
Call of Duty: Modern Warfare 4 | Review
Hold The Line.
Η περιπολία της Sierra-1 ξεκινά σαν μια ακόμη αποστολή ρουτίνας. Μια κορεατική πόλη απλώνεται μπροστά από τους στρατιώτες, το τοπίο μοιάζει προσωρινά ήρεμο και η ένταση παραμένει εκείνη η γνώριμη, υπόγεια απειλή που συνοδεύει κάθε αποστολή του Call of Duty. Ώσπου το σκοτάδι καταπίνει την περιοχή. Οι επικοινωνίες διαταράσσονται, η αβεβαιότητα αντικαθιστά τις σαφείς εντολές και η περιπολία μετατρέπεται σε αγώνα επιβίωσης. Η εισβολή στη Νότια Κορέα δεν είναι πια μια μακρινή εξέλιξη. Είναι κάτι που συμβαίνει μπροστά στα μάτια σας.
Το Call of Duty: Modern Warfare 4 επιλέγει να ανοίξει την ιστορία του campaign του με την αίσθηση μιας σύγκρουσης που ξεφεύγει από τον έλεγχο πριν προλάβει κανείς να κατανοήσει το μέγεθός της. Αντί να στηριχθεί αποκλειστικά στην κλίμακα των εκρήξεων και στην αδιάκοπη εναλλαγή εντυπωσιακών σκηνών, επιχειρεί να δώσει χώρο στους ανθρώπους που βρίσκονται εγκλωβισμένοι μέσα στον πόλεμο. Η απειλή γίνεται αντιληπτή πρώτα σε επίπεδο μονάδας, μέσα από την αβεβαιότητα, την προσπάθεια συνεννόησης και την ανάγκη να παραμείνει μια ομάδα ενωμένη όταν όλα γύρω της καταρρέουν.

Αυτή η επιλογή δεν μεταμορφώνει ξαφνικά τη σειρά σε ένα αντιπολεμικό δράμα, ούτε εξαφανίζει την κινηματογραφική υπερβολή που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς της. Δίνει, όμως, στην κεντρική της ιστορία μια πιο γειωμένη αφετηρία και έναν σαφέστερο ανθρώπινο προσανατολισμό. Το Modern Warfare 4 γνωρίζει ότι το κοινό του περιμένει ένταση, θεαματικές συγκρούσεις και αποστολές που αλλάζουν διαρκώς ρυθμό. Η ουσιαστική του προσπάθεια βρίσκεται στο να συνδέσει αυτά τα στοιχεία με μια ιστορία που δεν αντιμετωπίζει τον πόλεμο μόνο ως σκηνικό.
Ο Captain John Price επιστρέφει κουβαλώντας ένα βάρος που δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί πίσω από την πειθαρχία και την επιχειρησιακή του εμπειρία. Ο θάνατος του Soap, ο Makarov, έχουν μετατρέψει την αποστολή του σε προσωπική υπόθεση. Η επιδίωξη της εκδίκησης βρίσκεται πλέον επικίνδυνα κοντά στο να υποκαταστήσει κάθε άλλη προτεραιότητα, ακόμη κι εκείνες που κάποτε καθόριζαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν το καθήκον του.

“Hold the line”. Κράτησε τη γραμμή άμυνας. Μείνε στη θέση σου, χωρίς να χάσεις τον εαυτό σου. Μην ξεχάσεις ποιος είσαι, τι υπερασπίζεσαι και ποια είναι τα όρια που δεν πρέπει να ξεπεράσεις, ακόμη κι όταν η απώλεια απειλεί να μετατρέψει το καθήκον σε εκδίκηση. Μια -στρατιωτική- εντολή που, στην περίπτωση του Price, αποκτά μια βαθύτερη, σχεδόν προσωπική διάσταση. Η γραμμή που καλείται να κρατήσει δεν βρίσκεται μόνο στο πεδίο της μάχης, αλλά και ανάμεσα στο καθήκον και την εκδίκηση. Είναι η προσπάθεια ενός ανθρώπου να συνεχίσει να πολεμά χωρίς να αφήσει τον στρατιώτη που έγινε, να καταπιεί εκείνον που υπήρξε.
Αυτός ο Price είναι περισσότερο φθαρμένος και λιγότερο βέβαιος για τα όρια που πρέπει να διατηρήσει. Η οργή του δεν λειτουργεί απλώς ως εύκολο κίνητρο για την επόμενη αποστολή. Δημιουργεί μια εσωτερική σύγκρουση: πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ένας στρατιώτης στο όνομα και τη μνήμη του κάθε τι που έχασε, προτού η εκδίκηση αρχίσει να καταστρέφει όσα υποτίθεται ότι υπερασπίζεται;

Το παιχνίδι δεν εξερευνά πάντοτε αυτό το ερώτημα με την απαιτούμενη λεπτότητα. Η γνώριμη δομή της σειράς συχνά επιταχύνει τις εξελίξεις, προτιμώντας την επόμενη αποστολή από τη παραμονή στις συνέπειες των προηγούμενων. Παρ’ όλα αυτά, ο Price αποκτά ένα πιο ανθρώπινο βάθος ακριβώς επειδή δεν παρουσιάζεται ως αλώβητος επαγγελματίας που γνωρίζει πάντα τι πρέπει να κάνει. Η απώλεια έχει αφήσει σημάδια στην κρίση του, ενώ η ανάγκη να συνεχίσει να πολεμά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει συμφιλιωθεί με όσα τον οδήγησαν ως εδώ.
Η φετινή κεντρική ιστορία λειτουργεί και ως κλείσιμο του συγκεκριμένου αφηγηματικού κύκλου του σύγχρονου Modern Warfare. Η πρόθεση να ολοκληρωθεί αυτή η ιστορία γίνεται αισθητή στην επιστροφή χαρακτήρων, στις εκκρεμότητες που ζητούν απαντήσεις και στο βάρος που αποκτούν ορισμένες συναντήσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι το franchise εγκαταλείπει οριστικά το Modern Warfare ή ότι δεν μπορεί να επιστρέψει σε αυτό στο μέλλον. Σημαίνει, όμως, ότι το συγκεκριμένο κεφάλαιο επιχειρεί να δώσει μια καταληκτική κατεύθυνση στη διαδρομή που ακολούθησε αυτή η εκδοχή της σειράς.

Η παρουσία του Park Hyun-Jun, του Νοτιοκορεάτη στρατιώτη που υπηρετεί ως μέλος της Sierra-1, είναι μία από τις σημαντικότερες επιλογές της αφήγησης. Η οπτική του επιτρέπει στην ιστορία να ξεφύγει από την αποκλειστική εξάρτηση από τους γνώριμους ήρωες της Task Force 141 και να προσεγγίσει τη σύγκρουση από την πλευρά εκείνων που υπερασπίζονται το ίδιο τους το σπίτι.
Η κορεατική χερσόνησος δεν λειτουργεί απλώς ως ένας ακόμη εξωτικός προορισμός για το επόμενο σύνολο αποστολών. Η γεωγραφία και η πολιτική πραγματικότητα της περιοχής προσφέρουν στην ιστορία ένα περιβάλλον όπου η διαίρεση, η ταυτότητα και η επιβίωση μπορούν να αποκτήσουν ουσιαστικό βάρος. Η εμπειρία του Park διαφέρει από εκείνη του Price, ακόμη κι όταν οι δυο τους βρίσκονται αντιμέτωποι με τις ίδιες καταστροφικές συνέπειες.

Εκεί βρίσκεται και η πιο ενδιαφέρουσα ιδέα του Modern Warfare 4: η δυνατότητα να παρατηρήσετε τον πόλεμο μέσα από διαφορετικές ανθρώπινες εμπειρίες, χωρίς να απαιτείται να αντιμετωπίσετε κάθε αντίπαλο ως μια απρόσωπη φιγούρα που πρέπει απλώς να εξαλειφθεί. Η συντροφικότητα, ο φόβος και η αφοσίωση στην ομάδα δεν ανήκουν αποκλειστικά σε μία πλευρά. Οι στρατιώτες μπορεί να βρίσκονται σε αντίθετα στρατόπεδα, αλλά εξακολουθούν να κινούνται μέσα σε μια πραγματικότητα που τους υπερβαίνει.
Η προσέγγιση αυτή δεν αποφεύγει όλες τις συμβάσεις του στρατιωτικού blockbuster. Οι πολιτικές προεκτάσεις παραμένουν συχνά υποταγμένες στην ανάγκη να προχωρήσει η δράση, ενώ ορισμένοι χαρακτήρες δεν αποκτούν αρκετό χώρο για να ξεφύγουν από τον ρόλο που τους αναθέτει το σενάριο. Ο νέος αντίπαλος Archer, με την παρουσία του Mads Mikkelsen, διαθέτει την απειλητική φυσιογνωμία που απαιτεί ο ρόλος, αλλά η αξιοποίησή του δεν ανταποκρίνεται πάντοτε στις προσδοκίες που δημιουργεί. Η απειλή του θα μπορούσε να αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος, αντί να λειτουργεί σε σημεία περισσότερο ως μηχανισμός που σπρώχνει την ιστορία προς την επόμενη κορύφωση.

Το Modern Warfare 4 γνωρίζει πώς να κατασκευάζει σκηνές που μένουν στη μνήμη. Η εισβολή, οι μάχες σε αστικά περιβάλλοντα και στα χαρακώματα, η καταδίωξη στο Παρίσι, η ένταση σε ένα νυχτερινό κέντρο και οι επιχειρήσεις σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις προσφέρουν διαφορετικές εκδοχές της ίδιας απειλής. Η κλίμακα μεταβάλλεται, οι στόχοι αλλάζουν και η δράση μετακινείται ανάμεσα σε κλειστούς χώρους και ανοιχτά πεδία, επιδιώκοντας να διατηρήσει τον ρυθμό της ιστορίας που θέλει να υπηρετήσει.
Ωστόσο, η ποικιλία δεν εγγυάται πάντοτε και την ισορροπία. Ορισμένες αποστολές επιβραδύνουν περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται την εξέλιξη, ενώ τα τμήματα με μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων -για ακόμη μια φορά στη σειρά- δεν αξιοποιούν πάντα τις δυνατότητές τους. Η αίσθηση ότι μπορείτε να προσεγγίσετε μια κατάσταση με διαφορετικούς τρόπους είναι ευπρόσδεκτη, αλλά η εφαρμογή της δεν είναι πάντοτε αρκετά φυσική ώστε να δικαιολογεί τη διακοπή του κινηματογραφικού ρυθμού που έχει χτίσει το παιχνίδι μέχρι εκείνο το σημείο.

Υπάρχουν επίσης στιγμές κατά τις οποίες οι σχεδιαστικές αδυναμίες γίνονται πιο ορατές από την ίδια τη δράση. Η συμπεριφορά της ΑΙ των εχθρών δεν είναι σταθερή, οι συγκρούσεις σώμα με σώμα δεν έχουν πάντοτε την ακρίβεια που απαιτούν και ορισμένα τμήματα μπορούν να οδηγήσουν σε απότομες αυξήσεις δυσκολίας. Το αποτέλεσμα δεν καταστρέφει την εμπειρία, αλλά δημιουργεί μικρές ρωγμές σε έναν μηχανισμό που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αίσθηση ελέγχου.
Το σημαντικό είναι ότι η κεντρική ιστορία παραμένει αποτελεσματική όταν αφήνει τις καταστάσεις να μιλήσουν μέσα από τη δράση και τους χαρακτήρες της. Οι πιο δυνατές στιγμές της δεν χρειάζονται πάντοτε μια ακόμη έκρηξη ή μια νέα ανατροπή. Συχνά αρκεί η συνειδητοποίηση ότι οι στρατιώτες που βρίσκονται στην οθόνη έχουν ήδη χάσει περισσότερα απ’ όσα μπορούν να παραδεχτούν.

Το DMZ είναι η σημαντικότερη προσθήκη στο ευρύτερο πακέτο του Modern Warfare 4 και, σε αρκετά σημεία, το στοιχείο που του δίνει τη μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, πέρα φυσικά από την ύπαρξη του multiplayer. Η μεταφορά της φόρμουλας των extraction τίτλων, στο Hajin συνδυάζει PvPvE μάχες, αποστολές, εξερεύνηση και διαχείριση πόρων. Οι ομάδες εισέρχονται στην περιοχή με συγκεκριμένους στόχους, αλλά η πορεία τους εξαρτάται από το τι θα συναντήσουν, πόσο μακριά θα θελήσουν να ρισκάρουν και αν θα καταφέρουν να επιστρέψουν με ασφάλεια.
Εκεί, η ένταση γεννιέται από την αβεβαιότητα. Μια φαινομενικά απλή αποστολή μπορεί να εξελιχθεί σε μάχη με άλλους παίκτες, ενώ η απόφαση να συνεχίσετε για ακόμη ένα αντικείμενο ή μια επιπλέον ανταμοιβή μπορεί να αποδειχθεί μοιραία. Η πιθανότητα απώλειας εξοπλισμού προσδίδει ουσιαστικό βάρος στις επιλογές σας, κάνοντας την εξαγωγή από το θέατρο του πολέμου, κάτι περισσότερο από μια τυπική ολοκλήρωση στόχου.

Το σύστημα προόδου, οι αποστολές, οι αναβαθμίσεις της βάσης επιχειρήσεων (FOB) και οι δυνατότητες κατασκευής εξοπλισμού προσφέρουν λόγους για να επιστρέφετε. Το DMZ δεν περιορίζεται στην επανάληψη μιας μάχης με διαφορετικούς αντιπάλους. Δημιουργεί έναν κύκλο προετοιμασίας, ρίσκου και ανταμοιβής, μέσα στον οποίο η γνώση του χάρτη και η συνεργασία με την ομάδα μπορούν να αποδειχθούν εξίσου σημαντικές με την ακρίβεια στο σημάδι.
Αυτή η ελευθερία συνοδεύεται, βέβαια, από ένα αισθητό εμπόδιο εισόδου. Οι μηχανισμοί, η διαχείριση των αντικειμένων και η ανάγκη να αναγνωρίζετε πότε μια κατάσταση γίνεται επικίνδυνη απαιτούν χρόνο και υπομονή. Η διάκριση ανάμεσα σε αντιπάλους που ελέγχονται από την ΑΙ και σε πραγματικούς παίκτες δεν είναι πάντα αυτονόητη, ενώ η συνεννόηση μπορεί να καθορίσει αν μια εξόρμηση θα καταλήξει σε επιτυχία ή σε απώλεια. Σίγουρα το συνολικό πακέτο δεν αποτελεί κάτι καινοτόμο για το είδος των extraction τίτλων, ωστόσο η εκτέλεση της Infinity Ward (και των υποστηρικτικών ομάδων) και η μεταφορά του είδος στον κόσμο του CoD, είναι το λιγότερο ικανοποιητική.

Παρά τις δυσκολίες, το DMZ είναι εκείνο που δίνει στο Modern Warfare 4 μια ξεχωριστή ταυτότητα πέρα από την κεντρική ιστορία του παιχνιδιού και το single player περιεχόμενο του. Η δυνατότητά του να εξελιχθεί σε ένα μακροχρόνιο πεδίο συνεργασίας και ανταγωνισμού είναι σημαντική, ιδίως επειδή συνδέει την πρόοδο του παίκτη με τις ιστορίες που ξεδιπλώνονται μέσα στον κόσμο του. Η επιλογή του να αποτελέσει βασικό άξονα της εμπειρίας, αντί να παραμείνει ένα περιφερειακό πείραμα, δείχνει πόσο κεντρικό ρόλο αποκτά στη νέα κατεύθυνση της σειράς.
Το multiplayer ακολουθεί φέτος μια πιο συντηρητική διαδρομή. Η κίνηση παραμένει γειωμένη, το gunplay επιστρέφει στα γνωστά του υψηλά στάνταρ, η απόκριση των όπλων είναι άμεση και η ποικιλία σε οπλισμό, εξαρτήματα και προκλήσεις προσφέρει αρκετό χώρο για διαφορετικά στιλ παιχνιδιού. Οι δώδεκα βασικοί 6v6 χάρτες κατά την κυκλοφορία δίνουν ένα ικανοποιητικό αρχικό εύρος επιλογών, με πολύ έξτρα περιεχόμενο να προστίθεται σταδιακά μέσα στις επερχόμενες seasons του παιχνιδιού.

Λίγο μετά την κυκλοφορία του παιχνιδιού προστέθηκε και η φετινή εκδοχή του Shipment, του χάρτη που ίσως και φέτος μονοπωλήσει τον χρόνο αρκετών παικτών του multiplayer, ενώ οι μεγαλύτερες αναμετρήσεις στο Ground War διευρύνουν την κλίμακα των συγκρούσεων.
Η πιο ενδιαφέρουσα ιδέα από πλευράς νέων mode, έρχεται φέτος με την μορφή του Kill Block. Με τις μεταβαλλόμενες ή τυχαιοποιημένες ενότητες των χαρτών που μπορούν να αλλάξουν τη διαδρομή και τις συνθήκες μιας αναμέτρησης. Πρόκειται για μια ιδέα που θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη απρόβλεπτη διάσταση στις μάχες, αν αξιοποιούνταν πιο συστηματικά σε διαφορετικά modes. Όταν μια τέτοια καινοτομία περιορίζεται σε συγκεκριμένες επιλογές, το αποτύπωμά της στο συνολικό multiplayer παραμένει μικρότερο από όσο θα μπορούσε.

Το Inflation προσθέτει επίσης έναν διαφορετικό στόχο στις αναμετρήσεις, με μηχανισμούς και αποστολές που διαφοροποιούν τη ροή ενός γύρου. Παρ’ όλα αυτά, η γενική αίσθηση είναι εκείνη μιας γνώριμης επιστροφής και όχι μιας ουσιαστικής ανανέωσης. Η οικειότητα μπορεί να λειτουργήσει υπέρ του παιχνιδιού, ειδικά για όσους αναζητούν την κλασική εμπειρία Call of Duty, αλλά δεν αρκεί για να καλύψει όλες τις αδυναμίες που περιέχει το παιχνίδι.
Η ποιότητα των χαρτών δεν είναι η αναμενόμενη, με ορισμένες διατάξεις να ευνοούν επαναλαμβανόμενες διαδρομές και συγκρούσεις ή να περιέχουν σημεία που χρήζουν επανασχεδιασμού. Τα προβλήματα στο matchmaking, το hit registration, τα spawns και οι περιστασιακές αστάθειες των servers μπορούν να υπονομεύσουν τη ροή των αναμετρήσεων. Σε ένα παιχνίδι όπου κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου μετρά, η απόκριση των συστημάτων και η αξιοπιστία του δικτύου είναι εξίσου σημαντικές με την ποιότητα του gunplay.
Το multiplayer παραμένει διασκεδαστικό και διαθέτει τον βασικό μηχανισμό που κάνει τις αναμετρήσεις εθιστικές και που σίγουρα μπορεί να σας κάνει να «χάσετε» άπειρο χρόνο όταν ασχοληθείτε μαζί του. Ωστόσο, σε σύγκριση με την κεντρική ιστορία του παιχνιδιού και το DMZ, είναι το λιγότερο τολμηρό κομμάτι του φετινού πακέτου. Δεν αποτυγχάνει να προσφέρει αυτό που περιμένει το κοινό του, απλώς δεν βρίσκει αρκετούς νέους τρόπους για να κάνει αυτή την εμπειρία να μοιάζει πραγματικά διαφορετική. Προτιμάει τα σίγουρα βήματα παρά να πειραματιστεί, να δοκιμάσει. Αντίθετα, χτίζει εκεί που ξέρει ότι υπάρχει βεβαιότητα, χωρίς να καινοτομεί.
Η οπτικοακουστική παρουσίαση παραμένει ένα από τα ισχυρότερα χαρτιά του Modern Warfare 4. Τα αστικά περιβάλλοντα, τα τοπία της κορεατικής χερσονήσου, οι κινηματογραφικές σκηνές και οι εναλλαγές ανάμεσα σε μικρές συγκρούσεις και επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας δίνουν τόσο στη κεντρική ιστορία και σε όλο το παιχνίδι την αίσθηση ενός ακριβού πολεμικού θεάματος. Οι ερμηνείες ενισχύουν τη δραματική ένταση, ενώ ο ήχος των όπλων, τα βήματα και οι περιβαλλοντικές λεπτομέρειες βοηθούν να διατηρείται η αίσθηση παρουσίας μέσα στο πεδίο της μάχης.

Η τεχνική εικόνα δεν είναι πάντοτε αψεγάδιαστη. Η εμφάνιση ορισμένων textures μπορεί να καθυστερήσει, η λεπτομέρεια στα πρόσωπα δεν διατηρεί πάντοτε την ίδια ποιότητα έξω από τις κινηματογραφικές σκηνές και ορισμένα περιβάλλοντα δείχνουν λιγότερο εντυπωσιακά σε μερικά σημεία. Πρόκειται, ωστόσο, για ατέλειες που δεν ακυρώνουν τη συνολική ποιότητα της παρουσίασης και εικόνας του παιχνιδιού.
Το σημαντικότερο είναι ότι η τεχνική αρτιότητα υπηρετεί συχνά τη σκηνοθεσία. Η εικόνα και ο ήχος δεν προσπαθούν απλώς να εντυπωσιάσουν, αλλά να κάνουν τις συγκρούσεις να μοιάζουν άμεσες και επικίνδυνες. Όταν αυτή η προσέγγιση συνδυάζεται με τη δυνατότητα να δείτε τον πόλεμο μέσα από διαφορετικές οπτικές, ο τίτλος πλησιάζει περισσότερο στην καλύτερη εκδοχή του εαυτού του.

Το Call of Duty: Modern Warfare 4 είναι μια δυνατή επιστροφή στις πιο γειωμένες βάσεις της σειράς, χωρίς να αποτελεί την αναγέννησή της. Η κεντρική ιστορία προσφέρει κινηματογραφική ένταση, έναν Price που παλεύει με τις συνέπειες της απώλειας και μια ενδιαφέρουσα δεύτερη οπτική μέσα από τον Park Hyun-Jun. Δεν αποφεύγει τις αφηγηματικές ευκολίες και τις σχεδιαστικές αδυναμίες, αλλά βρίσκει αρκετές στιγμές στις οποίες η δράση αποκτά ανθρώπινο βάρος.
Το DMZ είναι μια ουσιαστική προσθήκη, καθώς συνδυάζει την ένταση του extraction με την πρόοδο, την εξερεύνηση και τη συνεργασία. Το multiplayer παραμένει διασκεδαστικό αλλά υπερβολικά οικείο, με προβλήματα που περιορίζουν τη δυναμική του. Το αποτέλεσμα είναι ένα πακέτο με σαφείς κορυφές, χωρίς όμως την ίδια συνέπεια σε κάθε επιμέρους κομμάτι του.

Ως κλείσιμο της συγκεκριμένης αφηγηματικής περιόδου του Modern Warfare, το παιχνίδι επιχειρεί να αφήσει πίσω του μια ιστορία που έχει πλέον φτάσει στα όριά της. Δεν χρειάζεται να είναι το τέλος της σειράς για να λειτουργήσει ως καταληκτικό κεφάλαιο αυτής της διαδρομής. Χρειάζεται να δώσει βάρος στις απώλειες, στις επιλογές και στους ανθρώπους που επέζησαν από όσα προηγήθηκαν. Παρά τις αδυναμίες του, το καταφέρνει αρκετά ώστε να δικαιολογεί την επιστροφή.
Στο διήγημα Cranes του Hwang Sun-won, δύο παιδικοί φίλοι συναντιούνται ξανά σε μια Κορέα που έχει χωριστεί από ιδεολογικές και πολιτικές γραμμές. Η σύγκρουση τούς έχει τοποθετήσει σε αντίθετες πλευρές, όμως η κοινή τους ιστορία εξακολουθεί να υπάρχει κάτω από τις στολές και τις υποχρεώσεις που τους επιβλήθηκαν. Οι γερανοί, σύμβολο μιας ελευθερίας που δεν υπακούει στα ανθρώπινα σύνορα, υπενθυμίζουν ότι η διαίρεση δεν εξαφανίζει αυτομάτως όσα συνδέουν τους ανθρώπους.
Το Modern Warfare 4 δεν προσεγγίζει την ανθρώπινη κατάσταση με τη λογοτεχνική λεπτότητα του Sun-won, ούτε η πολεμική του αποτύπωση και αφήγηση ταυτίζεται με την αντιπολεμική ευαισθησία του διηγήματος. Η αναλογία βρίσκεται αλλού: στην προσπάθεια να διακρίνει κανείς τους ανθρώπους πίσω από τις στολές και τις διαταγές, ακόμη κι όταν μια σύγκρουση απαιτεί να τους αντιμετωπίζει ως αντιπάλους.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του παιχνιδιού. Όχι ότι καταφέρνει να υπερβεί όλες τις συμβάσεις του είδους, αλλά ότι, μέσα στον θόρυβο των πυροβολισμών και στις διαδοχικές αποστολές, αφήνει χώρο για μια σκέψη που δεν χωρά εύκολα σε έναν χάρτη επιχειρήσεων: οι γραμμές που χωρίζουν τους ανθρώπους μπορεί να είναι πραγματικές, αλλά δεν εξηγούν από μόνες τους ποιοι είναι.
Το Call of Duty: Modern Warfare 4 κυκλοφορεί από τις 23/10/26 για PS5, PC, Switch 2 και Xbox Series. Τo review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για το PS5 με review code που λάβαμε από την Activision.