
Blackwood | Review
Jon Wik.
Η ιδέα πίσω από το Blackwood υποθέτουμε ήταν πολύ απλή αλλά και φιλόδοξη ταυτόχρονα. Έχοντας ως βασική πηγή έμπνευσης τα John Wick, μας δίνει τον ρόλο ενός πληρωμένου δολοφόνου που πρώτα πυροβολεί και μετά ρωτάει. Σαν να μην έφτανε το κομμάτι της δράσης, η AttritoM7 θέλησε να ενσωματώσει και το σκέλος της καθημερινής ρουτίνας του πρωταγωνιστή, ο οποίος καλείται να διαχειριστεί ένα βίντεο κλαμπ ανάμεσα από τα συμβόλαια θανάτου.
Το αποτέλεσμα φέρνει μία χαρακτηριστική περίπτωση απόστασης μεταξύ του ενθουσιασμού των δημιουργών και της ίδιας της ανάπτυξης, που υποθέτουμε ότι υστερούσε πολύ σε απαιτούμενους πόρους. Ας πούμε ότι οι χορογραφίες που είχαν στο μυαλό τους στις σκηνές δράσης και που μπορεί να “γράφουν” ωραία στα trailers, δεν έχουν την ίδια αίγλη όταν κάποιος πιάσει το χειριστήριο και ασχοληθεί με το αμοντάριστο gameplay.

Στο Blackwood παίρνουμε το ρόλο του Anton, ένας χαρακτήρας που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι κάποιος ξάδερφος του John Wick, όντας εξαιρετικά ικανός στη χρήση πυροβόλων όπλων και τις πολεμικές τέχνες, έχοντας επίσης το ταλέντο να εκτελεί περίτεχνες κινήσεις εξόντωσης όταν βρίσκεται κοντά σε κάποιον εχθρό. Τα βραδινά μπορεί να βγαίνει στους δρόμους για να εκτελέσει διάφορες αποστολές που παίρνει από τον υπόκοσμο, τις μέρες όμως αναλαμβάνει τη διαχείριση ενός μαγαζιού που πουλάει DVD.
Εμείς παίρνουμε τον έλεγχο και στα δύο σκέλη της ζωής του Anton. Τα πρωινά έχουμε τις επιλογές να φτιάξουμε πρωινό στο διαμέρισμά του, να πλυθούμε, να ντυθούμε και να ελέγξουμε τα email. Δεν υπάρχει κάποιο απτό bonus για να τα κάνουμε αυτά, απλά το Blackwood ποντάρει πολλά στο immersion, ώστε να μας πείσει να κάνουμε αυτές τις ενέργειες από δική μας πρωτοβουλία, σε μία απέλπιδα προσπάθεια να μπούμε ακόμα περισσότερο στον ρόλο του χαρακτήρα.

Τις πρώτες δύο μέρες είπαμε να κάνουμε αυτήν την… ιεροτελεστία. Έπειτα, ας πούμε ότι η ποιοτική κατρακύλα δεν άφησε πολλά περιθώρια για να συνεχίσουμε με αυτόν τον ρυθμό. Αφού φύγουμε από το διαμέρισμα μπορούμε να πάμε στο βιντεοκλάμπ, όπου πρέπει να στοκάρουμε με διάφορες ταινίες τα ράφια, να το καθαρίσουμε, να ταΐσουμε τη γάτα και να αλληλοεπιδράσουμε με τους πελάτες μας ώστε να τους προτείνουμε ταινίες και να “χτυπήσουμε” στην ταμειακή ό,τι έχουν αγοράσει.
Οι ενέργειες που μπορούμε να κάνουμε στο μαγαζί είναι πολύ συγκεκριμένες και περιορισμένες. Από τη μία πλευρά όντως μας τοποθετεί σε μία καθημερινή ρουτίνα, από την άλλη ακριβώς επειδή αποτελεί μία απλοϊκή ρουτίνα, απλά καταντάει πολύ γρήγορα κουραστική και ανούσια. Σίγουρα δεν βοηθάει και το τεχνικό σκέλος του παιχνιδιού, που δημιουργεί την εντύπωση ότι παίζουμε τρίτης διαλογής παιχνίδι που κυκλοφόρησε πριν από 15-20 χρόνια. Άλλωστε, η διαχείριση του μαγαζιού δεν έχει το παραμικρό βάθος, πολύ περισσότερο όταν αντιληφθούμε ότι η βοηθός μας μπορεί απλά να αναλαμβάνει την ταμειακή μηχανή.

Ως εκ τούτου, μετά τις 2-3 μέρες μάλλον θα αποφασίσετε απλά να κατεβαίνετε κατευθείαν στο υπόγειο, όπου ένας υπολογιστής είναι συνδεδεμένος με το darknet, επιτρέποντάς μας να επιλέγουμε αποστολές και να παραγγέλνουμε εξοπλισμό. Σε αυτό το σημείο το παιχνίδι και πάλι προσπαθεί να δημιουργήσει το πολυπόθητο immersion, αφού έχουμε τη δυνατότητα να παραμετροποιούμε τα όπλα με εξαρτήματα, βλέποντας επίσης τον Anton να τα τοποθετεί με ανάλογα animations. Μια προσπάθεια δηλαδή να μας κάνει να “δεθούμε” με τον οπλισμό που αγοράζουμε από χρήματα που (υποθετικά) αποκτήθηκαν με κόπο.
Εδώ οι αποστολές είναι χωρισμένες σε δύο διαφορετικά σκέλη, μεταξύ των κύριων και δευτερευόντων. Οι δευτερεύουσες αποστολές μπορεί να μας τοποθετούν σε κάποιο fight club με melee μάχες, μικρές αρένες εξόντωσης αντιπάλων, διαγωνισμό ευστοχίας και λίγα ακόμα. Οι κύριες αποστολές θα λέγαμε ότι έρχονται ως η μεγαλύτερη ένδειξη των περιορισμένων πόρων της ομάδας ανάπτυξης.

Συνολικά, είναι μόλις 3-4 και μάλιστα περιορισμένου μεγέθους. Πραγματικά προκαλεί έκπληξη η τόσο μικρή διάρκεια του παιχνιδιού, καθώς κάποιος μπορεί να δει τους τίτλους τέλους στις 3 ώρες, συνυπολογίζοντας μάλιστα το “filler” της πρωινής ρουτίνας και της διαχείρισης του μαγαζιού. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι οι δημιουργοί τονίζουν πως το υπάρχον περιεχόμενο αποτελεί το πρώτο act του παιχνιδιού και τα άλλα δύο θα ακολουθήσουν τον Μάρτιο και τον Σεπτέμβριο του 2027 (προφανώς δωρεάν για τους κατόχους του παιχνιδιού). Και πάλι βέβαια θα μιλάμε για ένα παιχνίδι με απελπιστικά μικρή διάρκεια, εάν τα υπόλοιπα δύο μέρη έχουν ανάλογη διάρκεια.
Στα του σεναρίου δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Η πλοκή αποτελεί έναν ασύνδετο αχταρμά, όπου κάπου μπλέκεται η αποθανούσα μητέρα του Anton, ένα USB που δεν έχουμε ιδέα τι έχει μέσα ή γιατί θεωρείται τόσο σημαντικό και ένας αρχιμαφιόζος που υποτίθεται ότι μας αποκαλύπτει κάτι σημαντικό στο φινάλε. Μόνο που το τελευταίο φαίνεται να βρίσκεται μόνο στο μυαλό των δημιουργών, καθώς το Blackwood δεν προσφέρει οποιαδήποτε πληροφορία που να μας κάνει να καταλάβουμε γιατί αυτά που λέει ο αρχιμαφιόζος προς το τέλος δημιουργούν ταραχή στον Anton.

Στο κομμάτι της δράσης η κατάσταση δεν καλυτερεύει ιδιαίτερα. Το Blackwood έρχεται ως ένα συνονθύλευμα απείρως καλύτερων action παιχνιδιών. Με έντονες ματιές στα Max Payne και στα John Wick, προσπαθεί να μεταφέρει – μάταια – εντυπωσιακές χορογραφίες. Το σύστημα κάλυψης απλά δεν λειτουργεί όπως πρέπει και μάλιστα ορισμένες φορές βλέπαμε τον Anton να μπαίνει σε κάλυψη όταν πατούσαμε το κουμπί του reload, ενώ ποτέ δεν είμασταν σίγουροι αν θα βγει ή αν θα μπει σε κάλυψη όταν δίναμε την ανάλογη εντολή.
Παρόλο που έχει γίνει μία σχετικά καλή δουλειά στα finishing animations, έχοντας μεγάλη ποικιλία και όντας συχνά ανάλογα του όπλου ή του περιβαλλοντικού σημείου που βρισκόμαστε, καταλήγουν να δείχνουν αποκομμένα από την υπόλοιπη δράση. Όταν το συνολικό κομμάτι του χειρισμού είναι τόσο προβληματικό και αναξιόπιστο αλλά και τα animations τόσο σπασμωδικά, είναι λίγο δύσκολο να ενθουσιαστεί κανείς από τα finishers – όσο καλά κι αν είναι.

Κάπου εκεί μέσα το Blackwood θέλησε να προσθέσει και μία αποστολή με οδήγηση, εποφθαλμιώντας ανάλογες καταστάσεις με αυτές των Driver. Όσα λιγότερα ειπωθούν για την αυστηρότητα στα λάθη που επιτρέπει και τον χειρισμό α λα καροτσάκι του σούπερ μάρκετ, τόσο καλύτερα. Το σύστημα μάχης κλείνουν οι melee συγκρούσεις, οι οποίες προσπαθούν να παπαγαλίσουν τα Arkham της Rocksteady. Και εδώ το αποτέλεσμα είναι κακό, γεμάτα με απότομα animations. Το ένα και μοναδικό boss fight έχει τόσο κακή υλοποίηση, που από ένα σημείο και μετά κάναμε ένα απλό button mashing και ελπίζαμε για το καλύτερο.
Εν κατακλείδι, το Blackwood αποτελεί μία πολύ περιορισμένη παραγωγή με λιγοστά ψήγματα που δείχνουν τι είχαν στο μυαλό τους οι δημιουργοί αλλά απλά δεν μπόρεσαν να υλοποιήσουν. Η διπλή ζωή ενός πληρωμένου δολοφόνου μπορεί να φάνταζε ως ωραία ιδέα στο στάδιο του σχεδιασμού, το τελικό αποτέλεσμα ωστόσο είναι μία συρραφή διαφόρων επιφανειακών τμημάτων που φαίνεται σαν να παρέμειναν στα πρώιμα στάδια της ανάπτυξης.
Αν και υπάρχουν δύο ακόμα acts στα σκαριά, αδυνατούμε να πιστέψουμε ότι η AttritoM7 θα μπορούσε να πραγματοποιήσει ικανό άλμα που να τα φέρει σε playable επίπεδο – και πολύ περισσότερο σε σημείο που να σας πείσει για την ενασχόλησή σας μαζί του.
Το Blackwood κυκλοφορεί από τις 16/9/26 για PC. Το review μας βασίστηκε σε review code που λάβαμε από την AttritoM7 Productions.