
Gold Rush!: Anniversary
Ό,τι έλαμπε, δεν μένει για πάντα χρυσό.
Ό,τι έλαμπε, δεν μένει για πάντα χρυσό.
Είπαμε, το “remaster” έχει γίνει πιο πολύ μόδα απ’ ότι οι μίνι φούστες στη δεκαετία του ’90. Remaster εδώ, remaster εκεί, remaster παραπέρα, δημιουργοί και εταιρίες προσπαθούν να επανέλθουν στο προσκήνιο ή απλά να κάνουν μια αρπαχτή σε μετρητά και μας έχουν βομβαρδίσει τα τελευταία χρόνια με ατελείωτα re-releases παλαιών, επιτυχημένων τίτλων. Στη συντριπτική πλειοψηφία τους αυτά τα παιχνίδια αποτελούν απλά ένα port του πρωτότυπου, με λίγο καλύτερες αναλύσεις και τίποτα παραπάνω. Υπάρχουν όμως και αυτές οι σπάνιες περιπτώσεις όπου οι δημιουργοί προσπαθούν να κάνουν μία πιο τίμια προσπάθεια και πραγματικά ξανασχεδιάζουν το παιχνίδι από την αρχή για να το κάνουν πιο προσιτό στα μάτια της νέας γενιάς παικτών. Το Gold Rush! Anniversary λοιπόν, ανήκει σε αυτή τη μικρή, δεύτερη ομάδα αλλά αυτό δεν είναι από μόνο του αρκετό για να του χαρίσει την επιτυχία.
Το πρωτότυπο Gold Rush κυκλοφόρησε το 1988 από την Sierra Online και ήταν ένα από τα τελευταία παιχνίδια της με την μηχανή AGI. Είχε σχεδιαστεί με μόλις 16 χρώματα και πενιχρό ήχο, περιορισμένο στο internal speaker του υπολογιστή, και για να πούμε την αλήθεια δεν αποτέλεσε ποτέ ένα από τα πιο γνωστά παιχνίδια της εταιρίας. Παρόλα αυτά, ο τίτλος απέκτησε ένα cult status από ένα μικρό μα φανατικό κοινό και, έτσι, οι δημιουργοί του αποφάσισαν να το φέρουν στη σύγχρονη εποχή, ανασχεδιάζοντας όλο το παιχνίδι. Εν αντιθέσει όμως με το άλλο πρόσφατο remaster τίτλου της Sierra, αυτό του Gabriel Knight 1, όπου έγινε ιδιαιτέρως καλή δουλειά, εδώ έχουμε να κάνουμε με μία μάλλον πρόχειρη προσπάθεια, που όχι μόνο δε θα αγγίξει τους περισσότερους νέους gamers αλλά θα απογοητεύσει και τους παλιούς μιας και για την εποχή του το Gold Rush ήταν πάρα πολύ εντυπωσιακό.

Και είναι κρίμα, γιατί το σκηνικό του παιχνιδιού έχει αρκετό ενδιαφέρον. Βασισμένο στον πυρετό του χρυσού του 1848 στην Καλιφόρνια, η ιστορία γυρνάει γύρω από τον Jerrod Wilson, έναν Νεοϋορκέζο δημοσιογράφο, ο οποίος, έπειτα από προτροπή του αδερφού του με ένα γράμμα, αποφασίζει να κυνηγήσει την τύχη του και να ταξιδέψει στην Καλιφόρνια προς αναζήτηση χρυσού και αδελφού. Η περιπέτεια του παιχνιδιού χωρίζεται κυρίως σε δύο τμήματα, με το τελευταίο να είναι η χρυσοθηρία και το αρχικό να είναι το τεράστιο ταξίδι μας μέχρι τη γη του χρυσού. Αυτό το ταξίδι είναι και από τα πιο ιδιαίτερα τμήματα του παιχνιδιού, καθώς όχι μόνο στέκεται σε ένα ιστορικό σημείο όπου οι περισσότεροι αγνοούν, αλλά και γιατί δίνει στο παιχνίδι τρεις διαφορετικές επιλογές: Ταξίδι με τρένο, ταξίδι από τη διώρυγα του Παναμά και ταξίδι με πλοίο γύρω από το Cape Horn. Η κάθε επιλογή έχει τους δικούς της κινδύνους, χαρακτήρες, γρίφους και περιοχές και σίγουρα προσδίδει πολύ στη διάρκεια του τίτλου.
Από την άλλη, δεν είμαστε σίγουροι το κατά πόσο ένας σύγχρονος gamer θα μπορέσει να παίξει έναν τίτλο τόσο παλιάς κοπής. Οι δημιουργοί γράφουν πως το παιχνίδι ξανασχεδιάστηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να μειώσει πάρα πολύ τα dead ends και reloads που είχαν αυτοί οι τίτλοι. Στη πράξη όμως, έχουν παραμείνει πολλά τέτοια στοιχεία, που πραγματικά δε θα έπρεπε να υπάρχουν σήμερα. Προσθέστε στο σκηνικό ότι το παιχνίδι έχει πολλά τμήματα με χρονικό περιορισμό, και καταλαβαίνετε πως είναι ικανό να στείλει κόσμο στα βουνά να μαζεύει μανιτάρια! Και μαζί με όλα αυτά, έρχεται και το gameplay του τίτλου, το οποίο όχι μόνο δε βοηθάει την κατάσταση, αλλά μάλλον τη δυσχεραίνει.

Οι άνθρωποι της Sunlight Games επέλεξαν -σοφότατα θα λέγαμε- να προσθέσουν ένα point and click σύστημα στον τίτλο, για να τον κάνουν πιο προσιτό στο σύγχρονο κοινό, αλλά άφησαν και τη δυνατότητα να παίξει κανείς μέσω της κονσόλας εντολών, πληκτρολογώντας και γράφοντας το τι θέλουμε να κάνει ο χαρακτήρας. Και εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι που δεν έχουμε αντικρίσει εδώ και 20 χρόνια. H κονσόλα δουλεύει περίφημα, αλλά ο χειρισμός με το mouse έχει θέματα, με pixel hunting και βραδύτατο σχεδιασμό διάδρασης, με τις επιλογές μας να αργούν να αναγνωριστούν ή και απλά να αργούν να εμφανιστούν.
Για το τέλος, αφήσαμε τον τεχνικό τομέα ο οποίος είναι και ο βασικότερος πόλος έλξης για να αποκτήσει κανείς ένα remaster. Δυστυχώς και εδώ τα πράγματα είναι μετριότατα. Οι ανασχεδιασμένες περιοχές μπορεί να δείχνουν πολύ καλύτερες από το πρωτότυπο, αλλά ακόμα και έτσι, το Gold Rush Anniversary δείχνει οπτικά σαν να βγήκε στα τέλη των 90s και όχι εν έτει 2014. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ακόμα και Indie adventures ενός ατόμου έχουν καλύτερο αποτέλεσμα σήμερα. Οι περιοχές δείχνουν “στεγνές”, άμορφες και, κυρίως, άψυχες ενώ και τα 3D models των χαρακτήρων είναι σαν ξύλινες μαριονέτες, παρατημένες μέσα στο χώρο. Εξίσου ερασιτεχνική είναι η ποιότητα του voice acting που έχει προστεθεί στον τίτλο, με τις φωνές των δευτερεύοντων χαρακτήρων να είναι -στην καλύτερη περίπτωση- μέτριες και τη φωνή του πρωταγωνιστή τόσο κακή, που κάνει αυτή του Sadwick από το Whispered World να ακούγεται οσκαρική. Ανέλπιστα σχεδόν, ο τεχνικός τομέας του τίτλου εξιλεώνεται από τη μουσική του, δίνοντας λίγα αλλά όμορφα κομμάτια αμερικανικής old country μουσικής, που δένουν αρμονικά με την ιστορία και το περιβάλλον του παιχνιδιού.

Σε γενικές γραμμές, το Gold Rush! Anniversary δεν είναι κακό παιχνίδι. Έχει τις καλές στιγμές του, έχει την ταυτότητά του και την ιδιαιτερότητά του, και σε μία συμβολική -ή, έστω, μια χαμηλή- τιμή, όλα τα παραπάνω θα καθόντουσαν καλύτερα στο στομάχι του παίκτη. Αλλά, όταν έχεις το θράσος να ζητάς 30 ή 35 ευρώ για αυτόν τον τίτλο, χρήματα που δε ζητάνε ολοκαίνουργοι τίτλοι με τεράστιο budget, λυπούμεθα αλλά δεν μπορούμε να το προτείνουμε σε κάποιον. Πρόκειται για μια ερασιτεχνική, fanmade προσπάθεια, που υπό άλλες συνθήκες θα δινόταν δωρεάν ή με 4-5 ευρώ. Αλλά όταν το παρουσιάζεις με full price, το τοποθετείς στην αγορά με άλλα κριτήρια. Και όταν όλα τα φετινά adventure είναι φθηνότερα από αυτό, μάλλον δεν υπάρχει κάποιος λόγος να πέσει κανείς στην παγίδα.