David Fox ήταν να φτιάξει ένα «σοβαρό» παιχνίδι, η πληθωρική προσωπικότητα αλλά και το αστείρευτο χιούμορ του Ron δεν άφησαν ανεπηρέαστο τον τίτλο. Το Indiana Jones and the Last Crusade: The Adventure Game είναι ένας ακόμα τίτλος που χρειάστηκε η βοήθεια του Gilbert, καθώς το παιχνίδι είχε ένα αυστηρό deadline επτά μηνών, μιας και έπρεπε να κυκλοφορήσει μαζί με την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία.
Το αυστηρό χρονικό περιθώριο, αλλά και ο περιορισμός ως προς το περιεχόμενο του παιχνιδιού, μιας και έπρεπε να πατήσουν επάνω στην πλοκή της ταινίας, έφεραν κάποιους διαπληκτισμούς στην ομάδα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως το παιχνίδι επιτρέπει διαφορετικούς τερματισμούς, κάτι που προέκυψε μετά από διαφωνία μεταξύ των προγραμματιστών, ενώ ακόμα και τα ονόματά τους στα credits είχαν προγραμματιστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να εμφανίζονται κάθε φορά με διαφορετική σειρά.

Κάτω από εντελώς διαφορετικό κλίμα αναπτύχθηκε το επόμενο μεγάλο εγχείρημα του Ron, που δεν είναι άλλο από το The Secret of Monkey Island (μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ). Μαζί με τον David Grossman και τον Tim Schafer, συνήθιζαν να παίζουν μπιλιάρδο, να γελούν και να εμπνέονται τους γρίφους του παιχνιδιού. Το αστείρευτο χιούμορ του παιχνιδιού δεν είναι παρά ένα δείγμα από το θετικό κλίμα που επικρατούσε μεταξύ τους. Το παιχνίδι έγινε αμέσως μεγάλη επιτυχία, ενώ δεν άργησε να έρθει το sequel Monkey Island 2: LeChuck’s Revenge. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι έγινε αιτία έμπνευσης για παιδικό θεατρικό έργο.
Μετά την επιτυχία των Monkey Island games, ο Ron αποφάσισε να φύγει από τη Lucasarts προκειμένου να ιδρύσει τη δική του εταιρία, τη Humongous Entertainment. Μετά από 8 χρόνια δουλειάς και έχοντας καταφέρει να αναγνωριστεί ως ένας από τους σπουδαιότερους σχεδιαστές βιντεοπαιχνιδιών, ο Ron αποφασίζει να ασχοληθεί με κάτι εντελώς διαφορετικό, με την ανάπτυξη εκπαιδευτικών παιχνιδιών για παιδιά. Το πρώτο παιχνίδι που κυκλοφόρησε ήταν το Putt-Putt Joins the Parade, που προοριζόταν κυρίως για παιδιά ηλικίας 3-8 ετών. Ακολούθησαν οι τίτλοι Freddi Fish, Pajama Sam, Spy Fox, όπως και η σειρά Backyard Sports.

Το 1995 ο Gilbert ίδρυσε την Cavedog Entertainment, η οποία θα είχε ως αντικείμενό της τη δημιουργία τίτλων για μεγαλύτερες ηλικίες. Ο Ron, έπειτα από μεγάλο διάστημα απουσίας του από την ανάπτυξη triple A τίτλων, ήθελε να δημιουργήσει μια εταιρία που θα είχε στόχο της τους hardcore gamers. Η Cavedog κατάφερε να κυκλοφορήσει μόνο έναν τίτλο, και αυτός δεν ήταν άλλος από το Total Annihilation. Προκειμένου να προχωρήσει η ανάπτυξη του τίτλου, χρειάστηκε να πουληθεί η Humongous στην GT Interactive, μια κίνηση που θα μετάνιωνε κάποια χρόνια μετά. Τελικά, το Total Annihilation κυκλοφόρησε στις 30 Σεπτεμβρίου 1997 και έγινε αμέσως μεγάλη επιτυχία, αποσπώντας 58 βραβεία αλλά και αμέτρητες καλές κριτικές.
Με τη GT Interactive να έχει οικονομικά προβλήματα αλλά και την Cavedog να κλείνει το 1999, ο Ron προσπάθησε να εξαγοράσει την παλιά του εταιρία, τη Humongous. Οι προσπάθειες προέβησαν άκαρπες και έτσι αποφάσισε να φτιάξει μια καινούργια εταιρία τη Hulabee Entertainment, που επίσης στόχο είχε την ανάπτυξη παιχνιδιών για παιδιά. Αφού και αυτή του η προσπάθεια δεν πήγε καλά, ο Ron απέκτησε συμβουλευτικό ρόλο σε διάφορες εταιρίες, ενώ αφιερώθηκε περισσότερο στο προσωπικό του blog, το grumpygamer.com, όπου μοιραζόταν διάφορες σκέψεις του και συνομιλούσε με τους θαυμαστές του για τη κατάσταση της βιομηχανίας.

Το 2007 συνεργάστηκε με την Hothead Games και συνέβαλλε στη δημιουργία του πρώτου επεισοδίου των Penny Arcade Adventures, ενώ την επόμενη χρονιά βρέθηκε στο σχεδιασμό του DeathSpank, της εταιρείας Hothead. Στο μεσοδιάστημα, η Telltale Games ζήτησε τη βοήθειά του προκειμένου να συμβάλει στην ανάπτυξη του νέου Monkey Island. Τον Απρίλιο του 2010 ανακοίνωσε μέσω του blog του πως εγκαταλείπει την Hothead Games, για να ακολουθήσει λίγους μήνες αργότερα η προσχώρησή του στο δυναμικό της Double Fine Productions, ύστερα από πρόταση του Tim Schafer.
Όλα αυτά τα χρόνια, αυτό που οδηγούσε τον Gilbert ήταν η αγάπη του για καινοτομία και δημιουργικότητα. Σε αντίθεση με πολλούς συναδέλφους του, ο Ron δεν κοίταξε ούτε για μια στιγμή το οικονομικό όφελος των ενεργειών του, ούτε επιδίωξε τη σιγουριά. Το The Cave είναι το νεότερο project του Gilbert, που αν και δεν κατάφερε να φτάσει το υψηλό επίπεδο των προσδοκιών μας, παρόλα αυτά αποτελεί μια καλή επιλογή για τους διψασμένους νοσταλγούς της παλιάς καλής LucasArts.
Μαρία Γούναρη
{nomultithumb}