Cine-TV News #5

Πρόσφατες ειδήσεις από κινηματογράφο και τηλεόραση. Άποψη για το Sorcerer.


Ζούμε –καλώς ή κακώς- σε μία κινηματογραφική εποχή όπου το πράσινο πανί χρησιμοποιείται κατά κόρον για τις ταινίες δράσης ως ένα εργαλείο διευκόλυνσης της συνολικής παραγωγής, για όλους τους ιθύνοντες, από τους ηθοποιούς μέχρι το σκηνοθέτη. Όσο και αν έχει προχωρήσει η τεχνολογία, είναι πολύ δύσκολο για οποιονδήποτε θεατή, πολύ περισσότερο τον έμπειρο, να μην αντιληφθεί τη –συχνά- αφύσικη υφή που αφήνει η χρήση του υπολογιστή, ακόμα και στις πιο ακριβές παραγωγές (βλέπε Hobbit). Ίσως μία από τις λίγες εξαιρέσεις είναι το Avatar, μία ταινία όπου ανεξάρτητα από το τι μπορεί να πιστεύουμε για την ποιότητά της ως ταινία, το στοιχείο του CGI ήταν αναμφίβολα σε υψηλότατο επίπεδο και έδενε με φυσικό τρόπο με τους πραγματικούς ηθοποιούς.

Όμως, το Avatar δεν είναι παρά μία από τις λίγες εξαιρέσεις. Φυσικά δεν απορρίπτουμε αυτήν την τεχνική, καθώς όπως κάθε τεχνική έτσι κι εδώ η επιτυχημένη ή μη χρήση της εξαρτάται από το ταλέντο και το μέτρο με το οποίο αξιοποιείται. Ο γενικός κανόνας, πάντως, είναι πως το “ψεύτικο” του θέματος δημιουργεί εύλογα την εντύπωση πως κάποιες παλιότερες ταινίες με πραγματικά οπτικά εφέ και σκηνικά φαντάζουν πιο εντυπωσιακές και περισσότερο φρέσκες από πολλές σύγχρονες παραγωγές, καταλήγοντας να είναι, με μία λέξη, διαχρονικές. Γιατί, κακά, τα ψέματα είμαστε αρκετά σίγουροι ότι αρκετά χρόνια μετά, το remake του Clash of the Titans του 2010 θα βλέπεται με πολύ λιγότερο ενδιαφέρον από το πρωτογενές υλικό του 1981. Το Sorcerer είναι μία από αυτές τις παλιότερες περιπέτειες, που μπορούν να κάνουν τους μεγαλύτερους –ηλικιακά- κινηματογραφόφιλους να αναφωνήσουν περήφανα “δεν φτιάχνουν σήμερα ταινίες όπως τότε!”. Πραγματικά σκηνικά, πραγματικά και επικίνδυνα γυρίσματα και, γενικότερα, μηδαμινή χρήση πράσινου πανιού, που όπως είναι φυσικό προσέδιδε πάρα πολλούς βαθμούς στην αληθοφάνεια της ταινίας.

sorcerer 2

Για να μην την πατήσετε όπως ο υπογράφων, θα πρέπει να πούμε ότι ο τίτλος του Sorcerer είναι αρκετά παραπλανητικός για όποιον δεν έχει ιδέα για το σενάριο. Το Sorcerer ουδεμία σχέση έχει με μαγείες και οτιδήποτε φανταστικό, μία παρανόηση που διογκώθηκε στο μυαλό του υπογράφοντος όταν οι μόνες πληροφορίες που γνώριζε για την ταινία ήταν το όνομά της και ο σκηνοθέτης – ο William Friedkin- τον οποίο πολλοί θα γνωρίζετε από τον Εξορκιστή. Όσο κι αν ο Friedkin υποστηρίζει το αντίθετο, το Sorcerer δεν παύει να είναι ουσιαστικά remake του γαλλικού Wages of Fear του 1953, άλλη μία εξαιρετική περιπέτεια, παρά τον σαφέστατα πιο αργόσυρτο ρυθμό της. Σε αντίθεση όμως με τα σημερινά remakes, εκείνη την εποχή οι συντελεστές ήξεραν να κάνουν πραγματικά αξιόλογες επαναδημιουργίες, με τη δική τους ταυτότητα και αξία, χωρίς να έδειχναν ως κακέκτυπα ή απλά copy-pastes του πρωτότυπου μόνο και μόνο για να προσελκύσουν θεατές λόγω του γνωστού ονόματός τους.

Ας επικεντρωθούμε όμως στα της ταινίας. Η εισαγωγή του Sorcerer γίνεται με αρκετά πρωτότυπο τρόπο, προσφέροντάς μας μία σύντομης διάρκειας γνωριμία με τους τέσσερις πρωταγωνιστές, τέσσερις προσωπικότητες που έρχονται από διαφορετικά μέρη του κόσμου και κουλτούρες. Οι σκηνές αυτές προσφέρουν τις άκρως απαραίτητες πληροφορίες για να μας δείξουν το λόγο για τον οποίο οι τέσσερις χαρακτήρες θα βρεθούν την ίδια χρονική περίοδο, αυτοεξόριστοι, στο Porvenir, ένα χωριουδάκι της Χιλής που φαίνεται να βρίσκεται στα όρια του πολιτισμένου κόσμου. Η βασική πλοκή της ταινίας αργεί να ξεκινήσει, για τα σημερινά δεδομένα τουλάχιστον, κάτι που βέβαια είναι απολύτως απαραίτητο ώστε να δοθεί αρκετός χρόνος προκειμένου οι χαρακτήρες να πάρουν σάρκα και οστά.

sorcerer 3

Η βασική πλοκή της ιστορίας θα συστηθεί στο θεατή όταν μία πετρελαιοπηγή εκραγεί, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας τεράστιος πίδακας φωτιάς που είναι αδύνατο να σβηστεί χωρίς τη χρήση εκρηκτικών. Η λύση θα βρεθεί στην ιδιαίτερα ασταθή νιτρογλυκερίνη, η οποία είναι εξαιρετικά εύκολο να ανατιναχθεί με το παραμικρό τράνταγμα. Το πρόβλημα είναι ότι το φορτίο της νιτρογλυκερίνης βρίσκεται 320 χιλιόμετρα μακριά από την πετρελαιοπηγή και ο μόνος τρόπος για να μεταφερθεί είναι με τη χρήση φορτηγών, μέσα από τους κακοτράχαλους δρόμους που ενώνουν το σημείο της φωτιάς με το Porvenir. Δύο φορτηγά θα σταλούν, όχι επειδή χρειάζονται τόση ποσότητα νιτρογλυκερίνης, αλλά για να υπάρχουν πιθανότητες έστω το ένα να φτάσει στον προορισμό, χωρίς να γίνει σκόνη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.

Όπως είναι φυσικό, οι τέσσερις πρωταγωνιστές θα αποτελέσουν τους οδηγούς, η παχυλή αμοιβή των οποίων θα τους βοηθήσει να ξεφύγουν από το χωριό και να προχωρήσουν σε κάτι καλύτερο με τη ζωή τους. Η τεράστια επικινδυνότητα του φορτίου δημιουργεί ορισμένες πραγματικά έντονες καταστάσεις με σασπένς που φτάνει στα άκρα. Τα φορτηγά θα βρεθούν σε ορισμένες ιδιαίτερα δύσκολες καταστάσεις, οδηγώντας σε εικόνες που δημιουργούν έντονα το συναίσθημα πως οι ήρωές μας ακροβατούν σε τεντωμένο σκοινί. Η δράση εξυψώνεται από την αληθοφάνεια που προσφέρουν τα σκηνικά -ελέω των γυρισμάτων, που λάβανε χώρα σε πραγματικό περιβάλλον, δίχως ίχνος οπτικών εφέ και πάντα σε πραγματικές καταστάσεις (δείτε την ταινία έχοντας στο μυαλό σας ότι πουθενά δεν χρησιμοποιήθηκαν μινιατούρες). Ο Friedkin χειρίζεται με μοναδική τεχνική το υλικό που έχει στα χέρια του, σκηνοθετώντας εξαιρετικά τις δύσκολες και επίφοβες καταστάσεις όπου βρίσκονται συνεχώς τα δύο φορτηγά, προσδίδοντας σημαντικούς πόντους στη συνολική αληθοφάνεια της ταινίας.

sorcerer 1

Ο Friedkin αποδίδει όλους τους κινδύνους με μαεστρία, δημιουργώντας μία ρεαλιστική εικόνα του τεράστιου ρίσκου που υπάρχει στο εξαιρετικά επικίνδυνο ταξίδι. Οι ηθοποιοί, με τη σειρά τους, στέκονται στο ύψος των περιστάσεων, αποδίδοντας με πειστικότητα τα συνεχή τεταμένα νεύρα των χαρακτήρων τους. Αν και η κορύφωση της ταινίας έρχεται στο ενδιάμεσο, ρίχνοντας λίγο τους ρυθμούς προς τέλος, το Sorcerer δεν παύει να είναι μία ξεχωριστή και αρκετά πρωτότυπη περιπέτεια, που αξίζει την προσοχή σας. Την προτείνουμε ανεπιφύλακτα σε όσους αρέσει να παρακολουθούν καθαρόαιμες ταινίες δράσης, ιδίως χωρίς εφέ (the real deal κ.λπ.). Ως bonus θα προτείνουμε και το Wages of Fear του 1953, το οποίο μπορεί να έχει πιο αργό ρυθμό, αλλά δεν παύει να έχει υψηλότατο σασπένς και σαφέστατα καλύτερη ανάπτυξη τόσο των χαρακτήρων όσο και των μεταξύ τους σχέσεων σε σχέση με το Sorcerer.

Νικόλας Μαρκόγλου
Νικόλας Μαρκόγλου

Η αγάπη του Νικόλα για το gaming ξεκίνησε από το Atari 2600 που εμφανίστηκε ένα ωραίο πρωινό στο σαλόνι. Έκτοτε, το πάθος για τα βιντεοπαιχνίδια εκτοξεύθηκε με γεωμετρικούς ρυθμούς. Ο κινηματογράφος είναι η δεύτερη αγάπη του και παρακολουθεί συχνά ταινίες από την εποχή του ασπρόμαυρου σινεμά μέχρι τα σύγχρονα blockbusters του Hollywood.

Άρθρα: 1435

Υποβολή απάντησης