OPUS: Prism Peak | Review

Η κρίση της μέσης ηλικίας μέσα από το φίλτρο του magical realism.

Το δίχως άλλο, το ζητούμενο μεγάλης μερίδα παιχνιδιών που στηρίζονται στην αφήγηση (από το Gone Home μέχρι το Dispatch) είναι να κεντρίσουν την προσοχή με την ιστορία τους, αρκετά εκ των οποίων επιχειρούν να ταυτίσουν τον παίκτη με διάφορες δυσκολίες, χαρές και λύπες των πρωταγωνιστών. Σε αυτές τις περιπτώσεις το gameplay μπορεί να υπάρχει ως μία υπεραπλουστευμένη συνιστώσα, σχεδόν ως αναγκαιότητα για να μπορεί ο τίτλος να χαρακτηριστεί ως βιντεοπαιχνίδι.

Ως προς αυτό το σκέλος, το OPUS: Prism Peak έρχεται σχεδόν ως μία υπέρβαση για την ταϊβανέζικη SIGONO καθώς ενώ οι προηγούμενοι τίτλοι της ήταν ξεκάθαρα visual novels, εδώ επιχειρεί να προσθέσει και τον παράγοντα του gameplay. Βέβαια, και πάλι επικεντρώνεται στο κομμάτι της αφήγησης, ένα σκέλος που παραδίδει με αυτοπεποίθηση.

Αντιθέτως, το gameplay δείχνει να δημιουργήθηκε με υπερβάλλοντα ζήλο από τους δημιουργούς, στην προσπάθειά τους να πείσουν ότι το πόνημά τους ξεφεύγει από τα στεγανά των visual novels. Πέραν όμως από το “φλύαρο” κομμάτι του gameplay (περισσότερα για αυτό παρακάτω) το OPUS έχει την ικανότητα να κερδίσει το ενδιαφέρον και να σας βυθίσει στην βαθύτατα συγκινητική και ανθρώπινη ιστορία του.

Είμαστε στο σήμερα, όπου βρίσκουμε τον σαραντάχρονο Eugene σε μία δύσκολη περίοδο της ζωής του. Η καριέρα του ως φωτογράφος κατέληξε άδοξα, έπειτα από το κλείσιμο του περιοδικού όπου εργαζόταν για χρόνια, η καφετέρια που άνοιξε προ διετίας έκλεισε και η γυναίκα του τον άφησε, για λόγους που θα γίνουν σαφής στην πορεία.

Έχοντας στην κατοχή του μόνο ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, που φαίνεται να είναι στα τελευταία του, και έχοντας πουλήσει την ακριβή φωτογραφική μηχανή του, ως χειροπιαστή ένδειξη πως παρατάει το μεγαλύτερο πάθος της ζωής του, επιστρέφει στη γενέτειρά του για να παρευρεθεί στην κηδεία του παππού του, ο οποίος ουσιαστικά τον μεγάλωσε.

Ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα σε ένα σκοτεινό τούνελ θα τον βρει να ξυπνάει στην περιοχή του χωριού του, αλλά σε μία παράξενη εκδοχή του, που σύντομα θα διαπιστώσουμε ότι βρίσκεται στον κόσμο των πνευμάτων. Εκεί, θα βρει ένα κοριτσάκι, το οποίο έχει μερική απώλεια μνήμης, γνωρίζοντας ωστόσο ότι θέλει να φτάσει στην κορυφή του βουνού που φαίνεται στον ορίζοντα για να βρει τον λεγόμενο Προφήτη (Seer). Με μία σχετική στωικότητα, ο Eugene θα αποφασίσει να βοηθήσει αυτό το κορίτσι και να εντοπίσει και ο ίδιος τον Προφήτη, θεωρώντας ότι θα του δώσει μία λύση για τον δρόμο του γυρισμού στον δικό του κόσμο.

Το σεναριακό χτίσιμο του OPUS διακατέχεται από την λεγόμενη έννοια του “magical realism”, κάτι που σημαίνει ότι διάφορα μεταφυσικά φαινόμενα και όντα εισέρχονται με φυσικότητα στον δικό μας κόσμο και στην καθημερινότητα. Κάπως έτσι, ο Eugene θα βρεθεί απέναντι από ανθρωπόμορφα ζώα, ένα αγριογούρουνο μηχανοδηγό, μία σκυλίτσα που είναι φορτισμένη επειδή ο αγαπητικός της την άφησε κ.λπ. – φιγούρες και καταστάσεις που αποδέχεται ως κάτι φυσιολογικό, κάτι που το παιχνίδι το αποδίδει τόσο αρμονικά ώστε να μην φαίνεται παράλογο.

Άλλωστε, το σύνολο της ιστορίας του OPUS αφορά στο προσωπικό ταξίδι του Eugene και τον επαναπροσδιορισμό του δύσκολου παρελθόντος του και των πολλαπλών δυσκολιών που συνάντησε στη ζωή του.

Το παραπάνω δεν γίνεται ποτέ με μελοδραματικό ή υπερβολικό τρόπο, καθώς ο Eugene βρέθηκε μπροστά από δυσκολίες που κάλλιστα θα μπορούσαν να συμβούν σε οποιονδήποτε και πολλοί από εμάς μπορεί να έχουμε βιώσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ιδίως στα 40, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Eugene έρχεται σε μία κρίση μέσης ηλικίας, προσπαθώντας να εντοπίσει τον σκοπό της ύπαρξής του, σχεδόν έχοντας χάσει τον έλεγχο της ζωής του.

Το παρελθόν του αποτελεί ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας, κάτι που σταδιακά γίνεται όλο και περισσότερο σαφές, αντιλαμβανόμενοι ότι τα ανθρωπόμορφα όντα αποτελούν αλληγορικές υπάρξεις που σχετίζονται με σημαντικά κομμάτια της ζωής του. Σε αυτό βοηθάνε τα ποικίλα ενδιαφέροντα flashbacks, που έρχονται με τη μορφή σκίτσων, ταξιδεύοντάς μας σε διαφορετικά στάδια της ζωής του Eugene από την ηλικία των 4-5 ετών έως και λίγο μετά αφότου έκλεισε η καφετέριά του.

Σε όλο αυτό το σεναριακό οικοδόμημα εμπλέκεται και ο χαρακτήρας του κοριτσιού, η ταυτότητα του οποίου παραμένει ένα μυστήριο, που ξεδιαλύνει με αρκετά αναπάντεχο τρόπο το OPUS. Η συμπρωταγωνίστρια έρχεται ως ένα αναγκαίο ψυχικό βοήθημα για τον Eugene, ο οποίος αποκτά δύναμη από την προσπάθειά του να τη βοηθήσει. Οι πληροφορίες για τη ζωή του Eugene – που έρχονται με την πάροδο της οκτάωρης εμπειρίας – και οι αποκαλύψεις για τις ποικίλες σχέσεις του με διάφορα σημαντικά πρόσωπα του παρελθόντος του, μεταφέρουν μία ανθρώπινη και γειωμένη ιστορία, η οποία εξιστορείται με όμορφο τρόπο μέσα από αυτό το μεταφυσικό περιβάλλον.

Την αφήγηση συνοδεύει ιδανικά ο οπτικός τομέας, χάρη στον όμορφο, cel-shaded, κόσμο του, αποδίδοντας ιδιαίτερα χαλαρωτικά και πειστικά φυσικά τοπία και γραφικούς οικισμούς. Η γραμμική πορεία του OPUS σημαίνει ότι διαρκώς θα μας φέρνει σε νέες τοποθεσίες, η κάθε μία ομορφότερη από την προηγούμενη, επενδυμένες από ωραίους φωτισμούς και ζωηρά χρώματα. Το δίχως άλλο, το εικαστικό κομμάτι του παιχνιδιού αποτελεί το έτερο δυνατό του σημείο, μαζί με το σενάριο.

Και κάπου εδώ έρχεται το κομμάτι του gameplay, το οποίο δεν θα λέγαμε ότι είναι κακό, αλλά ότι παρατηρείται μια υπερπροσπάθεια για να αποδείξει ότι έχει βάθος. Από τα πρώτα βήματα της περιπέτειας ο Eugene θα βρει μία αναλογική φωτογραφική μηχανή, η οποία θα αποτελέσει ένα πολύ βασικό εργαλείο.

Η χρήση της κάθε άλλο παρά πολύπλοκη είναι, καθώς το focus γίνεται αυτόματα με το πάτημα ενός κουμπιού και το παιχνίδι μάς λέει πάντα την ταχύτητα του κλείστρου που πρέπει να έχουμε (ανάλογα με το πόσο φωτεινή ή όχι θα πρέπει να είναι η φωτογραφία μας). Αρκεί να πούμε ότι, ακολουθώντας τις επιταγές του είδους, ως gameplay μηχανισμός παραμένει υπεραπλουστευμένος. Ως εδώ όλα καλά, αλλά εκεί που το OPUS κάπου το παρακάνει είναι στην υπερβολική χρήση της.

Σε κάθε περιβάλλον (όπως το βαγόνι ενός τρένου, ένα σοκάκι σε ένα χωριό κ.λπ.) υπάρχουν δεκάδες σημεία ενδιαφέροντος, τα οποία ο χαρακτήρας μας μπορεί να φωτογραφήσει προκειμένου να μπουν στο αρχείο του με μία περιγραφή. Και όταν λέμε δεκάδες, το εννοούμε, καθώς ακόμα και μία καρέκλα ή ένα πεσμένο διαφημιστικό μπορεί να επιδέχεται φωτογράφησης.

Αντιλαμβανόμαστε το πάθος του Eugene για τη φωτογραφία, αλλά δεν παύει η χρήση της φωτογραφικής μηχανής να γίνεται σε υπερβολικό βαθμό, καταλήγοντας από μία ευχάριστη διαδικασία να γίνεται εντελώς μηχανική. Άλλωστε, πόσες φορές να προσπαθήσουμε να καδράρουμε με περίσσεια φροντίδα όταν είναι κάτι που θα χρειαστεί να το κάνουμε 50 φορές ανά ώρα;

Μάλιστα, η διαδικασία της φωτογράφισης δεν είναι προαιρετική αλλά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πορείας μας, αφού διάφοροι χαρακτήρες και μυστηριώδεις βωμοί θα μας ζητήσουν να τους δώσουμε συγκεκριμένες φωτογραφίες από τον τριγύρω χώρο. Για παράδειγμα, ένας ηλικιωμένος μπορεί να μας εξιστορήσει μία αλησμόνητη συνάντηση που είχε σε ένα παγκάκι, πίσω από το οποίο υπήρχε ένα λιβάδι με πανέμορφα κίτρινα λουλούδια. Εμείς, θα πρέπει να εντοπίσουμε αυτό το σκηνικό, να το φωτογραφίσουμε και να του δείξουμε τη φωτογραφία, κάτι που θα ωθήσει σε νέους διαλόγους κ.λπ.

Το παραπάνω αποτελεί σαφώς έναν ενδιαφέροντα μηχανισμό που ωθεί στην ευχάριστη διαδικασία αποκρυπτογράφησης των θεμάτων που μας ζητούνται να φωτογραφίσουμε (ορισμένες φορές η περιγραφή μπορεί να είναι σχετικά μυστηριώδης). Όταν όμως υπάρχουν δεκάδες σημεία ενδιαφέροντος, τα περισσότερα εκ των οποίων απλά αναλώνονται σε μία μικρή περιγραφή (συχνά ανούσια), η παραπάνω αναζήτηση καταλήγει κουραστική.

Ενώ έχουμε στα χέρια μας μία αναλογική φωτογραφική μηχανή, το OPUS πρακτικά μας ζητάει να την χρησιμοποιήσουμε σαν να είμαστε ένας υπερενθουσιώδης influencer, με ένα smartphone στα χέρια του, που θέλει να φωτογραφίσει ακόμα και το καπάκι από το μπουκάλι του νερού στο εστιατόριο που θα καθίσει. Αντιστοίχως, το σημειωματάριο που έχει στα χέρια του ο Eugene, όπου σημειώνει δεκάδες πληροφορίες, είναι αχρείαστα γεμάτο με διαφορετικές κατηγοριοποιήσεις που περισσότερο μπερδεύουν για το περιεχόμενό τους παρά βάζουν σε μία σειρά τις σκέψεις του. Πιστεύουμε ότι το OPUS θα επωφελούταν αν δεν προσπαθούσε να εμβαθύνει τόσο πολύ στο κομμάτι της έρευνας και της ενδοσκόπησης μέσω gameplay μηχανισμών.

Παρόλα αυτά, το ιδιαίτερα χαλαρωτικό του ύφος του τελικά κυριαρχεί, και είναι πολύ πιθανό να σας πείσει να ακολουθήσετε τον ζεν ρυθμό του. Το σκέλος της φωτογραφίας παραμένει ενδιαφέρον ως αφηγηματικός μηχανισμός, παρά τη “φλυαρία” που αναφέραμε στη χρήση του, και αναπόσπαστο κομμάτι της προσωπικότητας του Eugene.

Παράλληλα, το σενάριο, μέσα από την εκκεντρική του, μεταφυσική αφήγηση, είναι ικανό να κεντρίσει την προσοχή σας έως το τέλος αλλά και να φορτίσει συναισθηματικά, πρωτίστως επειδή η ιστορία που θέλει να πει είναι προσγειωμένη. Το OPUS αποφεύγει να κουνήσει διδακτικά το δάχτυλο, επιτρέποντάς μας να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα για τη διαχείριση των στραβοπατημάτων που -αναπόφευκτα θα λέγαμε- θα γίνουν ορισμένες φορές στη ζωή του.

Όσον αφορά στον γράφοντα πάντως, παρά τις ορισμένες στιγμές “αγγαρείας” που έφερε το OPUS, αυτό που μένει εν τέλει είναι ότι απέδωσε μία συγκινητική ιστορία με εκφάνσεις, οι οποίες μπορούν να φέρουν παραλληλισμούς με την καθημερινότητα και να δείξουν κοινές αγωνίες και προβληματισμούς, κάτι που σαφέστατα δεν το συναντάμε εύκολα σε ανάλογες εμπειρίες και δη άλλα είδη.

Το OPUS: Prism Peak κυκλοφορεί από τις 16/4/26 για PC, Switch και Switch 2. Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για PC με review code που λάβαμε από τη SIGONO.

Νικόλας Μαρκόγλου
Νικόλας Μαρκόγλου

Η αγάπη του Νικόλα για το gaming ξεκίνησε από το Atari 2600 που εμφανίστηκε ένα ωραίο πρωινό στο σαλόνι. Έκτοτε, το πάθος για τα βιντεοπαιχνίδια εκτοξεύθηκε με γεωμετρικούς ρυθμούς. Ο κινηματογράφος είναι η δεύτερη αγάπη του και παρακολουθεί συχνά ταινίες από την εποχή του ασπρόμαυρου σινεμά μέχρι τα σύγχρονα blockbusters του Hollywood.

Άρθρα: 1450

Υποβολή απάντησης