Aphelion | Review

Με σβησμένες μηχανές…

Στη μακρά ιστορία της, η γαλλική Don’t Nod ήταν πάντα επικεντρωμένη στο κομμάτι της αφήγησης, ακόμα και όταν έκανε την προσπάθεια να ξεφύγει από τα στεγανά των καθαρόαιμων αφηγηματικών εμπειριών. Για κάθε Life Is Strange και παραπλήσιό του υπήρχε ένα Remember Me ή Vampyr φτάνοντας στην τελευταία της μεγάλη κυκλοφορία, το παραγνωρισμένο Banishers: Ghosts of New Eden.

Ίσως είδε κι αποείδε από την ελλιπή εμπορική αυτών των τίτλων, φτάνοντας στο σήμερα με το Aphelion, συμπεριλαμβάνοντας τον παράγοντα του gameplay, όμως καταλήγει πολύ περιορισμένο. Η γενικότερη αίσθηση της παραγωγής διαρκώς παραδίδει μία αντίφαση, δίνοντας από τη μία την εικόνα ενός action-adventure με βλέψεις προς Tomb Raider, Uncharted κ.λπ. (βέβαια βγάζοντας τον παράγοντα της μάχης από την εξίσωση) και από την άλλη δίνει την εικόνα ενός παιχνιδιού όπου οι δημιουργοί μάλλον “πάλευαν” διαρκώς με περιορισμένο budget.

Το παραπάνω παράδοξο εμφανίζει το πρόσωπό του από τα πρώτα λεπτά της ενασχόλησης. Το Aphelion ξεκινάει με ιδιαίτερα καλές προδιαγραφές με μία προσεγμένη εισαγωγή όπου παρακολουθούμε δύο αστροναύτες, την Ariana και τον Thomas, που βρίσκονται κοντά στον πλανήτη Persephone. Η European Space Agency, τους έχει αναθέσει να ερευνήσουν τον 10ο πλανήτη του ηλιακού μας συστήματος προκειμένου να αξιολογήσουν αν θα μπορούσε να αποτελέσει τη σωτηρία του ανθρώπινου πολιτισμού, καθώς οι κλιματικές συνθήκες στη Γη αρχίζουν να βρίσκονται στα κόκκινα.

Να σημειώσουμε ότι βρισκόμαστε στο 2060, με τους δημιουργούς να επιλέγουν μία προσγειωμένη αποτύπωση της διαστημικής αποστολής έναντι κάποιας υπερεξελιγμένης sci-fi τεχνολογίας. Άλλωστε, όπως έχουν αναφέρει και οι ίδιοι, βασικές πηγές έμπνευσης αποτέλεσαν τα Interstellar, The Martian και Ad Astra – μεταξύ άλλων.

Επανερχόμαστε στην εισαγωγή, όπου η γνωριμία μας με τους δύο αστροναύτες γίνεται ακριβώς μετά από την ερωτική τους συνεύρεση, όπου και οι δύο δείχνουν να τη θεωρούν ως ένα υπέρτατο λάθος, που ίσως έρθει εις βάρος της σημαντικότατης αποστολής τους. Για να πούμε την αλήθεια, αδυνατούμε να αντιληφθούμε τον λόγο για τον οποίο υπάρχει αυτή η δραματική υπόσταση για την πράξη τους.

Παρόλα αυτά, η συγκεκριμένη cutscene δίνει την εικόνα μίας προσεγμένης παραγωγής, μεταφέροντας λεπτομερώς τις φυσιογνωμίες και τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών, συνοδευόμενη με ταιριαστή μουσική υπόκρουση. Λίγα λεπτά μετά, ένα καταστροφικό ατύχημα στο διαστημόπλοιο κατά την προσεδάφιση στην Persephone, θα βρει τους δύο χαρακτήρες σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη.

Κάπου εδώ φαίνεται το άλλο πρόσωπο της παραγωγής του παιχνιδιού, καθώς εξαρχής το UI δημιουργεί εντύπωση με το πόσο αδιάφορο και φτωχό δείχνει. Φυσικά αυτό δεν θα ήταν ιδιαίτερο πρόβλημα, ωστόσο, αποτελεί μία πρώτη αρνητική εικόνα, η οποία σταδιακά εμφανίζεται και σε άλλους τομείς.

Η προσωπική ιστορία του σεναρίου γενικά αποτυπώνεται αρκετά καλά, με τους δύο χαρακτήρες να δείχνουν με ανθρώπινο τρόπο την αγωνία, τον φόβο και την αγάπη που νοιώθει ο ένας για τον άλλο, δεδομένου μάλιστα ότι η μεταξύ τους επικοινωνία έχει κοπεί και δεν γνωρίζουν τη μοίρα του καθενός έπειτα από το ατύχημα. Ως προς αυτό, βοηθούν σημαντικά οι φυσικοί διάλογοι, η καλή δουλειά των ηθοποιών και – όπως προείπαμε – το άρτιο αποτέλεσμα στον σχεδιασμό των ψηφιακών μοντέλων.

Κατά την προσπάθεια επιβίωσής τους σε αυτόν τον πλανήτη, θα βρεθούν αντιμέτωποι με μία εξωγήινη οντότητα αλλά και μπροστά από ορισμένα αναπάντεχα ευρήματα. Όσον αφορά στα τελευταία, το παιχνίδι διαχειρίζεται μία ανακάλυψή τους ως μία μεγάλη σεναριακή έκπληξη, αλλά στην πραγματικότητα το αποτέλεσμα είναι εντελώς ουδέτερο και – κατά μία έννοια – υπερβολικό στον τρόπο που παρουσιάζεται ως κάτι αναπάντεχο (δεν μπορούμε να πούμε περισσότερα λόγω spoilers).

Όσον αφορά την εξωγήινη παρουσία, οι εξηγήσεις πίσω από την επιθετικότητά της ακολουθούν μία αρκετά προβλέψιμη πορεία, δίχως να κρύβονται ιδιαίτερες εκπλήξεις. Ο ίδιος ο σχεδιασμός του όντος είναι συμπαθητικός, υπό την έννοια ότι έμπρακτα δίνει την εντύπωση ενός εξωγήινου πλάσματος που δεν έχει καμία συγγένεια με οτιδήποτε γήινο, αν και αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ιδιαίτερα αξιομνημόνευτο.

Το σενάριο του Aphelion τελικά δημιουργεί κυρίως ενδιαφέρον για τη σχέση και την επιβίωση των Thomas και Ariane ενώ το έτερο σκέλος του πατάει σε αρκετά προβλέψιμες sci-fi τροπές. Μπορεί να είναι σχετικά καλογραμμένο, εάν το εκλάβουμε ως ένα υπόβαθρο για την περιπέτεια των βασικών χαρακτήρων, αλλά δεν είναι ικανό να υποστηρίξει ένα παιχνίδι που στηρίζεται κυρίως σε αυτό το κομμάτι.

Αντιστοίχως, το gameplay του Aphelion παραμένει σε ρηχά μονοπάτια από την αρχή έως το τέλος. Το κομμάτι της Ariana περιέχει διάφορα platforming σημεία, τα οποίο ωστόσο είναι τυπικά και δεν αργούν να γίνουν επαναλαμβανόμενα. Τα σημεία του περιβάλλοντος όπου μπορούμε να σκαρφαλώσουμε έχουν πάντοτε ακριβώς τις ίδιες προεξοχές, συχνά με πανομοιότυπη διάταξη, δίχως ιδιαίτερη προσπάθεια να εμπλουτιστούν έστω σε εικαστικό επίπεδο.

Με τη σειρά του, η χρήση του γάντζου πραγματοποιείται άνευ ιδιαιτέρων εκπλήξεων, συμπληρώνοντας το πλήρες και περιορισμένο ρεπερτόριο των ακροβατικών κινήσεων της Ariana. Σε ορισμένα σημεία υπάρχουν και κάποια stealth στοιχεία, όπου προσπαθούμε να αποφύγουμε το εξωγήινο ον, το οποίο μπορεί να μας εντοπίσει αποκλειστικά με την ακοή. Δεν απαιτείται ποτέ κάτι εξεζητημένο, απλά αρκεί να περπατάμε σκυφτοί στο 90% των περιπτώσεων, ώστε απλά να ξεφεύγουμε με σχετική ευκολία από τις περιπολίες του τέρατος ενώ σε ορισμένες προγεγραμμένες καταστάσεις καλούμαστε να το βάλουμε στα πόδια σε ορισμένα απλοϊκά αλλά σχετικά καλοσκηνοθετημένα κυνηγητά.

Από την άλλη πλευρά, το κομμάτι του Thomas είναι πιο αργόσυρτο, δεδομένου μάλιστα ότι από την αρχή της εμπειρίας θα τον βρούμε βαριά πληγωμένο, έπειτα από την πτώση του διαστημοπλοίου. Στο δικό του σκέλος, η χαλασμένη φιάλη οξυγόνου του σημαίνει πως θα πρέπει διαρκώς να βρίσκουμε σημεία ανατροφοδότησής της.

Αν και αυτός ο μηχανισμός θα μπορούσε να είναι αγχωτικός, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία αγωνία καθώς η πορεία από οξυγόνο σε οξυγόνο είναι προκαθορισμένη και άνευ ιδιαίτερων εμποδίων. Υπάρχουν ορισμένα σημεία όπου θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε τον γάντζο του για να δημιουργήσουμε πλατφόρμες πάνω από κενό χώρο, αλλά αυτά τα σημεία είναι τόσο οφθαλμοφανή, που δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν σε καμία περίπτωση ως γρίφοι.

Τα σημεία όπου ο Thomas ερευνά κάποιες περίεργες καταστάσεις, μέσω απλής περιήγησης, το παιχνίδι αποκτά λίγο περισσότερο ενδιαφέρον, χάρη στην καλή ηθοποιία και το σχετικό μυστήριο που επιχειρεί να πλέξει. Μπορεί να μην κρύβονται εκπλήξεις εν τέλει, αλλά τουλάχιστον πετυχαίνει μία στοιχειωδώς μυστηριώδη και – ελαφρώς – horror ατμόσφαιρα.

Η εναλλαγή μεταξύ των δύο χαρακτήρων στα περίπου 10 chapters (συνολικής διάρκειας 6-8 ωρών), είναι καλοδεχούμενη, προσφέροντας μία απολύτως αναγκαία, παρότι ισχνή, διαφοροποίηση μεταξύ των δύο τύπων gameplay. Οπτικά, το Aphelion κάνει ικανοποιητική δουλειά στην απεικόνιση των παγωμένων και έρημων περιβαλλόντων του Persephone.

Εντούτοις, στο κομμάτι της απόδοσης, το frame rate έχει ανεξήγητα σκαμπανεβάσματα και σε ορισμένες ήρεμες στιγμές είμαστε πεπεισμένοι ότι έτρεχε στα 30 fps ενώ αμφιβάλουμε αν ποτέ φτάνει τα 60 fps. Για το ύφος της εμπειρίας δεν είναι κάτι πραγματικά αποτρεπτικό, αλλά από την άλλη πλευρά δεν είναι και κάτι που δικαιολογείται από το οπτικό αποτέλεσμα, το οποίο είναι σίγουρα όμορφο αλλά σίγουρα όχι κάτι που να δείχνει πιο απαιτητικό σε σχέση με αντίστοιχες και εξίσου όμορφες εμπειρίες.

Εν κατακλείδι, το Aphelion έρχεται ως μία από τις πιο αδύναμες προτάσεις της Don’t Nod (θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι είναι και η πιο αδύναμη), με υπεραπλουστευμένο gameplay και μία πλοκή που δυσκολεύεται να δημιουργήσει οποιαδήποτε ίντριγκα ή να πείσει κάποιον να ψάξει για ερμηνείες.

Αυτό που μένει είναι η προσγειωμένη απεικόνιση της διαστημικής αποστολής και η έντονη, συναισθηματικά, προσωπική ιστορία μεταξύ των πρωταγωνιστών, μία σεναριακή προέκταση που θα λέγαμε ότι πετυχαίνει τον στόχο της, κάτι που όμως δεν είναι αρκετό για να αντιστρέψει το αδιάφορο και μέτριο υπόλοιπο κομμάτι του παιχνιδιού.

Το Aphelion κυκλοφορεί από τις 28/4/26 για PS5, PC και Xbox Series. Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για PC με review code που λάβαμε από την Don’t Nod.

Νικόλας Μαρκόγλου
Νικόλας Μαρκόγλου

Η αγάπη του Νικόλα για το gaming ξεκίνησε από το Atari 2600 που εμφανίστηκε ένα ωραίο πρωινό στο σαλόνι. Έκτοτε, το πάθος για τα βιντεοπαιχνίδια εκτοξεύθηκε με γεωμετρικούς ρυθμούς. Ο κινηματογράφος είναι η δεύτερη αγάπη του και παρακολουθεί συχνά ταινίες από την εποχή του ασπρόμαυρου σινεμά μέχρι τα σύγχρονα blockbusters του Hollywood.

Άρθρα: 1457

Υποβολή απάντησης