
The Sinking City 2 | Review
Η στροφή της Frogwares στα survival horror πέτυχε.
Παρά το μεγάλο ιστορικό της ουκρανικής Frogwares στο είδος των adventures, κυρίως μέσω των πολυάριθμων τίτλων με πρωταγωνιστή τον Sherlock Holmes, τελικά πήρε την απόφαση να κάνει στροφή σε ένα πιο εμπορικό είδος, μέσω του The Sinking City 2. Προφανώς μία συνειδητή επιλογή, καθώς όσο κι αν αγαπάνε τα adventures, κατά τα λεγόμενά τους, έπρεπε να βρούνε τρόπο να αφήσουν το niche κοινό τους και να επεκταθούν σε ένα ευρύτερο κοινό, προκειμένου να επιβιώσουν οικονομικά.

Για αυτόν το λόγο, πραγματοποίησαν τη στροφή προς τα survival horror, με ένα παιχνίδι που κάλλιστα θα μπορούσε να έχει διαφορετικό τίτλο και όχι να προωθείται ως sequel. Αν και το Sinking City 2 μοιράζεται το setting με αυτό του πρώτου παιχνιδιού, διαφέρει σημαντικά ως προς την εμπειρία. Το πρώτο Sinking City είχε προσπαθήσει να ενσωματώσει μία “ντετεκτιβίστικη” ιστορία σε ένα open world περιβάλλον, περισσότερο adventure και λιγότερο action, οδηγώντας τελικά στην έντονη επαναληψιμότητα.
Παρότι το sequel αποβάλλει οποιαδήποτε προσπάθεια καινοτομίας, σε αντίθεση δηλαδή με το πρώτο Sinking City, η σχετικά ασφαλής προσέγγιση αποδεικνύεται ως μία εύστοχη επιλογή. Ένας ακόμα λόγος που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το όνομα του Sinking City προστέθηκε αποκλειστικά για την αναγνωρισιμότητα του IP φαίνεται και από την αυτόνομη πλοκή, με ξεχωριστό πρωταγωνιστή και σε διαφορετική πόλη.

Στο Sinking City 2 παίρνουμε το ρόλο του Calvin, που μαζί με την κοπέλα του, την Faye, ερευνούν διάφορα αποκρυφιστικά φαινόμενα. Κατά τη διάρκεια μίας τελετής που θα πάει πολύ στραβά, ο Calvin θα βρει την Faye σε κόμμα. Από εκεί και ύστερα θα ξεκινήσει η περιπέτειά του για την αναζήτηση γιατρειάς. Η δράση εξελίσσεται σε μεγάλο τμήμα της στην πόλη του Arkham, πλημμυρισμένη και γεμάτη από χιλιάδες βδέλλες, ονόματι slither, που έχουν τη δυνατότητα να αναζωογονούν πτώματα, δημιουργώντας όντα τύπου ζόμπι.
Το σενάριο επικεντρώνεται στο σκέλος της σωτηρίας της Faye, οδηγώντας σε μία ευανάγνωστη ιστορία που τουλάχιστον αποφεύγει να περιπλέξει καταστάσεις και συμβάντα, όπως συχνά παρατηρείται σε άλλα παιχνίδια του είδους. Η χημεία μεταξύ των Calvin και Faye είναι σχετικά καλή (υπάρχει μία μορφή επικοινωνίας μεταξύ των δύο χαρακτήρων), δίχως μελοδραματισμούς, ικανή να δημιουργήσει ενδιαφέρον για τη μοίρα τους.

Επιπλέον, υπάρχουν ορισμένες ενδιαφέρουσες αποκαλύψεις κατά τα τελευταία στάδια του παιχνιδιού που ναι μεν δεν είναι πραγματικά καινοτόμες, αλλά τουλάχιστον αποδίδουν ένα προσεγμένο κλείσιμο, εναρμονισμένο με το απόκοσμο κλίμα της περιπέτειας. Εκεί που θα μπορούσε να τα πάει καλύτερα είναι στην ανάπτυξη των λιγοστών επιμέρους χαρακτήρων.
Αυτές οι περιφερειακές προσωπικότητες εμφανίζονται για πολύ λίγα λεπτά μόνο για να τις αφήσει πίσω η πλοκή με αρκετά απότομο τρόπο. Και είναι κρίμα, γιατί σαν χαρακτήρες είναι ευχάριστα εκκεντρικοί, τόσο ως προσωπικότητες όσο και οπτικά. Με μια καλύτερη ανάπτυξη θα μπορούσαν να δώσουν ένα εκτενέστερο -και αναγκαίο είναι η αλήθεια- σεναριακό βάθος.

Η επιφανειακή απόδοση των εξτρά χαρακτήρων υποθέτουμε ότι είναι απόρροια της συγκρατημένης διάρκειας του Sinking City 2, η οποία δύσκολα θα ξεπεράσει τις 9 ώρες στο πρώτο playthrough. Αν και η διάρκεια των παιχνιδιών του είδους κυμαίνεται σε αυτά τα πλαίσια, τελικά δίνει την εντύπωση μίας σχετικά σύντομης εμπειρίας, ιδίως αν λάβουμε υπόψη ότι δεν υπάρχει κάποιος ουσιαστικός λόγος για replayability.
Το παραπάνω μπορεί κατά μια έννοια να εκληφθεί και ως θετικό, καθώς η αίσθηση ότι στις 9 ώρες η εμπειρία θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη σημαίνει τουλάχιστον ότι δεν κουράζει. Η αλήθεια είναι ότι η Frogwares δείχνει σε πολλά σημεία συγκρατημένη σε αυτό που προσπαθεί να κάνει, ίσως μία δικαιολογημένη ατολμία, δεδομένου ότι είναι το πρώτο survival horror με το οποίο καταπιάνεται.

Γενικά, οι λάτρεις του είδους, θα βρουν μία αρχετυπική πρόταση, δίχως εκπλήξεις, που ωστόσο αξιοποιεί ικανοποιητικά τους άγραφους κανόνες των survival horror. Νευραλγικό κομμάτι της εμπειρίας φυσικά αποτελεί η δομή των αυτόνομων περιοχών που θα κληθούμε να εξερευνήσουμε.
Η περιπέτεια ξεκινάει στα πλημμυρισμένα κανάλια του Arkham, ως μία αναφορά στο πρώτο Sinking City. Σε αυτό το κομμάτι υπάρχει η περιορισμένη χρήση της βάρκας για να μεταφερθούμε στα επιμέρους κτήρια και νησάκια. Αυτό το σκέλος αποτελεί και το πιο ιδιαίτερο του παιχνιδιού, αφού η χρήση της βάρκας προσφέρει μία διαφοροποίηση στον τρόπο περιήγησης (για τα δεδομένα του είδους) δίχως να κουράζει.

Τα πλημμυρισμένα κανάλια της πόλης διαδέχονται λίγα ακόμα περιβάλλοντα, κάθε ένα με τον δικό του χαρακτήρα, όπως ένα τεράστιο νοσοκομείο. Αυτά τα μέρη έρχονται πρακτικά ως ξεχωριστά κεφάλαια, “περιορίζοντας” τον πρωταγωνιστή στο εσωτερικό τους, έως ότου εκπληρώσει το βασικό objective, επιτρέποντάς του να προχωρήσει στην επόμενη περιοχή. Όλες αυτές οι τοποθεσίες, είναι ιδιαίτερα γνώριμες στη δομή τους, τουλάχιστον για όποιον έχει μία ελάχιστη επαφή με το είδος, γεμάτες από κλειδωμένες πόρτες που ανοίγουν μόνο από μία πλευρά ή με το κατάλληλο κλειδί (που συχνά είναι κάθε άλλο παρά συμβατικό), το οποίο συχνά αποκτούμε λύνοντας απλοϊκούς περιβαλλοντικούς γρίφους.
Σε αυτό το κομμάτι η Frogwares τα πάει καλά (αν και χωρίς εκπλήξεις), οδηγώντας στην ευχάριστη περιήγηση και το σταδιακό ξεκλείδωμα του χάρτη. Ιδιάζουσας σημασίας για αυτήν την αίσθηση έχει η καλή υλοποίηση των χαρτών πάνω στους οποίους σημειώνονται αυτόματα όλοι οι γρίφοι, οι κλειδωμένες πόρτες και το είδος του κλειδιού που απαιτούν, χρωματίζοντας παράλληλα κάθε επιμέρους δωμάτιο ανάλογα με το αν έχουμε βρει όλα τα αντικείμενα ή όχι.

Χωρίς να κάνουν κάτι το καινούριο στο θέμα του χάρτη, η δουλεμένη υλοποίηση βοηθάει σημαντικά, περιορίζοντας το ανούσιο backtracking. Το σίγουρο είναι ότι ευχαριστηθήκαμε την περιήγησή μας σε κάθε ένα από τα περιβάλλοντα καθώς και το σταδιακό ξεκλείδωμα όλων των δωματίων. Σε αυτό βοηθάει στα μέγιστα και η ουσία πίσω από την εξερεύνηση, ανακαλύπτοντας χρήσιμες πρώτες ύλες για το crafting (τυπικά πράγματα, για τη δημιουργία πυρομαχικών και γιατρικών) και αναβαθμίσεις για τα όπλα (τυπικά πράγματα κι εδώ: πιστόλι, καραμπίνα, πολυβόλο και 2-3 ακόμα).
Το κομμάτι της εξερεύνησης πάει χέρι χέρι με το survival τμήμα της εμπειρίας. Ως είθισται, τα πυρομαχικά είναι περιορισμένα, απαιτώντας προσοχή στη χρήση τους αλλά και ενδελεχές ψάξιμο των περιοχών για την εύρεσή τους. Όσον αφορά στη δράση, οι εχθροί, τύπου ζόμπι, εμφανίζουν τρωτά σημεία σε διάφορα σημεία του σώματός τους προκειμένου να εξοντωθούν γρηγορότερα, δημιουργώντας έτσι μία ισχνή διαφοροποίηση από το συνήθη κανόνα των headshots.

Τα ξαφνικά ξεσπάσματα εφόρμησης κατά πάνω μας δημιουργούν ευχάριστες στιγμές έντασης, προσφέροντας μία καλή ισορροπία στο θέμα της πρόκλησης, η οποία στο normal είναι σχετικά χαμηλή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ένταση και το άγχος δεν είναι υπαρκτά. Άλλωστε οι κλειστοφοβικοί χώροι, όπου λαμβάνει χώρα το μεγαλύτερο μέρος της δράσης, λειτουργούν υπέρ αυτής της αίσθησης, κάτι στο οποίο συνάδει και η όλη σκοτεινή, κθουλική ατμόσφαιρα.
Η ποικιλία των εχθρών είναι ικανοποιητική, “αραιωμένη” αρκετά ώστε να ερχόμαστε μπροστά από νέες απειλές έως το τέλος της περιπέτειας. Από την άλλη πλευρά, η έλλειψη από boss fights είναι έντονη, ιδίως όταν αρχίζει να αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτές οι μάχες πρακτικά αντικαθίστανται από την ενσωμάτωση “αρένων”, όπου ερχόμαστε αντιμέτωποι από κύματα εχθρών.

Αν και αυτές οι κορυφώσεις, ενάντια σε πολυάριθμους εχθρούς, έρχονται με ωραίο τρόπο και όντως δημιουργούν ένταση, σίγουρα θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την αντιμετώπιση κάποιου μοναδικού τέρατος. Τα μόλις δύο boss fights δείχνουν ότι η Frogwares έχει την ικανότητα να υλοποιήσει καλές μάχες τέτοιου ύφους. Μπορεί να μην πρόσφεραν κάτι πραγματικά αξιομνημόνευτο, εντούτοις, ήταν αρκετά καλοσχεδιασμένες και εξυπηρετούσαν το σεναριακό σκοπό τους, προσδίδοντας και μία διαφορετικότητα σε σχέση με τους απλούς εχθρούς.
Τουλάχιστον, όσον αφορά στους απλούς εχθρούς, έχει γίνει αρκετά καλή δουλειά στον τρόπο που εμφανίζονται. Σε κανένα σημείο δεν μπορεί να είναι κάποιος σίγουρος ότι μία περιοχή είναι 100% ασφαλής, ακόμα και αν πρωτύτερα εξοντώθηκαν όλοι οι εχθροί. Τα διάφορα respawns γίνονται με έξυπνο τρόπο, συχνά όταν έχουμε εκτελέσει συγκεκριμένες ενέργειες, δημιουργώντας έτσι ένα διαρκές άγχος, καθώς δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε σίγουροι αν κάποιος εχθρός παραμονεύει στη γωνία.

Σε όλα τα παραπάνω, καίριο ρόλο διαδραματίζει η προφανής επιρροή από τη μυθολογία του Lovecraft. Τα απόκοσμα στοιχεία δηλώνουν διαρκώς το παρόν, συμβάλλοντας καταλυτικά στη horror ατμόσφαιρα, με συχνές γκροτέσκες παρουσίες. Το Arkham δείχνει σαν να το έχει ξεχάσει πλήρως ο ήλιος, αποδίδοντας μία μουντάδα που δημιουργεί εύλογα την εντύπωση ότι αποτελεί ένα καταραμένο μέρος.
Οπτικά το Sinking City 2 είναι όμορφο, με αρκετή λεπτομέρεια στο σχεδιασμό του, μεταφέροντας πειστικά όλα τα περιβάλλοντά του (ιδίως αυτό της ψαραγοράς), ενώ το απόκοσμο στοιχείο που “ντύνει” τα περισσότερα περιβάλλοντα, καλλιεργεί επαρκώς τη horror αίσθηση. Μπορεί να μην φτάνει τα τεχνικά επίπεδα της Capcom (λογικό θα λέγαμε) αλλά αυτό δεν αναιρεί ότι το Sinking City 2 είναι κάτι παραπάνω από “τίμιο” σε αυτόν τον τομέα.
Συνολικά θεωρούμε ότι το Sinking City 2 θα αφήσει ικανοποιημένους τους λάτρεις των survival horror. Μία γνώριμη εμπειρία, υλοποιημένη με μεράκι, ζητώντας ωστόσο και την κατανόηση ότι αποτελεί ένα νέο και εναλλακτικό βήμα από μία εταιρία που έως τώρα επικεντρωνόταν σε adventures.
Εάν η μεταστροφή τους στο survival horror τους επιτρέπει να συνεχίσουν να πορεύονται σε ένα ολοένα και πιο επίφοβο κλίμα στη βιομηχανία, τότε αναμφίβολα αυτή η επιλογή είναι ορθή, ιδίως αφού μέσω του πρώτου βήματός τους σε αυτό το είδος φαίνεται ότι έχουν πλήρη κατανόηση των απαιτήσεών του. Ευελπιστούμε ότι σε νέους τίτλους θα εξελιχθούν και θα καταφέρουν να αφήσουν πίσω τα αρχετυπικά στεγανά προκειμένου να προσφέρουν το δικό τους στίγμα στα survival horror.
Το The Sinking City 2 κυκλοφορεί από τις 18/08/26 για PS5, PC και Xbox Series. Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για το PS5με review code που λάβαμε από τη Frogwares.