Το παιχνίδι που δεν έπαιξα (και τελικά έπαιξα…)
Mass Effect...
Mass Effect…
The Stars Are Our Home (το κείμενο περιέχει μόνο spoilers)
Μιας και είναι της μοδός τα spin-off, αρπάζω την ευκαιρία να κάνω και εγώ το δικό μου, στα πλαίσια της στήλης «Το παιχνίδι που δεν έπαιξα», για να μιλήσω για ένα franchise, του οποίου η έλλειψη από το «gaming βιογραφικό» μου αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα και ενοχλητικά αγκάθια. Η γενική χαλάρωση στην παραγωγή μεγάλων τίτλων τον τελευταίο καιρό, η ενδόμυχη «ντροπή», η αναμόχλευση του θέματος στο forum από έναν παθιασμένο χρήστην καθώς και ένα αναζωπυρωμένο, εκ μέρους μου, ενδιαφέρον για τη space θεματολογία, λάδωσαν τα απαραίτητα γραναζάκια για να μπει σε κίνηση το -σκονισμένο για καιρό- εγχείρημα τριλογία MASS EFFECT.
H σχέση μου με τον κόσμο και τη μυθολογία του IP χαρακτηριζόταν το λιγότερο ως «πλαδαρή». Έχοντας παρακολουθήσει κάποιες (αρκετές για την ακρίβεια) ώρες ως συμπαίκτης τον αδελφό μου να εκστασιάζεται ανοίγοντας διάλογο με κάτι κοντόχοντρους σαλιάρηδες (Volus), να «γοητεύεται» από την επαφή του με κάτι τύπισσες στο χρώμα του λαζουρίτη και να γελάει με κάτι ιδιότροπους, σε εμφάνιση και συμπεριφορά, βατραχόμορφους και σαυρόμορφους χαράκτηρες, δε μπορούσα ποτέ να φανταστώ την πραγματική αξία που κρύβεται πίσω από το έπος. Το να ξέρεις και να παρακολουθείς τον Sheppard, τους Reapers και τους χαρακτήρες που παρελαύνουν κατά τη διάρκεια της τριλογίαςν απέχει περίπου 5 εκατομμύρια έτη φωτός από την προσωπική εμπειρία. Άλλο να ξέρεις τον Sheppard και άλλο να «γίνεσαι» ο Shepard.

Έχοντας κάνει ένα τεράστιο λάθος εκτίμησης στα τέλη του 2007, απορρίπτοντας τα Mass Effect συλλήβδην, λόγω του απαράδεκτου συστήματος μάχης (όπως είχα κρίνει τότε) και μην έχοντας την υπομονή να βυθιστώ στο ουσιώδες του τίτλου, είχε σαν αποτέλεσμα να αναγκαστώ να έχω ρόλο παρατηρητή στις επόμενες κυκλοφορίες, περισσότερο από ανάγκη και όχι από γνήσιο, ανεπιτήδευτο ενδιαφέρον. Το «αναγκαίο κακό» να έχω το ρόλο κομπάρσου και κάποιου που έκανε πως καταλαβαίνει (που δεν καταλάβαινα και πολλά, για να είμαι ειλικρινής), μέχρι να βαρεθεί και να πάει στο άλλο δωμάτιο να ξεκινήσει την πέμπτη του χρονιά στη …master league. Μιλάμε για τη gaming γκάφα της δεκαετίας!
Φτάνει όμως το απολογητικό ύφος στο κείμενο, οι ftl μηχανές ζεστάθηκαν, ο Anderson μας παραδίδει τα κλειδιά, το πλήρωμα του Normandy στέκεται προσοχή, ο Joker λέει τις γνωστές ανοησίες του και «βουτάμε» στο κοντινό Mass Relay για ένα διαστρικό ταξίδι 120 ωρών, βγαλμένο από τα πιο γλυκά sci-fi όνειρα του γράφοντος. Από τα «στενά» όρια του οικείου ηλιακού μας συστήματος, μέχρι τις εσχατιές του γαλαξία στο «Perseus Veil» και στο «Far Rift». Από το ντυμένο με το πέπλο του καθωσπρεπισμού, που το έχουν γνέσει η πολιτική σκοπιμότητα και οι κρυφές ατζέντες, Citadel, το διεστραμμένα «μακιαβελικό» Omega, τη Nos Astra, με το γεμάτο ρωγμές γυαλιστερό προσωπείο της και το μεταποκαλυπτικό και τραχύ Tuchanka, μέχρι τις πιο απομονωμένες αποικίες οικονομικού και επιστημονικού ενδιαφέροντος. Το ταξίδι για τη σωτηρία του «γνωστού κόσμου» άξιζε κάθε ώρα που του αφιέρωσα.

Όπως έχω αναφέρει στο φόρουμ, το μεγαλύτερο κέρδος από την προ οκταετίας ανοησία μου, ήταν πως έπαιξα την τριλογία μαζεμένη, με όλη της την κρέμα και τα dlc, και πάρα τις διαφορές που έχουν τα sequels μεταξύ τους, στο μυαλό μου έχει αποτυπωθεί ως ένα, ενιαίο, αδιαίρετο, ολοκληρωμένο έργο. Ακόμα και τώρα, που οι μνήμες είναι νωπές και ο ενθουσιασμός μου για το παιχνίδι δεν έχει καταλαγιάσει ούτε στο ελάχιστο, δεν εθελοτυφλώ. Το πρώτο συνεχίζει να έχει μέτριο σύστημα μάχης, το δεύτερο έχει ελλιπέστατη ανάπτυξη των talent trees και των όπλων και το τρίτο είναι γεμάτο με τυχαία και άσχετα secondary quests. Κανένα ξεχωριστά δεν είναι, ας μου επιτραπεί εδώ η έκφραση, “καθαρό 10άρι”, παίζοντάς το όμως (και από εδώ και πέρα θα αναφέρομαι στο MASS EFFECT σα να είναι ένας τίτλος) σε μία δόση, η ετυμηγορία δείχνει 10. Με τόνο. Ξεκάθαρο και χωρίς δυνατότητα έφεσης.
Δεν είναι κάποιο αποτέλεσμα δημιουργικής λογιστικής, το πώς 3 οκτάρια ή εννιάρια βγάζουν δέκα εις το πηλίκο. Είναι η μαεστρία της Bioware και η γητεία που άσκησε πάνω μου ο πλήρης κόσμος του και με έκανε, μετά την αναγκαία προσαρμογή στα δεδομένα του κάθε κεφαλαίου, να επικεντρώνομαι στην ουσία του πράγματος. «Ρούφηξα» με λαχτάρα όλες τις codex entries, μίλησα με οποιονδήποτε μπορούσε να αρθρώσει λέξη, και κομμάτι-κομμάτι έπαιρνε μπροστά στα μάτια μου «σάρκα και οστά» μια ολόκληρη gaming μυθολογία. Μια διαπλανητική κοινωνία, με δυναμικές και όψεις, που μελετώντας τις φορτίζονται οι in-game αποφάσεις ακόμη περισσότερο. Έπρεπε να σωθεί ο γαλαξίας και αυτό απαιτούσε θυσίες. Του δικού μου Shepard, των συμμάχων μου, ολόκληρων φυλών και πλανητών. Το τελείωσα χωρίς να ξαναπαίξω σημεία που θα είχαν «καλύτερο» αποτέλεσμα. Όποια απόφαση πήρα, θα είχε μοναδική αξία και θα φόρτωνε τη συνείδηση μου για όλες τις επόμενες ώρες που θα διαρκούσε το saga. Το φάντασμα της Ashley πλανιόταν γύρω από κάθε κουβέντα, το ένιωθα. Όπως «πλοίο φάντασμα» έμοιαζε το Normandy ύστερα από την άπληστη συμπεριφορά μου, ενώ τα σημάδια ήταν εκεί.

Άπληστος, αλλά με την πεποίθηση πως έπρεπε να εμφανιστώ όσο το δυνατόν πιο ισχυρός για την περάτωση της «Suicide Mission». Μια αποστολή που χάρισε, τελικά, λίγους μήνες ηρεμίας, ανέβαλε προσωρινά το «μη αναστρέψιμο» και έχασα τον πιο πιστό μου σύμμαχο και κοντινό χαρακτήρα την Tali’Zorah. Τη μνήμη της οποίας, μέσα στην αλαζονεία και τη σιγουριά μου, αποφάσισα να τιμήσω γεφυρώνοντας τους δύο αταίριαστους κόσμους, κάνοντας τελικά μια τρύπα στο νερό, αφανίζοντας ολοσχερώς τον «νομαδικό» πολιτισμό της συντρόφου μου. Αντίθετα, μέσα μου χαιρέτησα τον αφανισμό των Batarian, με σχεδόν «απάνθρωπη» αγαλλίαση, την καταστροφή των οποίων, σαν άλλος Harbringer, την είχα προοικονομήσει με την -«ελαφρά τη καρδία»- επιλογή να θυσιάσω μια ολόκληρη αποικία τους.
Δεν ένιωσα στιγμή τύψεις για τους δουλέμπορους. Τύψεις που με βρήκανε, όταν ξανασυνάντησα μία εξανδραποδισμένη Rachni Queen και πείστηκα μέσα μου πως η αρχική μου απόφαση να εξαλείψω το είδος της βασιζόταν τελικά σε αισθητικούς λόγους (αντιπάθεια σε αρθρόποδα) και όχι σε προσεκτική εξέταση των δεδομένων. Δεδομένα που μου έδειχναν, καταφανώς, πως το genophage έπρεπε να συνεχίσει να υπάρχει, αλλά λύγισα μπροστά στις απαιτήσεις του φίλου μου Wrex, τον οποίο δε θα «πρόδιδα» για δεύτερη φορά και ας φώναζε η λογική διαφορετικά πράγματα. Γενικά ήμουν μια ψηφίδα λογικής, μέσα σε αυτό το μωσαϊκό αποκοιμισμένων και κοντόφθαλμων ηγετών, που για το γενικότερο καλό και το μεγάλο σχέδιο, πλήρωσε στο τέλος μεγαλύτερο τίμημα. Και όταν έκρινα πως το «γενικότερο καλό» ερχόταν σε πλήρη αντιδιαστολή με την ηθική μου πυξίδα και τη συμπάθεια προς την ανθρώπινη φυλή, δε δίστασα να θυσιάσω τους ηγέτες του citadel council, για να σωθούν κάποιες χιλιάδες «κοινών θνητών».

Στην ίδια λογική και το πλήρωμα μου, αυτό το μείγμα ηρώων και κοινωνιοπαθών, έτοιμοι να κάνουν τη μεγαλύτερη των θυσιών, o Legion και ο Mordin για να διορθώσουν παλιότερα λάθη, να τερματίσουν παλιές έριδες και να δώσουν μια ευκαιρία επανεκκίνησης. Αλήθεια, πώς να ένιωθε ο Mordin καθώς υψωνόταν για να συναντήσει το βέβαιο θάνατο; Λυτρωτής για τους Krogans, προδότης για τους δικούς του Salarians. Oι «θλιβεροί» Salarian, όλες οι φυλές μαζί «πλην Salar-ίων». Αυτές ήταν μόνο μερικές από τις αποφάσεις, από τις δεκάδες σημαντικές που κλήθηκα να λάβω και ακόμα, τώρα που γράφω, νιώθω ένα σφίξιμο. Μιλάμε για ένα παιχνίδι. Έτσι; Αν αυτό δε είναι το απαύγασμα του immersion, τότε τι είναι; Όχι, αναδιατυπώνω, είναι κάτι περισσότερο, τι ακριβώς μη ρωτάτε.
Εγώ ξέρω μόνο πως, κοιτάζοντας τη λίστα «των πεσόντων» στη γέφυρα του Normandy, κάθε φορά και πιο γεμάτη, λίγο πριν τη «μητέρα των μαχών» στο Λονδίνο, νιώθω δέος και ρίγος. Τραγικό μνημείο να μου υπενθυμίζει πως τα πάντα σε αυτό το saga είναι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, τέκνα της κρίσης και της θέλησής μου. Για καλό ή κακό. Σε κατάσταση «πολεμικού παροξυσμού» ορμάω για το final grand slam, ουρλιάζοντας «εκδίκηση». Η δικιά σας ιστορία μάλλον θα γράφτηκε αλλιώς. Κάποια όμως από τα συναισθήματα σίγουρα τα μοιραζόμαστε. Τι να μου πουν τα προβλήματα που βρίσκουν οι «ειδικοί» και οι μονίμως απογοητευμένοι χρήστες, όταν αυτοκτονεί μπροστά μου η ναύαρχος των Quarian και στέκομαι σαν χαζός περίπου 5 λεπτά, νιώθοντας να τρέμω «σύγκορμος», ενώ διαλύεται ένας πολιτισμός από πάνω.

Τι να μου πει το, κατά πολλούς, μέτριο τέλος, όταν τελικά αποφασίζω και πείθομαι να διαλέξω τη «Σύνθεση». Διάλεξα αυτό που πολεμούσα 120 ώρες. Κανονικό indoctrination και με το νόμο. Με «ξεγέλασε» το παιχνίδι και ο ανόητος είχα την ψευδαίσθηση της ελεύθερης βούλησης. Mια μαριονέτα ήμουν, τελικά, σε κοσμικά παιχνίδια που, όπως μου είχε πει ο Sovereign, δε πρόκειται να καταλάβω. Ναι μωρέ, συμβαίνουν συχνά σε παιχνίδια τέτοια πράγματα… Το μόνο κακό από όλο αυτό το gaming harvest, είναι πως ένα μήνα μετά κάνεις να καταπιαστείς με άλλους τίτλους και σε πιάνει μια μελαγχολία…
Τι πάω να ξεκινήσω τώρα… Joker, ready the engines!!!!