I Hate This Place | Review

Ίσως το κόμικ να τα πηγαίνει καλύτερα…

Μερικές φορές, τα διάφορα επιμέρους στοιχεία ενός παιχνιδιού απλά δεν καταφέρνουν να “δέσουν”. To I Hate This Place αποτελεί μία τέτοια περίπτωση, προσπαθώντας να συνδυάσει το isometric dungeon crawler με το horror στοιχείο, συμπεριλαμβάνοντας μηχανισμούς crafting μέσα από μία κόμικ αισθητική (εύλογο, καθώς βασίζεται στο φερώνυμο κόμικ).

Η εισαγωγή έρχεται λίγο απότομα, παίρνοντας τον έλεγχο της Elena, η οποία, μαζί με την φίλη της Lou, επιστρέφει στη γενέτειρά της. Εκεί θα πραγματοποιήσουν ένα τελετουργικό για να εμφανίσουν τον δαίμονα Horned God, ο οποίος θεωρούν ότι θα μπορέσει να δώσει πληροφορίες για τη χαμένη μητέρα της Elena. Όπως είναι φυσικό, η τελετή θα πάει στραβά, η Lou θα χαθεί και κάπου εκεί θα ξεκινήσει η πορεία προς τις απαντήσεις στα διάφορα ερωτήματα της Elena.

Στην πορεία θα βρούμε το ράντσο της θείας της Elena, το οποίο θα έχει το ρόλο της βάσης μας, ενώ αργότερα θα έρθουμε μπροστά από μία παραθρησκευτική σέκτα και λίγους ακόμα χαρακτήρες. Παρά τον παραφυσικό σεναριακό κορμό, το σενάριο καταλήγει άνευρο, δίχως εξελίξεις που να είναι ικανές να δημιουργήσουν ενδιαφέρον. Η εύρεση μίας μυστηριώδους εταιρίας που πραγματοποιεί πειράματα με διάφορα παραφυσικά όντα που μαστίζουν την περιοχή, ούτε μπορεί να δημιουργήσει έκπληξη ούτε το παιχνίδι είναι σε θέση να διαχειριστεί αυτήν την τροπή με οποιονδήποτε τρόπο που να μην φαντάζει χιλιοειπωμένος.

Σημαντικό πρόβλημα στην παρακολούθηση του σεναρίου φέρνουν και οι ιδιαίτερα ερασιτεχνικές φωνές των χαρακτήρων, με ηθοποιούς που φαίνεται να μην προσπαθούν καν για τη μεταφορά συναισθημάτων. Οι λιγοστές παράπλευρες υποθέσεις, όπου πρέπει να ακολουθήσουμε ορισμένα φαντάσματα για να μάθουμε από τι πέθαναν στον πραγματικό κόσμο, έχουν ένα ελαφρώς μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αλλά δεν φτάνουν σε σημείο να αντιστρέψουν την αναιμική φύση του σεναρίου.

Ένα ακόμα σημαντικά προβληματικό κομμάτι του παιχνιδιού αφορά στην επιλογή της Rock Square Thunder να προσθέσει crafting στοιχεία, τα οποία δείχνουν βεβιασμένα. Στη βάση/ράντσο έχουμε τη δυνατότητα να φτιάξουμε διάφορα εργαστήρια και κατασκευές που δύναται να δημιουργούν πρώτες ύλες ανά κάποια λεπτά πραγματικού χρόνου. Αποτελεί ένα ιδιαίτερα απλοϊκό σκέλος, καθώς η ποικιλία των υλών που μπορούμε να κατασκευάσουμε είναι η πλέον τυπική και μικρή, τα εργαστήρια που μπορούμε να δημιουργήσουμε μετρημένα στα δάχτυλα και τα blueprints που βρίσκουμε για τη δημιουργία νέων εργαλείων και όπλων περιορισμένα και τυπικά.

Δεδομένου ότι η διάρκεια του παιχνιδιού δεν ξεπερνά τις 10 ώρες, εύλογα μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι το crafting απλά δεν έχει τον χρόνο να “αναπνεύσει” αλλά ούτε και να διαδραματίσει κάποιον ουσιαστικό ρόλο στην εξέλιξη του gameplay. Άλλωστε, δεν υπάρχουν και ιδιαίτερες εκπλήξεις στα αντικείμενα που μπορούμε να δημιουργήσουμε, έχοντας τους συνήθεις υπόπτους (μολότοφ, χειροβομβίδες, ένα πιστόλι, 2-3 καραμπίνες, πολυβόλο και λίγα ακόμα).

Κατά την άποψή μας, το crafting ενδέχεται να είχε εισαχθεί έχοντας κατά νου τον σχεδιασμό ενός εκτενέστερου κόσμου, κάτι που όμως μάλλον δεν μπόρεσε να υλοποιηθεί. Μία ανάλογη αίσθηση δημιουργείται και από τα ρηχά survival στοιχεία, που απαιτούν κάθε 10-15 λεπτά να “ταΐζουμε” την Elena ώστε να μην μηδενιστεί η stamina της, μία διαδικασία που απλά κουράζει και δεν προσφέρει κάτι στο gameplay.

Τέλος, το κυριότερο στοιχείο που δείχνει πως ίσως το παιχνίδι αρχικά αναπτυσσόταν με τη λογική ενός εκτενέστερου κόσμου, είναι το μέγεθος του χάρτη το οποίο είναι από τα μικρότερα που έχουμε δει σε αυτού του ύφους isometric παιχνίδια. Μάλιστα, τα δύο και μοναδικά μέρη μεταξύ των οποίων μπορούμε να πραγματοποιήσουμε το fast travel δείχνουν να έχουν τοποθετηθεί εμβόλιμα, καθώς το περπάτημα μεταξύ των δύο σημείων είναι ελάχιστα μεγαλύτερο από το loading που χρειάζεται για να ενεργοποιήσουμε το fast travel.

Η αλήθεια είναι ότι το I Hate Τhis Place θα μπορούσε να επωφεληθεί αν η ανάπτυξη της βάσης έλειπε και είχε δοθεί περισσότερη προσοχή στη δημιουργία dungeons. Ως έχει, τα dungeons μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού και είναι κρίμα, καθώς ο σχεδιασμός τους είναι αρκετά καλός, ιδίως αναλογικά με τα υπόλοιπα στοιχεία του τίτλου.

Oι εσωτερικοί χώροι των dungeons είναι δομημένοι και σχεδιασμένοι με ωραίο τρόπο ώστε να δίνουν όντως την εντύπωση πως ο δαιμονικός κόσμος έχει καταλάβει τον πραγματικό. Επίσης, υπάρχει αυτή η ευχάριστη αίσθηση της εξερεύνησης ποικίλων δωματίων και της εύρεσης κλειδιών / κωδικών / αντικειμένων που θα μας επιτρέψουν να αποκτήσουμε πρόσβαση σε κλειδωμένους ή απροσπέλαστους χώρους.

Δεν επαναπροσδιορίζει τον τροχό αλλά εξυπηρετεί αρκετά καλά τους κανόνες των περιβαλλοντικών γρίφων που συναντάμε στα survival-horror. Η δράση συνοδεύει την εξερεύνηση απλώς ικανοποιητικά, με τα πυροβόλα όπλα και τις χειροβομβίδες να έχουν τον κύριο λόγο στην εξόντωση των εχθρών, με τις συγκρούσεις να είναι τυπικές αλλά σχετικά ευχάριστες.

Ορισμένοι άτρωτοι εχθροί δηλώνουν το παρόν σε ορισμένα σημεία, επιβάλλοντας το stealth, αλλά ευτυχώς όχι σε σημείο που να κουράζουν. Μέσα από απλοϊκούς stealth μηχανισμούς (αυτοί οι εχθροί μπορούν να μας εντοπίσουν μέσω ακοής και μόνο) δημιουργείται μία σχετική ένταση που έρχεται ως μία σύντομη και καλοδεχούμενη αλλαγή από το κομμάτι της καθαρόαιμης δράσης.

Γενικά, το gameplay θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εν συντομία ως τυπικό, όμως και πάλι δείχνει ότι θα έπρεπε να αποτελεί το βασικό κομμάτι του παιχνιδιού. Ως έχει, δείχνει να καταλαμβάνει το 50% της διάρκειας, με το  υπόλοιπο να μας στέλνει για τη συγκομιδή υλών και στα μπρος-πίσω για ορισμένα quests, που απλά δείχνουν ως μία μέθοδος επιμήκυνσης της μικρής του διάρκειας.

Οπτικά, οι διάφορες κόμικ πινελιές, όπως οι λέξεις που εμφανίζονται δίπλα από τον χαρακτήρα ανάλογα με την επιφάνεια όπου περπατάμε (thud, thud κ.λπ.) αλλά και η cell-shaded αισθητική δίνουν χαρακτήρα στο παιχνίδι, που όμως χάνει πόντους από τα μετριότατα (στην καλύτερη) animations της Elena αλλά και των εχθρών (για να μην σχολιάσουμε καλύτερα τις κάκιστες cutscenes).

Εν κατακλείδι, το I Hate This Place έρχεται ως ένα κάπως μπερδεμένο isometric survival horror, το οποίο είναι μάλλον εμφανές ότι πόνταρε σε μία πιο μεγαλεπήβολη εμπειρία, η οποία όμως δεν μπόρεσε να ευοδώσει. Αν και τα λιγοστά dungeons κεντρίζουν ελαφρώς το ενδιαφέρον, τα crafting και survival στοιχεία έρχονται διαρκώς με βεβιασμένο τρόπο, καταλήγοντας απλώς να κουράζουν.

Το I Hate this Place κυκλοφορεί από τις 29/1/26 για PS5, PC, Switch και Xbox Series. Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για PC με review code που λάβαμε από τη Broken Mirror Games.

Νικόλας Μαρκόγλου
Νικόλας Μαρκόγλου

Η αγάπη του Νικόλα για το gaming ξεκίνησε από το Atari 2600 που εμφανίστηκε ένα ωραίο πρωινό στο σαλόνι. Έκτοτε, το πάθος για τα βιντεοπαιχνίδια εκτοξεύθηκε με γεωμετρικούς ρυθμούς. Ο κινηματογράφος είναι η δεύτερη αγάπη του και παρακολουθεί συχνά ταινίες από την εποχή του ασπρόμαυρου σινεμά μέχρι τα σύγχρονα blockbusters του Hollywood.

Άρθρα: 1436

Υποβολή απάντησης