Code Vein 2 | Review

Το αγκάθι του level design επιστρέφει, αυτήν τη φορά σε open world δομή.

Δεν ήμασταν ποτέ ιδιαίτερα fans του Code Vein αλλά τουλάχιστον, μέσα σε έναν καταιγισμό soulslike παρόμοιου εικαστικού με αυτό των Dark Souls, το συγκεκριμένο παιχνίδι πρόσθετε το δικό του ύφος μέσα από την anime ιδιοσυγκρασία του και τις JRPG πινελιές στο σύστημα μάχης. Το Code Vein 2 έρχεται με τη σειρά του ως ένα παιχνίδι που διατηρεί τη δική του ταυτότητα, αντλώντας, για μία ακόμα φορά, την έμπνευσή του από τα πονήματα της From Software.

Ωστόσο, όπως και στο πρώτο παιχνίδι έτσι και εδώ αυτή η έμπνευση δεν καταφέρνει να ευοδώσει. Και αν στο πρώτο το σημαντικότερο θέμα του εντοπιζόταν στο level design, στο δεύτερο αυτό το πρόβλημα επιστρέφει, διογκωμένο στην open world δομή του, σε μία μάλλον απέλπιδα προσπάθεια να προσεγγίσει τον εξαιρετικό σχεδιασμό του Elden Ring.

Από την άλλη πλευρά, αποφεύγει το αφαιρετικό μοντέλο αφήγησης των παιχνιδιών της From Software, που πολλοί δημιουργοί προσπαθούν να μιμηθούν με ανάμεικτα αποτελέσματα. Πιστό στο έτερο κομμάτι από όπου αντλεί έμπνευση, τα anime, το Code Vein 2 προσφέρει πλήθος χαρακτήρων, που δεν έχουν κανένα πρόβλημα να μας πουν την ιστορία της ζωής τους καθώς και ένα ξεκάθαρο σενάριο.

Να σημειώσουμε εδώ πως το sequel, πέραν του ότι βρίσκεται στο ίδιο σύμπαν, μεταφέρει μία εντελώς διαφορετική ιστορία. Βρισκόμαστε σε έναν post-apocalyptic κόσμο με βαμπίρ και ανθρώπους. Μαθαίνουμε ότι εκατό χρόνια πριν, ένα συμβάν, το Resurgence, άρχισε να καταστρέφει τον κόσμο. Χρειάστηκε η προσπάθεια και οι θυσίες πέντε ηρώων προκειμένου να κατευναστεί το Resurgence. Όμως, αυτή η προστατευτική δύναμη πλέον φθίνει, κάτι που σημαίνει ότι η επιστροφή του Resurgence βρίσκεται προ των πυλών.

Μαζί με ορισμένους φίλιους χαρακτήρες, ο ανώνυμος και αμίλητος πρωταγωνιστής μας θα κληθεί να συνεργαστεί με την Lou, το μοναδικό βαμπίρ που έχει τη δυνατότητα να ταξιδεύει στο παρελθόν. Με τη βοήθειά της, θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τους πέντε ήρωες, 100 χρόνια πριν, προκειμένου να αποκτήσουμε ορισμένα καίρια αντικείμενα που θα μας επιτρέψουν να αποτρέψουμε το Resurgence στο παρόν.

Η βασική πλοκή της αποτροπής της καταστροφής του κόσμου, είναι σίγουρα απλοϊκή, εντούτοις, ο μηχανισμός του ταξιδιού στον χρόνο αποτελεί έναν μηχανισμό που δίνει πνοή στο σεναριακό οικοδόμημα. Όλοι οι ήρωες έχουν πολύ διαφορετικές και συμπαθείς προσωπικότητες δημιουργώντας πηγαίο ενδιαφέρον για την πορεία τους στο παρελθόν και το παρόν. Μάλιστα, το Code Vein 2 καταφέρνει να πλάσει συναισθηματικά έντονες καταστάσεις, ιδίως επειδή γνωρίζουμε ότι ο βασικός μας στόχος για την αποτροπή του Resurgence είναι η εξόντωση αυτών των χαρακτήρων στη παροντική εποχή, δεδομένου ότι έχουν διαφθαρεί από αυτήν τη δαιμονική ενέργεια.

Ως εκ τούτου, καλλιεργείται διαρκώς μία εύστοχη δραματική κατάσταση, όταν βλέπουμε τους διάφορους ήρωες, όπως η ιδιαίτερα ενεργητική, αισιόδοξη και μαχητική Josee, να πολεμούν στο πλευρό μας στο παρελθόν, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι στο παρόν θα τους δούμε -περίπου- ως villains και θα πρέπει να έρθουν απέναντι από τη λεπίδα μας. Σε αυτές τις επιμέρους σχέσεις κρύβεται και όλη η ουσία του σεναρίου, δεδομένου ότι ο βασικός μας στόχος παραμένει ως το τέλος απλά μονοδιάστατος και άνευ οποιασδήποτε ανατροπής.

Το τελευταίο όμως ελάχιστη σημασία έχει, όταν το παιχνίδι πετυχαίνει, όσο λίγα παιχνίδια, να μας κάνει πραγματικά να ενδιαφερθούμε για την εξέλιξη αυτών των ηρώων. Ως προς αυτό, λειτουργεί υπέρ του η ποικιλία από side quests που αφορούν αυτούς τους χαρακτήρες, τα οποία αρκετές φορές ενώνουν με ωραίο τρόπο τις μεταξύ τους πορείες.

Αν και σε επίπεδο gameplay πολλά από τα side quests δεν προσφέρουν κάτι παραπάνω από απλοϊκά fetch ζητούμενα, δεν παύουν να αποτελούν ευκαιρίες για να εντρυφήσουμε ακόμα περισσότερο στις προσωπικότητές των πρωταγωνιστών. Οι διάλογοι και οι cutscenes βρίσκονται σε καλό επίπεδο ώστε να είναι ευχάριστη η παρακολούθησή τους και ας -ορισμένες φορές- προσεγγίζουν επικίνδυνα τα φλύαρα μονοπάτια.

Παρόλο που η αρχική εντύπωση για το σενάριο είναι απλά χλιαρή, μας έπιασε σχεδόν εξαπίνης ότι έπειτα από αρκετές ώρες πιάσαμε τον εαυτό μας να ενδιαφέρεται πραγματικά για την πορεία των ηρώων και την έκβαση των ιστοριών τους. Για να μην μακρηγορούμε, η ανάπτυξη των χαρακτήρων θα λέγαμε ότι αποτελεί μία σημαντική κινητήριο δύναμη για την πορεία μας έως τους τίτλους τέλους.

Και αυτό γιατί η open world δομή του δυστυχώς λειτουργεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτή η σχεδιαστική αλλαγή, σε σχέση με το γραμμικό στήσιμο του πρώτου Code Vein, φαίνεται να έγινε εμβόλιμα και δίχως να υπάρχει κάποιος πρακτικός λόγος για την ενσωμάτωσή της. Το αρκετά μουντό περιβάλλον, με τα αδιάφορα τσιμεντένια κτήρια και τα ελάχιστα σημεία αναφοράς, δεν προξενούν καμιά διάθεση για να παρεκκλίνει κάποιος από τον δρόμο του.

Δύσκολα μία κατεστραμμένη πολυκατοικία στο βάθος θα πείσει κάποιον να στρίψει προς τα εκεί για να δει τι υπάρχει. Άλλωστε, όποιες φορές αποφασίσαμε να δούμε κάποιο κτήριο, σπηλιά κ.λπ. συνήθως γινόταν σαφές ότι έπρεπε να επανέλθουμε όταν η συγκεκριμένη τοποθεσία “ενεργοποιηθεί” μέσω του ανάλογου side quest.

Εκτός όμως του αδιάφορου σκηνικού που επικρατεί από άκρη σε άκρη του χάρτη, το έτερο πρόβλημα είναι ότι δυσχεραίνει σημαντικά την μετακίνησή μας από το ένα objective στο επόμενο. Η ανομοιομορφία του εδάφους, τα ποικίλα φυσικά εμπόδια και η απλότητα του χάρτη, που δεν μας επιτρέπει να διακρίνουμε ευκολία που μπορούμε να περάσουμε ή όχι, μας έφερνε συχνά σε περιπτώσεις όπου απλά δεν ξέραμε πως να φτάσουμε στο σημάδι του objective.

Προφανώς δεν θα θέλαμε το περιβάλλον να ήταν απλά μία πεδιάδα, όμως, ένας ανοιχτός κόσμος επιδέχεται δουλεμένου level design που να μην έρχεται ως τροχοπέδη στην περιήγηση. Άλλωστε, υπάρχουν ποικίλα παραδείγματα open world παιχνιδιών, από τα Assassin’s Creed μέχρι το Witcher 3, με ανισόπεδα περιβάλλοντα, γεμάτα με φυσικά εμπόδια, όπου η δυσκολία στην περιήγηση είναι το τελευταίο πράγμα που θα ανέφερε κανείς ως μεμπτό.

Η κατάσταση είναι λίγο καλύτερη στα ποικίλα dungeons, η πλειοψηφία εκ των οποίων αφορούν εσωτερικά εργοστασίων, πολυκατοικιών και ορυχείων. Ο γραμμικός σχεδιασμός τους, με τις μικρές διακλαδώσεις -για την (ψευδ)αίσθηση της εξερεύνησης- διευκολύνει την αποφυγή πονοκεφαλιάσματος. Δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση κάτι το περίτεχνο, αλλά παράλληλα μεταφέρουν συμπαθητικά την εικόνα των τυπικών και ταυτόχρονα ευχάριστων dungeons, τουλάχιστον σε δομικό επίπεδο (γιατί σε εικαστικό επίπεδο ας το αφήσουμε καλύτερα στην άκρη…).

Πέρα από τη μέτρια προς κακή εικόνα του level design (που είναι λες και θέλουν να το καταστήσουν ως σήμα κατατεθέν του franchise), το Code Vein 2 τονίζουμε ότι έχει ως κινητήρια δύναμη την ανάπτυξη των χαρακτήρων του, μία θετική συνιστώσα όπου έρχεται να προστεθεί και το σύστημα μάχης. Για άλλη μία φορά τα blood codes επιστρέφουν, τουτέστιν διαφορετικές κλάσεις που μπορούμε να εναλλάσσουμε αυτοστιγμεί και τις οποίες κερδίζουμε όταν έρθουμε σε επαφή με νέους χαρακτήρες, αποτυπώνοντας την ιδιοσυγκρασία τους στη μάχη.

Πάνω στα blood codes έρχονται να προστεθούν οι διαφορετικές αμυντικές κινήσεις ανάλογα με την ασπίδα (block, parry, έξτρα dodge), ισχυρά μαγικά όπλα και ποικίλες ειδικές κινήσεις, ανάλογες με τις πολυάριθμες κλάσεις των όπλων. Η παραμετροποίηση στο κομμάτι της μάχης είναι εκτενέστατη και -ευτυχώς- δίχως να περιπλέκει την κατάσταση. Τα καλοστημένα μενού και οι εύχρηστες πληροφορίες οδηγούν στην ευχάριστη και άμεση παραμετροποίηση του εξοπλισμού και των δυνάμεων, δίνοντας το απαραίτητο βάθος και ποικιλομορφία.

Εντός της μάχης, η ενεργοποίηση των εναλλακτικών δυνάμεων γίνεται δεύτερη φύση από το πρώτο λεπτό, καταφέρνοντας να προσφέρει ένα εκτενές ρεπερτόριο κινήσεων, δίχως να “ζαλίζει” τον παίκτη. Σημαντικό βοήθημα έρχεται και με τη διαρκή παρουσία ενός companion, μέσα από ένα εκτενές roster. Οι companions έχουν ενεργή συμμετοχή στη μάχη και παρόλο που δεν γίνεται να τους δώσουμε οποιαδήποτε εντολή, διαρκώς δηλώνουν το παρόν, πραγματοποιώντας επιθέσεις, buffs, τραβώντας ενίοτε το aggro και κάνοντας revive όποτε χρειαστεί.

Λόγω και του παραπάνω, ο βαθμός δυσκολίας του Code Vein 2 είναι αρκετά βατός, ιδίως για τα δεδομένα του είδους. Τα απλά mobs μπορούν να εξοντωθούν αρκετές φορές με τακτικές button mashing, αν και υπάρχουν διάφορα από αυτά που θέλουν περισσότερη προσοχή. Αν και η ενέργεια του χαρακτήρα μας πέφτει με χαρακτηριστική ευκολία από αντίπαλα χτυπήματα, είναι κάτι που αντισταθμίζεται από την παρουσία του companion, το σχετικά εύκολο stagger που μπορούμε να κάνουμε στους εχθρούς καθώς και τις ποικίλες ειδικές δυνάμεις.

Ωστόσο, οι μάχες με τους απλούς εχθρούς, εκτός από ήπιες σε δυσκολία είναι και αρκετά αδιάφορες. Η ποικιλία αυτών των εχθρών είναι μικρή και ο σχεδιασμός τους και η κινησιολογία τους δεν προσφέρουν κάτι το ιδιαίτερο, καθιστώντας σύντομα αυτές τις συγκρούσεις εντελώς διεκπαιρεωτικές. Στον αντίποδα έρχονται τα ποικίλα boss fights, που παρουσιάζουν πολύ καλή ισορροπία στον βαθμό πρόκλησης, οδηγώντας σε έντονες μάχες δίχως να καταλήγουν αφόρητα δύσκολες ή εκνευριστικές.

Τα περισσότερα από τα σημαντικά boss fights είναι προσεγμένα σε κάθε πτυχή, από την αρένα όπου βρισκόμαστε, ως το design του εχθρού και το επικό μουσικό θέμα που ακούγεται. Μιλώντας για τα μουσικά θέματα, αποτελεί άλλον έναν τομέα όπου το παιχνίδι δείχνει να έχει δύο σταθμά. Στις περιηγήσεις μας, στο ambient των dungeons και στις συγκρούσεις με τους απλούς εχθρούς η μουσική υπόκρουση είναι επαναλαμβανόμενη και αδιάφορη, ωστόσο, στα boss fights καταφέρνει να εξυψώσει το όλο σκηνικό.

Και στο σκέλος του οπτικού τομέα το Code Vein 2 παρουσιάζει μία διπλή εικόνα. Από τη μία πλευρά η έντονη anime αισθητική του προσφέρει μία αναγκαία ξεχωριστή προσωπικότητα, από την άλλη, το αδιάφορο κατεστραμμένο αστικό τοπίο αδυνατεί να προσφέρει κάτι το αξιομνημόνευτο. Επιπλέον, σε τεχνικό επίπεδο, είναι αρκετά παρωχημένο, κάτι που δεν αντισταθμίζεται σε καμία περίπτωση από το εικαστικό “ντύσιμο” των περιβαλλόντων, αν και οι χαρακτήρες είναι σχεδιασμένοι με περισσότερη φροντίδα.

Εν κατακλείδι το Code Vein 2 αναμφίβολα δεν έρχεται ως ένα sequel που προσπαθεί να κερδίσει όσους είχαν βρει το πρώτο ως μία μέτρια περίπτωση soulslike. Βασικό ατόπημα του νέου κεφαλαίου αποτελεί η αδυναμία του να διδαχθεί από τα λάθη του παρελθόντος, επαναφέροντας τα προβλήματα του level design και μάλιστα διογκώνοντάς τα μέσα από την αχρείαστη εναλλαγή στα open world κατατόπια.

Βέβαια, αν και οι πρώτες εντυπώσεις είναι πέραν του δέοντος χλιαρές, υπάρχει η πιθανότητα, με υπομονή και επιμονή, να φτάσει κάποιος στο σημείο όπου θα βρει τον εαυτό του να ενδιαφέρεται πραγματικά για τη μοίρα των βασικών χαρακτήρων και να πεισμώνει απέναντι από τα διάφορα δομικά προβλήματα απλά και μόνο για να δει την εξέλιξη των ηρώων και τα επικά boss fights που προκύπτουν από αυτούς.

Το Code Vein 2 κυκλοφορεί από τις 30/1/26 για PS5, PC και Xbox Series. Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για το PS5 με review code που λάβαμε από τη Bandai Namco Entertainment Greece.

Νικόλας Μαρκόγλου
Νικόλας Μαρκόγλου

Η αγάπη του Νικόλα για το gaming ξεκίνησε από το Atari 2600 που εμφανίστηκε ένα ωραίο πρωινό στο σαλόνι. Έκτοτε, το πάθος για τα βιντεοπαιχνίδια εκτοξεύθηκε με γεωμετρικούς ρυθμούς. Ο κινηματογράφος είναι η δεύτερη αγάπη του και παρακολουθεί συχνά ταινίες από την εποχή του ασπρόμαυρου σινεμά μέχρι τα σύγχρονα blockbusters του Hollywood.

Άρθρα: 1438

2 Σχόλια

Υποβολή απάντησης