WILL: Follow the Light | Review

Will: Go to Sleep.

Το WILL: Follow the Light (Follow the Light εφεξής) έρχεται ως ένα από αυτά τα αφηγηματικά παιχνίδια παλιάς κοπής, εποχής Dear Esther, Gone Home, Everybody’s Gone to Rupture κ.λπ., που είχαν ως πρωταρχικό τους μέλημα τη μεταφορά ενός σχετικά προσγειωμένου σεναρίου, δίχως εντυπωσιασμούς και οποιασδήποτε μορφής set pieces. Το Follow the Light επιχειρεί κάτι ανάλογο, όμως, δεν είναι ούτε κατά διάνοια Firewatch ή Tacoma, μεταξύ διαφόρων άλλων ανάλογων παιχνιδιών.

Μάλιστα, θα λέγαμε ότι έχει μία ελαφρά συγγένεια προς το Firewatch, καθώς όπως εκείνο το παιχνίδι μετέφερε μία ιστορία έχοντας ως όχημα τη δουλειά του δασοφύλακα, έτσι και εδώ επιχειρείται να μεταφερθεί μία αντίστοιχα συναισθηματικά φορτισμένη ιστορία, με τον πρωταγωνιστή να εκτελεί τα καθήκοντα ενός φαροφύλακα.

Η εισαγωγή ξεκινάει κάπως ικανοποιητικά, ζητώντας μας να ακολουθήσουμε μία διαδικασία ρουτίνας για τον Will, κατά την εκτέλεση διαφόρων εργασιών που σχετίζονται με το επάγγελμα του φαροφύλακα. Μπορεί να αποτελούν απλοϊκά ζητούμενα και όντως να χαρακτηρίζονται ως ρουτίνα, ωστόσο, έχουν και ένα σχετικό ενδιαφέρον, βλέποντας τις εργασίες ενός επαγγέλματος, με το οποίο δεν έχουμε καμία επαφή.

Μεταξύ των ζητουμένων είναι το άνοιγμα του φάρου, η επικοινωνία με άλλους συναδέλφους μέσω ασυρμάτου, η συντήρηση της γεννήτριας και η καταγραφή μετρήσεων για την υγρασία και τον άνεμο παράλληλα με τη χαλαρωτική μοναξιά που φαίνεται να υπάρχει στο – αποκομμένο από τον πολιτισμό – δωματιάκι του φαροφύλακα. Το δίχως άλλο, δεν είναι και τα πιο συναρπαστικά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε σε ένα παιχνίδι, αλλά έχουν τη χάρη τους στα πλαίσια ενός παιχνιδιού που θέλει να μας μάθει με προσγειωμένο τρόπο ένα ξεχασμένο επάγγελμα.

Ίσως αν επέμενε σε αυτή τη ρουτίνα να ήταν ένα πιο ενδιαφέρον παιχνίδι. Εντούτοις, το Follow the Light προσπαθεί να δημιουργήσει ένταση έπειτα από το πρώτο μισάωρο, όταν ένας τυφώνας χτυπήσει τη μικρή αμερικάνικη κωμόπολη. Η ήρεμη εισαγωγή δίνει τη θέση της σε μία εντελώς απότομη μετάβαση, όπου ο Will θα βρεθεί ξαφνικά σε ένα εγκαταλελειμμένο νοσοκομείο, σχεδόν σαν να μας λέει το παιχνίδι ότι βρισκόμαστε σε ένα survival horror σκηνικό. Τελικά δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία κακοστημένη σκηνοθετική αλλαγή, μία κατάσταση που δηλώνει το παρόν σε πολλά άλλα σημεία.

Κατά τη περιφορά μας στη ρημαγμένη κωμόπολη θα έρθουμε σε επαφή με ορισμένα άτομα που προσπαθούν να διαχειριστούν το συμβάν. Τα μοντέλα των ανθρώπων δείχνουν να προέρχονται από άλλη γενιά συστημάτων, με animations και σχεδιασμό προσώπων που είναι πέρα ως πέρα παρωχημένα.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την ποιότητα των διαλόγων, καθόλη τη διάρκεια του παιχνιδιού, οι οποίοι συχνά είναι αφύσικοι και με πλήρη απουσία οποιασδήποτε συναισθηματικής διακύμανσης στις φωνές. Ακόμα χειρότερα, σε διάφορους NPCs εμφανίζονται κείμενα πάνω από τα κεφάλια τους, άνευ φωνών, σαν να παρακολουθούμε χαρακτήρες από κάποιο JRPG.

Ο ίδιος ο Will υποτίθεται ότι ψάχνει τα ίχνη του νεαρού γιου του, έπειτα από τον τυφώνα, αλλά σε κανένα σημείο δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερο άγχος, ούτε μέσω της ηθοποιίας, ούτε μέσω των κειμένων. Βέβαια, το ίδιο το παιχνίδι σύντομα “καταφέρνει” να απωλέσει οποιαδήποτε ένταση για αυτήν τη σεναριακή τροπή, καθώς διάφορα άτομα επιβεβαιώνουν στον Will ότι ο πατέρας του είχε προλάβει – κατά τύχη – να πάρει τον γιο του για μία βόλτα με το ιστιοφόρο του αρκετά πριν τον τυφώνα.

Θα μπορούσε να πει κανείς εδώ ότι το άγχος του Will και πάλι είναι δικαιολογημένο, ως πατέρας που δεν ξέρει ακριβώς πού είναι το παιδί του, αλλά οι διάλογοι μας κάνουν να καταλάβουμε ότι ο πατέρας του Will και το παιδί του απλά ήταν τυχεροί και γλύτωσαν από τον τυφώνα, έχοντας πάει σε ένα άλλο νησί.

Το Follow the Light δεν αργεί να δείξει τις πραγματικές σεναριακές προθέσεις, επιθυμώντας να καταπιαστεί με ένα αλληγορικό ταξίδι για τη δύσκολη σχέση που μπορεί να υπάρξει μεταξύ γονιού και παιδιού. Όπως μαθαίνουμε, ο Will δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις με τον δικό του πατέρα, ενώ κάπου μετά τα μέσα της πεντάωρης διάρκειας, το παιχνίδι “θυμάται” να κάνει μία απλή αναφορά για το πόσο απών ήταν και ο ίδιος ο Will από τον γιο του, αφότου έχασε τη γυναίκα του.

Αντί να υπάρχει μία συναισθηματική βαρύτητα ανάλογη του δύσκολου θέματος με το οποίο καταπιάνεται το Follow the Light, καταλήγει να αποδίδεται με έναν τρομερά επιδερμικό τρόπο. Η σχέση του Will με τον πατέρα του αναλώνεται σε ένα απλό “δεν τα πήγαινα καλά με τον πατέρα μου αφότου χάθηκε η μητέρα μου” και η σχέση με τον γιο του αρκείται στο ανάλογο του “από τότε που έχασα άδικα τη γυναίκα μου, απομακρύνθηκα από τον γιο μου”. Είναι μία πρώτης τάξεως περίπτωση όπου φαίνεται το αυτονόητο, ότι δηλαδή δεν αρκεί μία απλή αναφορά για κάποιο πρόβλημα προκειμένου να δημιουργηθεί η οποιαδήποτε ταύτιση ή δέσιμο από την πλευρά του θεατή / παίκτη.

Με το σενάριο να αποτυγχάνει παταγωδώς, το βάρος του Follow the Light πέφτει στα υπόλοιπα σκέλη του, κάτι που σε μία αφηγηματική ιστορία καταλαβαίνει κανείς ότι δεν είναι και ό,τι καλύτερο. Στο συγκερασμό gameplay και αφήγησης επικρατεί μία μπερδεμένη κατάσταση, επιχειρώντας να περιπλέξει ορισμένα εντελώς παράταιρα μεταφυσικά στοιχεία. Σχεδόν ουρανοκατέβατα ο Will θα πάρει στα χέρια του ένα φανάρι με ένα ειδικό φως που του επιτρέπει να βλέπει οπτασίες από το παρελθόν.

Σε ένα παιχνίδι που κατά βάση προσπαθεί να αποδώσει μία προσγειωμένη κατάσταση, όπως τη ρουτίνα ενός φαροφύλακα και αργότερα το χειρισμό ενός ιστιοφόρου, αυτά τα μεταφυσικά στοιχεία δείχνουν εκτός τόπου και χρόνου. Αντίστοιχα, σε ένα άλλο σημείο φτάνουμε σε ένα εγκαταλελειμμένο χωριό, όπου βλέπουμε σκιές ανθρώπων και ξεκλειδώνουμε πόρτες ανοίγοντας ορισμένα μαγικά φανάρια, δημιουργώντας την εντύπωση ενός light, ειρηνικού Silent Hill, το οποίο με τη σειρά του δείχνει σαν να ξέμεινε από τα σχεδιαστικά κιτάπια κάποιου άλλου εγχειρήματος.

Όσον φορά στον τομέα των γρίφων, στις περισσότερες φορές είναι απλά κουραστικοί, με ορισμένους από αυτούς να ζητούν ένα ανεξήγητα βαρετό backtracking (πήγαινε στη γεννήτρια, χάλασε η γεννήτρια, φέρε μία ασφάλεια για τη γεννήτρια, κάηκε η ασφάλεια, πήγαινε φέρε άλλη μία ασφάλεια κ.λπ.). Εκεί που το Follow the Light έχει μία ακτίδα ενδιαφέροντος (πέρα από την εισαγωγή με τα καθήκοντα του φαροφύλακα που αναφέραμε) είναι στο χειρισμό του ιστιοφόρου, το οποίο χρησιμοποιεί ως βασικό του όχημα ο Will για τον εντοπισμό του γιου του.

Υπάρχει μία αμυδρά προσπάθεια να αποδοθεί με προσγειωμένο τρόπο ο χειρισμός του, με το παιχνίδι να μας δίνει διαρκώς οδηγίες για το πώς και πότε θα ανεβοκατεβάσουμε τα διάφορα πανιά, πότε θα χρησιμοποιήσουμε τη μηχανή αλλά και πώς θα σχεδιάσουμε την πορεία μας, χρησιμοποιώντας την πυξίδα μας και σημειώνοντας συντεταγμένες στον χάρτη. Βέβαια, όλες οι ενέργειες είναι εντελώς κατευθυνόμενες και υπεραπλουστευμένες, αλλά τουλάχιστον παρουσιάζουν ένα μίνι εγκυκλοπαιδικό ενδιαφέρον.

Να τονίσουμε εδώ ότι το παιχνίδι είναι εξαιρετικά γραμμικό, δίχως να προσεγγίζει στο ελάχιστο οποιαδήποτε φιλοσοφία ανοιχτού σχεδιασμού. Οι περιπτώσεις όπου χειριζόμαστε το ιστιοφόρο είναι αυστηρά προδιαγεγραμμένες. Ακόμα και όταν κληθούμε να το βγάλουμε στα ανοιχτά της θάλασσας, αρκεί να πλεύσουμε για 1-2 λεπτά μέχρι να εμφανιστεί η ένδειξη του skip travel ώστε να μεταφερθούμε αυτομάτως στον προορισμό μας.

Οπτικά, το Follow the Light δεν έχει να προσφέρει κάτι το ιδιαίτερο, ούτε κάτι αξιομνημόνευτο που θα μπορούσε να αποτελεί έστω ένα αντίβαρο για τα υπόλοιπα προβληματικά σημεία του. Τα εξωτερικά περιβάλλοντα αδυνατούν να αποδώσουν κάποια όμορφη θέα και το μόνο κομμάτι που σώζει ελαφρώς την κατάσταση είναι η πλοήγηση του ιστιοφόρου εν μέσω μίας φουρτούνας, σε ένα σκηνικό που αποδίδεται με αρκετά ωραίο τρόπο.

Όπως γίνεται σαφές, το Follow the Light καταλήγει να έχει ως δυνατά σημεία μία εισαγωγική ρουτίνα στη ζωή ενός φαροφύλακα και ένα set piece των 2-3 λεπτών κατά την πλοήγηση. Από εκεί και ύστερα, το σενάριο έρχεται ως μία μοναδικά επιφανειακή αλληγορία για τις σχέσεις μεταξύ γονιού και παιδιού, καταλήγοντας ως τίποτα περισσότερο από μία απλή και αυτονόητη παρατήρηση ότι αυτές οι σχέσεις ενδέχεται να είναι δύσκολες.

Το WILL: Follow the Light κυκλοφορεί από τις 7/5/26 για PS5, PC και Xbox Series. Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για PC με review code που λάβαμε από την TomorrowHead Studio.

Νικόλας Μαρκόγλου
Νικόλας Μαρκόγλου

Η αγάπη του Νικόλα για το gaming ξεκίνησε από το Atari 2600 που εμφανίστηκε ένα ωραίο πρωινό στο σαλόνι. Έκτοτε, το πάθος για τα βιντεοπαιχνίδια εκτοξεύθηκε με γεωμετρικούς ρυθμούς. Ο κινηματογράφος είναι η δεύτερη αγάπη του και παρακολουθεί συχνά ταινίες από την εποχή του ασπρόμαυρου σινεμά μέχρι τα σύγχρονα blockbusters του Hollywood.

Άρθρα: 1460

Υποβολή απάντησης