
Hard Reset
Δύσκολοι καιροί για Arcade FPS
Δύσκολοι καιροί για Arcade FPS
Αναρωτιόμαστε αν τελικά σε ορισμένες περιπτώσεις θα πρέπει να απασχολούν τους δημιουργούς ενός παιχνιδιού το σενάριο και η πλοκή. Το Hard Reset, στο βαθμό που φιλοδοξεί, ανήκει στην ίδια κατηγορία με το Serious Sam και το Painkiller. Και τα δύο αυτά παιχνίδια, αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπου οι δημιουργοί δε σκοτίστηκαν και πολύ για το σενάριο ή την κεντρική ιστορία. Πάμε στοίχημα ότι ούτε ένας στους χίλιους παίκτες του Serious Sam δεν κατάλαβε ποτέ τι ακριβώς κάνει ο συμπαθής Σαγώνας.
Το ίδιο και στην περίπτωση του Painkiller. Ποιος θυμάται γιατί ο κεντρικός ήρωας παίρνει τα επίπεδα της κόλασης ένα ένα και δεν αφήνει δαίμονα για δαίμονα όρθιο; Οι δημιουργοί του Hard Reset επέλεξαν να ντύσουν το παιχνίδι τους με μία ιστορία κυβερνοpunk, επικίνδυνα κοντά στην κεντρική ιστορία του Matrix, αλλά τελείως άτακτα τοποθετημένη. Ίσως έγινε κάποια προσπάθεια, αλλά στο τέλος του Hard Reset, ακόμα και αν υποθέσουμε ότι μένει κάτι στον παίκτη, αυτό σίγουρα δεν είναι η ιστορία του.
Fletcher όπως Neo (σχεδόν)
Εν πάσει περιπτώσει, εμείς, ταγμένοι στο δίκαιο αγώνα για μία αντικειμενική, αγωνιστική, τίμια και ανεξάρτητη gaming… δημοσιογραφία, είμαστε υποχρεωμένοι να σας πληροφορήσουμε ότι τα γεγονότα του παιχνιδιού διαδραματίζονται στον 25ο αιώνα, μετά από έναν πόλεμο Μηχανών και Ανθρώπων. Οι άνθρωποι κατάφεραν και επικράτησαν, οχυρώνοντας εαυτούς σε μεγάλες πόλεις και απομονώνοντας τις μηχανές. Παράλληλα, αναπτύχθηκε μία τεχνολογία «διαφύλαξης» προσωπικοτήτων, ώστε ενώ οι άνθρωποι είναι ασφαλείς, μία ρέπλικά τους να πραγματοποιεί τις καθημερινές τους υποχρεώσεις.
Παρόλα αυτά, δουλεύοντας πάνω στην ανθρώπινη ευφυΐα, η μονοπωλιακή εταιρεία Sanctuary αντελήφθη ότι η ανθρώπινη νοημοσύνη έχει πεπερασμένα όρια κάτι που δε συμβαίνει με τις μηχανές, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να εξελίξουν την τεχνητή νοημοσύνη επ’ άπειρον.
Κατά τη διάρκεια, λοιπόν, ερευνών προκειμένου να διευθετηθεί η ανθρώπινη αυτή αδυναμία (από τις οποίες προέκυψαν και ορισμένα πειράματα όπως ο ήρωας του παιχνιδιού Fletcher), δημιουργείται ρήγμα στις άμυνες της πόλης και πραγματοποιείται εισβολή των μηχανών. Ο Fletcher καλείται να ερευνήσει το συμβάν, μόνο και μόνο για να διαπιστώσει ότι οι Μηχανές, με βάση το project Atlas, ετοιμάζουν ευθεία επίθεση στους ανθρώπους, και αντιλαμβάνεται ότι ο μόνος τρόπος να τις αντιμετωπίσει είναι (βασισμένος στο χάρισμά του) να καταλάβει την εχθρική Τεχνητή Νοημοσύνη.
Πυρ κατά βούλησιν
Η ιστορία δίνεται σύντομα και σχετικώς περιεκτικά μέσα από κόμιξ καρέ που ενώνουν τα λιγοστά κεφάλαια του παιχνιδιού. Η αισθητική τους είναι λιτή όπως τελικά λιτή είναι και η δομή του παιχνιδιού. Ο Fletcher, κινούμενος μέσα σε ένα cyberpunk περιβάλλον, στα χαμηλά επίπεδα μιας πόλης που έχει ξεπηδήσει από σκοτεινές εικόνες επιστημονικής φαντασίας, αντιμετωπίζει ορδές από μηχανές διαφόρων ειδών προκειμένου κάθε φορά να φτάσει στο στόχο του.
Το παιχνίδι είναι ένα απόλυτα ευθύγραμμο Arcade Shooter, στο οποίο ο παίκτης πρώτα πυροβολά και μετά σκέφτεται. Συνολικά, το gameplay στηρίζεται σε δύο άξονες: Στην ακατάπαυστη χρήση όπλων και στην εκμετάλλευση του περιβάλλοντος, η οποία όμως πάμπολλες φορές αποδεικνύεται μοιραία για τον παίκτη. Οι μηχανές επιτίθενται κατά ομάδες και σε φρενήρεις ρυθμούς. Ο παίκτης, θα πρέπει να χρησιμοποιεί τα δύο βασικά είδη όπλων (που χωρίζονται σε πυροβόλα και σε αυτά που χρησιμοποιούν ηλεκτρική ενέργεια) καθώς και να εκμεταλλεύεται συνεχώς αυτά που του προσφέρει το περιβάλλον και είναι πράγματα που προκαλούν ηλεκτρικές εκκενώσεις και εκρήξεις.
Από τα πρώτα κιόλας λεπτά το παιχνίδι δείχνει τις προθέσεις του. Ακόμα και στα εύκολα επίπεδα, οι μηχανές απαιτούν πολλά πυρομαχικά και πολλές εκρήξεις για να εξουδετερωθούν. Οι εκρήξεις όμως (μεταξύ αυτών, και των ίδιων των μηχανών) προκαλούν αλυσιδωτές αντιδράσεις, με αποτέλεσμα κυρίως σε στενότερους χώρους (από τους οποίους είναι γεμάτο το παιχνίδι) να προκαλείται ένα ατελείωτο χάος, που πολύ συχνά οδηγεί τον παίκτη σε θάνατο.
Η λογική εν τοιαύτη περιπτώσει είναι απλή. Ο παίκτης πυροβολεί όπου βρει για να προκαλέσει εκρήξεις και εκκενώσεις, και κινείται συνεχώς προς τα πίσω (αν δεν έχει κλείσει μία πύλη και δεν έχει μετατραπεί η περιοχή σε αρένα). Το gameplay αυτό θα ήταν διασκεδαστικό αν οι δημιουργοί δεν υπέπιπταν σε δύο βασικότατα λάθη. Το πρώτο είναι ότι συνήθως οι χώροι στους οποίους εκτυλίσσεται η δράση είναι στενοί με περιορισμένη δυνατότητα ελιγμών και κίνησης, και το δεύτερο ότι όλα τα επίπεδα είναι εκνευριστικά όμοια μεταξύ τους, με αποτέλεσμα η συνεχόμενη ακατάπαυστη και «εκρηκτική» δράση να κουράζει πολύ γρήγορα.
{PAGE_BREAK}
Το Shooting, βέβαια, λειτουργεί καλά και τα όπλα ανταποκρίνονται στις κατά περίσταση απαιτήσεις της στιγμής. Τα διαφορετικά modes των όπλων βοηθούν απέναντι σε συγκεκριμένους εχθρούς και η αλήθεια είναι ότι διαφαίνεται και κάποια υποψία στρατηγικής σε ό,τι αφορά το τι θα χρησιμοποιήσει κάθε φορά ο παίκτης. Δυστυχώς, ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, η κάθε περιοχή μετατρέπεται εν ριπή οφθαλμού σε αρένα με ατέλειωτους εχθρούς και άλλες τόσες εκρήξεις (που μπορεί να βγάλουν νοκ άουτ και τον πρωταγωνιστή) με αποτέλεσμα ή όποια στρατηγική αντιμετώπιση να πηγαίνει περίπατο.
Η συμβουλή μας είναι οι παίκτες εξαρχής να ασχοληθούν με το παιχνίδι στο κατώτατο επίπεδο δυσκολίας, γιατί σε ανώτερα επίπεδα η δυσκολία είναι σχεδόν σαδιστική και κατά τη γνώμη μας δεν προσφέρει τίποτα. Το παιχνίδι εμπλουτίζεται και με μία σειρά αναβαθμίσεων για τα όπλα και το χαρακτήρα, που αποκτούνται με Nanopoints (μη ρωτήσετε που τα βρίσκουμε) και προσφέρουν ποικιλία στο οπλοστάσιο παρουσιάζοντας κάποιες ενδιαφέρουσες σχεδιαστικές επιλογές.
Για παράδειγμα, βρήκαμε πολύ χρήσιμο και χρησιμοποιήσαμε κατά κόρον την εκδοχή του ηλεκτρικού όπλου, κατά την οποία ο στόχος είναι φανερός πίσω από εμπόδια, και κλειδώνει προκειμένου να εξολοθρευτεί. Σε αυτόν τον τομέα έχουν γίνει ορισμένες αξιόλογες προσθήκες και επιλογές, που όμως αδυνατούν να αναπνεύσουν λόγω της ασφυκτικής δομής του παιχνιδιού, τον ανέμπνευστο σχεδιασμό των επιπέδων και την πολύ μικρή διάρκεια του τίτλου.
Τα όμορφα γραφικά, όμορφα τα βαριέσαι
Αν βέβαια κάτι μένει στον παίκτη είναι η οπτική απόδοση του Hard Reset και οι πολύ καλές επιδόσεις σε επίπεδο γραφικών. Αν και σε περιορισμένο εύρος, ο τίτλος είναι πολύ όμορφος και είναι πραγματικά κρίμα που οι δημιουργοί δεν προσέθεσαν και κάποια επίπεδα διαφορετικής αισθητικής από το συνεχές σκοτεινό και κλειστοφοβικό cyberpunk περιβάλλον.
Εξαιρετική δουλειά έχει γίνει στους φωτισμούς, στα εφέ των εκρήξεων και στη χρήση των νόμων της φυσικής. Πέραν αυτών, η αισθητική της σκοτεινής και μελλοντικής μεγαλούπολης έχει αποδοθεί με επιτυχία και πειστικότητα, και τα περιβάλλοντα, αν και άψυχα, τραβούν την προσοχή και βάζουν τον παίκτη στο κλίμα. Ο τίτλος, αδικείται κατάφορα από τη μονοτονία του, και δύο τρία επιπλέον επίπεδα θα προσέδιδαν ξεχωριστή χροιά. Φαίνεται, όμως, ότι λόγω budget ή έμπνευσης, οι υπεύθυνοι, παρουσιάζονται φειδωλοί σε όλα τα επίπεδα είτε αυτό αφορά σχεδιασμό επιπέδων είτε ποικιλία εχθρών είτε σχεδιασμό «γρίφων» (πατάμε αυτό το διακόπτη για να ανοίξει αυτή η πόρτα).
Προς έκπληξή μας όμως, μέσα σε αυτό το περιορισμένο πλαίσιο το παιχνίδι προλαβαίνει να προσφέρει ικανοποιητικό οπτικό αποτέλεσμα και λειτουργία physics, και δύο φιλόδοξα boss fights. Πέραν αυτού όμως, ελάχιστα παραμένουν στη μνήμη, ιδίως έτσι όπως διακόπτεται (ή καταλήγει) το παιχνίδι. Και σίγουρα μεταξύ αυτών που μένουν δεν είναι η μουσική, η οποία λειτουργεί μόνο προειδοποιητικά για την εμφάνιση εχθρικών μηχανών. Σε ποια περίσταση θα μπορούσε κάποιος να παίξει το Hard Reset; Oι καλοί FPS τίτλοι δε λείπουν, και αυτούς που δεν προκαλούν αίσθηση, καλώς ή κακώς, τους τρώει το μαύρο σκοτάδι. Δε μπορούμε να βρούμε κάποιο λόγο γιατί το Hard Reset να κάνει αίσθηση.
Ίσως σε μία χαμηλή τιμή ή ως κομμάτι ενός πακέτου, κάποιος να αποφασίσει να το δοκιμάσει, αλλά και πάλι, οι απαιτήσεις θα πρέπει να είναι περιορισμένες. Όπως και να το δούμε , θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι πρόκειται για Arcade τίτλο, με χαρακτηριστικό την ακατάπαυστη και ελαφρώς ανεγκέφαλη δράση.
Ώ της ειρωνίας, το βασικό του θέμα είναι η Ανώτερη Νοημοσύνη…
Σάββας Καζαντζίδης