Everybody’s Gone to the Rapture

Ένα ταξίδι στην αγάπη, την ύπαρξη, τα αστέρια.


Συγκεκριμένα, η όλη εμπειρία χωρίζεται σε έξι συνολικά κεφάλαια, το καθένα επικεντρωμένο σε έναν διαφορετικό κάτοικο και τις σχέσεις του με τους υπόλοιπους, αλλά και με την καθημερινότητά του, τη δουλειά και τη ζωή του. Υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο στην απεικόνιση των κατοίκων, καθώς δεν πρόκειται για ήρωες ή για ετοιμόλογους πρωταγωνιστές απέναντι στα πρωτόγνωρα γεγονότα που τους επηρεάζουν και αδυνατούν να κατανοήσουν.

Είναι άνθρωποι καθημερινοί, με τον ξεχωριστό ρόλο τους στη μικρή κοινότητα, με διαφορετικές ζωές και προβληματισμούς, με τα λάθη και τις παραφωνίες τους, και είναι ακριβώς αυτό που στο τέλος τους κάνει καλογραμμένους: ο παίκτης, μέσα από τις αναμνήσεις, θα νιώσει ότι υπάρχει κάτι αληθινό στη συμπεριφορά τους, πανικοβάλλονται, νευριάζουν, γελάνε, αγαπάνε, κουτσομπολεύουν. Είναι όμως και οι ερμηνείες και η σκηνοθεσία που οδηγούν σε αυτό το αποτέλεσμα, καθώς αν και δεν βλέπουμε ποτέ άμεσα τους πρωταγωνιστές, θα νιώσουμε πως τους γνωρίζουμε. Είναι καθημερινοί άνθρωποι που μπορούμε να τους ταυτίσουμε με δικούς μας, και για αυτό ακριβώς το λόγο αποκτά και ειδικό βάρος το σενάριο και το ενδιαφέρον μας για αυτό.

everbody gone rapture 04

Ταυτόχρονα, είναι και η οπτική απόδοση που αποδίδει τα μέγιστα στη δημιουργία αυτή της ατμόσφαιρας. Η αγγλική φύση είναι υπέροχη, με λίμνες και ποταμάκια, έντομα να κάνουν βόλτες, χωράφια απλωμένα σε λόφους, μοναχικά παγκάκια που αγναντεύουν λιβάδια. Η μικρή κοινότητα είναι όμορφα και πειστικά εγκατεστημένη σε αυτό το περιβάλλον, από το ίδιο το χωριό, μέχρι καλοκαιρινές εγκαταστάσεις, υπόστεγα και τρακτέρ στην μέση των χωραφιών, σιδηροδρομικούς σταθμούς και αστεροσκοπία στο ψηλότερο σημείο του βουνού.

Ακόμη, εξαιρετικές είναι, εκτός από το art direction, οι άλλοτε διακριτικές και άλλοτε πιο έντονες καλλιτεχνικές πινελιές των δημιουργών, με φωτισμούς, υπερφυσικά φαινόμενα (;) και άλλα, ενώ η μετάβαση μεταξύ των κεφαλαίων και των χαρακτήρων είναι από τις πιο ιδιαίτερες και ξεχωριστές, σχεδόν βγαλμένες από όνειρο, στιγμές του παιχνιδιού. Η εμπειρία απογειώνεται απο την ποιοτικότατη μουσική επένδυση της Jessica Curry (σε ρόλο τόσο Director όσο και Composer), η οποία ακροβατεί μεταξύ μελωδιών πιάνου, βιολιού και χορωδίας, και προσδίδει μεγαλύτερο βάρος και συγκίνηση στις σημαντικότερες στιγμές.

everbody gone rapture 05

Ωστόσο, πολλοί είναι αυτοί που θα απογοητευτούν, και μάλλον δικαίως, από την στατικότητα του κόσμου. Βοηθά μεν στην οικοδόμηση της ατμόσφαιρας, αλλά η αλληλεπίδραση με τον παίκτη είναι, σχεδόν, ανύπαρκτη, εκτός από κάποιες πόρτες και διάσπαρτα ηχητικά μηνύματα. Η κίνηση είναι επίσης υπερβολικά αργή, και σίγουρα θα δοκιμάσει την υπομονή των παικτών, ειδικά από τη στιγμή που ο κόσμος δεν περιορίζεται εντός του χωριού, αλλά είναι μεγαλύτερης έκτασης από ό,τι περιμέναμε. Δεν υπάρχει κάτι «χειροπιαστό» με το οποίο θα μπορέσουμε να ασχοληθούμε, όλοι οι γρίφοι και τα παζλ είναι εγκεφαλικά, στο μυαλό των παικτών και μόνο. Έτσι, αν το στυλ του –θα το κατατάσσαμε στο interactive storytelling- και το σενάριο δεν σας ιντριγκάρει, τότε σίγουρα θα πρόκειται για μια τόσο εκνευριστική όσο και κουραστική εμπειρία.

Στο τέλος, πιθανότατα απαντά σε εντελώς διαφορετικά ερωτήματα από αυτά που τέθηκαν όταν πριν 5 περίπου ώρες βλέπαμε την πινακίδα που μας καλωσόριζε στο Yaughton. Ίσως εν τέλει να μην χρειάζεται όλα τα παιχνίδια να είναι «παιχνίδια». Η The Chinese Room ξεκινά ένα μελαγχολικό ταξίδι με υπαρξιακά ερωτήματα, στα οποία δεν υπάρχει απαραίτητα απάντηση, μόνο εξερεύνηση και προβληματισμός. Με αυτό το σκεπτικό, πρόκειται για μια δημιουργία με συγκεκριμένο σκοπό: να μεταλαμπαδεύσει τις ανησυχίες της στον παίκτη, μέσα από μια συγκινητική ιστορία και τη λεπτή καλλιτεχνική φύση της. Δεν ενδιαφέρεται για κάτι διαφορετικό, και σαφώς έχει αδυναμίες, αλλά όσον αφορά το σκοπό της, τον πετυχαίνει και με το παραπάνω.

everbody gone rapture 06

Επιστρέφουμε στην αρχική υπόθεση: Αν κάθε παιχνίδι στο τέλος, μετριέται στις στιγμές και τα συναισθήματα που μένουν στον παίκτη, τότε μπορούμε να το κρίνουμε αποκλειστικά και μόνο για αυτό που προσφέρει. Και στην περίπτωση του Everybody’s Gone to the Rapture, αν ο παίκτης, αφήνοντας το χειριστήριο, αισθανθεί έστω και λίγο διαφορετικός ως άνθρωπος, σε οποιοδήποτε επίπεδο, τότε η αξία του είναι ανεκτίμητη.

Τότε μπορεί να μην είναι ακριβώς παιχνίδι, είναι όμως κάτι περισσότερο, και είμαστε πολύ χαρούμενοι που το μέσο ωριμάζει και δοκιμάζει συνεχώς καινούρια, τολμηρά μονοπάτια.

Χρήστος Λιάπης
Χρήστος Λιάπης

Πραγματικό παιδί της γενιάς του '90, το (όχι και τόσο) μακρινό gaming ταξίδι του ξεκίνησε κάτι Χριστουγεννιάτικα πρωινά με γάλα κακάο και Crash Bandicoot στο PS One. Έκτοτε, πασχίζει να καλύψει το εύρος παλιών και νέων όχι μόνο παιχνιδιών, αλλά ταινιών, σειρών, βιβλίων και μουσικής, σπαταλά καθημερινά πολύτιμο χρόνο αγναντεύοντας το ταβάνι και μετά γκρινιάζει ότι δεν προλαβαίνει τίποτα.

Άρθρα: 356

Υποβολή απάντησης