Resistance: Fall of Man

Ο κύκλος των παρουσιάσεων στα παιχνίδια του PlayStation 3 ανοίγει με τo FPS της Insomniac. «Halo killer»; Ας δούμε

Ο κύκλος των παρουσιάσεων στα παιχνίδια του PlayStation 3 ανοίγει με τo FPS της Insomniac. «Halo killer»; Ας δούμε

Ο κύκλος των παρουσιάσεων στα παιχνίδια του PlayStation 3 ανοίγει με τo FPS της Insomniac. «Halo killer»; Ας δούμε

Πατήστε για μεγέθυνση της εικόνας«Κάθε αρχή και δύσκολη». Όταν έρχεται η στιγμή που ο συντάκτης ξεκινά να γράψει την άποψή του για έναν εκ των πρώτων τίτλων ενός εντελώς νέου συστήματος η προαναφερθείσα λαϊκή ρήση φαντάζει πιο έντονη από ποτέ. Πως μπορείς να αξιολογήσεις ένα παιχνίδι για ένα σύστημα στο οποίο δεν υπάρχει σημείο αναφοράς; Και αν προσπαθήσεις να το συγκρίνεις με οτιδήποτε άλλο έχει προηγηθεί, είτε αυτό ανήκει στη next-gen, είτε σε παλιότερο σύστημα, θα πράξεις σωστά ή θα πέσεις στην παγίδα του να συγκρίνεις ανόμοια μεγέθη; Απορίες σαν αυτές και ακόμα περισσότερες πέρασαν από το μυαλό του υπογράφοντος καθώς έφτασε δύο επίπεδα πριν την ολοκλήρωση του Resistance: Fall of Man και αποφάσισε να αφήσει το -πανάλαφρο- Sixaxis από τα χέρια του προκειμένου να σας μεταφέρει την άποψή του.

Οι απαντήσεις τελικά ήρθαν με ευκολία και ρίχνοντας στη «ζυγαριά» ορισμένα στοιχεία που πρέπει πάντα να λαμβάνουμε υπόψη μας. «Next-gen» σύστημα ανάλογο του PS3 υπάρχει στην αγορά (βλ. Xbox 360) και First Person Shooters παρόμοια με το Resistance αρκετά. Από τη στιγμή λοιπόν που έχουμε να κάνουμε με δύο συστήματα που έρχονται αντιμέτωπα πρόσωπο με πρόσωπο σε κάθε επίπεδο, τι πιο σωστό από το να κρίνεις το πόνημα της Insomniac -η οποία μας έχει χαρίσει την υπέροχη σειρά Ratchet and Clank στο PlayStation 2- με τα υπόλοιπα παιχνίδια της αγοράς και δη, αυτά του Xbox 360; Λαμβάνοντας υπόψη μας λοιπόν όλα τα σημαντικά FPS παιχνίδια που έχουν κυκλοφορήσει μέσα στα χρόνια, ο χαρακτηρισμός και η βαθμολόγηση του Resistance καθίστανται σαφώς ευκολότεροι.

Πατήστε για μεγέθυνση της εικόναςΌχι λοιπόν, αν οι φίλοι της Sony περίμεναν από το παιχνίδι της Insomniac να είναι η απάντηση στη σειρά της Bungie θα απογοητευθούν. Αυτό δεν οφείλεται στο ότι το Resistance είναι ένα μέτριο παιχνίδι, αντιθέτως, η πρώτη προσπάθεια της Insomniac στο PlayStation 3, αν και άτολμη, είναι καθ’ όλα αξιόλογη. Απλά, το να προσπαθείς να ανάγεις κάθε FPS προσπάθεια που έρχεται από τη Sony σε «Halo killer» είναι και άδικο, αλλά και μη συνετό. Το Resistance είναι ένα πολύ καλό παιχνίδι, που δεν μπορεί μεν να σταθεί δίπλα στη δημιουργίες της Bungie, αλλά που σε τελική ανάλυση κρίνεται ως μια αξιοπρεπέστατη πρώτη προσθήκη του είδους στη βιβλιοθήκη του νέου οικιακού συστήματος της Sony. Καλύτερα όμως να τα πάρουμε με τη σειρά.

Κοιτάζοντας τις εικόνες του Resistance είναι εύκολο να ξεγελαστείς και να το χαρακτηρίσεις ως «WW II shooter με εξωγήινους». Αν και η αλήθεια βρίσκεται κοντά σε αυτήν την αξίωση, το Resistance είναι κάτι περισσότερο από μια sci-fi έκδοση του Call of Duty. Αν και αρχικά κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται, η Insomniac έχει πλάσει μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα ιστορία, η οποία περιγράφει μια εναλλακτική εκδοχή του 20ου αιώνα. Όλα ξεκινούν το 1939, όταν μια φυλή παράξενων πλασμάτων ονόματι Chimera ξεπήδησε από το βορά της Ρωσίας και σαν πανδημία εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη χώρα. Μέσα σε διάστημα δέκα ετών, οι Chimera είχαν κατακτήσει το σύνολο της Ευρώπης, με τελευταίο προπύργιο της ανθρωπότητας να είναι η Βρετανία. Σταδιακά, ακόμα και η Γηραιά Αλβιόνα έπεσε θύμα της πολεμικής μηχανής των Chimera και έτσι, βρισκόμενοι πλέον στο 1951, η τελευταία ελπίδα των ανθρώπων εναποτέθηκε στους Αμερικάνους.

Πατήστε για μεγέθυνση της εικόναςΚάπου εδώ ξεκινά το δικό μας καθήκον, καθώς καλούμαστε να αναλάβουμε το ρόλο του Nathan Hale, ενός Αμερικάνου στρατιώτη, ο οποίος έφτασε στη Βρετανία μαζί με τις πρώτες ενισχύσεις. Σε αυτά τα πρώτα λεπτά του παιχνιδιού, δεν υπάρχει τίποτα που να προδίδει το τι θα ακολουθήσει. Όσο άγνωστες είναι οι συνθήκες για τον Hale και τους συμπολεμιστές του, άλλο τόσο είναι και για τον παίκτη. Εδώ η Insonniac πέτυχε απόλυτα το σκοπό της δεδομένου ότι η ιστορία του Resistance χτίζεται αριστοτεχνικά, με μικρές δόσεις αποκαλύψεων κάθε φορά και μέσα από την εξαιρετική αφήγηση μιας Βρετανίδας στρατιωτικού. Μετά από δύο αποστολές, αρχίζει να γίνεται προφανές ότι κάτι πολύ παράξενο συμβαίνει σε αυτόν τον πόλεμο. Οι Chimera δεν επιθυμούν να καταστρέψουν την ανθρωπότητα, αλλά να την «προσηλυτίσουν». Χρησιμοποιώντας εκατομμύρια έντομα, μολύνουν τους ζωντανούς ανθρώπους και στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας τεράστιες μονάδες «κατεργασίας», τους μετατρέπουν σε Chimera.

Ωστόσο, το παράξενο είναι ότι, ενώ λίγο μετά την αρχή της περιπέτειας ο Nathan Hale πέφτει θύμα της μόλυνσης, καταφέρνει να ζήσει και να διατηρήσει την ανθρώπινη υπόστασή του. Από αυτό το σημείο και έπειτα δραματική αλλαγή επέρχεται και στο gameplay του Resistance. Ενώ λοιπόν στα πρώτα επίπεδα ο Hale είναι ένας τρωτός, απλός άνθρωπος, στη συνέχεια -και έχοντας λίγο από τους Chimera στο αίμα του- έχει τη δυνατότητα να αναπληρώνει την υγεία του και να αντιμετωπίζει τους αντιπάλους του με σαφώς μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Έχοντας πλέον αυτές τις δυνατότητες, ξεκινά έναν αγώνα αντίστασης, αλλά συνάμα αποκάλυψης και καταστροφής των σχεδίων που έχουν οι Chimera για την ανθρωπότητα.

Πατήστε για μεγέθυνση της εικόναςΤο θετικό με το παιχνίδι της Insomniac εντοπίζεται στα πολλαπλά στρώματα που διαθέτει στην αρχιτεκτονική του και, κυρίως, στην ποικιλία των επιπέδων του. Είναι προφανές ότι η Insomniac μελέτησε ενδελεχώς τα σημαντικότερα First Person Shooters που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία δέκα χρόνια και δανείστηκε από αυτά τα σημαντικότερα πλεονεκτήματά τους. Αν και αυτή η άποψη οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το Resistance: Fall of a Man είναι ένας…Frankenstein των videogames, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Το Resistance βασίζεται μεν στην ενδιαφέρουσα ιστορία του για να ιντριγκάρει και να δημιουργήσει έντονα συναισθήματα στον παίκτη, ωστόσο, σημαντικό λόγο στην επιτυχία του έχει και ο βασικός πυρήνας του gameplay του, ο οποίος δεν είναι άλλος από τη δράση. Η δράση περιγράφεται, φυσικά, μέσα από κάμερα πρώτου προσώπου και τα αποτελέσματα είναι αρκούντως ικανοποιητικά.

Το παιχνίδι της Insomniac είναι ένα πρώτο δείγμα του τι μπορεί να πράξει το PlayStation 3, χωρίς όμως ποτέ να κάνει την υπέρβαση και να περνά στην επόμενη γενιά των shooters. Ενώ λοιπόν ο σχεδιασμός των χαρτών είναι πανέμορφος, διαθέτει εξαιρετική ευκρίνεια και βρίθει από ποικιλία, το γεγονός πως υπάρχει ελάχιστο επίπεδο αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον κρίνεται, το λιγότερο, ως αρνητικό. Στο Resistance θα βρεθείτε μπροστά σε ορισμένα από τα πλέον καλοσχεδιασμένα τοπία που δημιουργήθηκαν ποτέ για videogame, όμως δεν θα μπορείτε να κάνετε απολύτως τίποτα με αυτά. Οι πόρτες των κτιρίων (εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις) δεν ανοίγουν, τα στοιχεία του περιβάλλοντος δεν καταστρέφονται, δεν υπάρχει η δυνατότητα να μεταβείτε σε όποιο σημείο θα επιθυμείτε και η πορεία μέσα στους χάρτες είναι αυστηρά γραμμική.

Πατήστε για μεγέθυνση της εικόναςΑν και παρόμοια φαινόμενα έχουν παρατηρηθεί σε δεκάδες shooters του παρελθόντος, στο Resistance είναι, πρωτίστως, εντονότερα και, στη συνέχεια, δείγματα του ότι η «next-gen» δεν έρχεται απλά και μόνο αυξάνοντας την ανάλυση στην εικόνα. Μιας και ξεκινήσαμε με τα αρνητικά του τίτλου, οφείλουμε να κάνουμε μια αναφορά στην –κατ’ εμάς- λανθασμένη επιλογή της Insomniac να χρησιμοποιήσει ένα παράξενο και διόλου λειτουργικό σύστημα εστίασης των όπλων. Γνωρίζουμε ότι στα περισσότερα σύγχρονα shooters υπάρχει η δυνατότητα ζουμ, φέρνοντας το όπλο κοντά στο πρόσωπο του χαρακτήρα με αποτέλεσμα την πιο αποτελεσματική σκόπευση. Ενώ λοιπόν η Insomniac ακολούθησε τις τάσεις της εποχής, αποφάσισε να το πράξει με έναν παράξενο τρόπο.

Αντί λοιπόν το όπλο να ακολουθεί ένα συγκεκριμένο animation και να έρχεται κοντά στο πρόσωπο του Hale απλά και μόνο κρατώντας ένα κουμπί, η εναλλαγή της άποψης όχι μόνο έρχεται απότομα πατώντας το R3, αλλά κλειδώνει εκεί δυσκολεύοντας σημαντικά το έργο μας. Κάπου εδώ τελειώνουν και τα αρνητικά τμήματα του τίτλου της Insomniac. Ήρθε η ώρα να δούμε ποια είναι τα στοιχεία που καθιστούν το Resistance ως μια από τις καλύτερες επιλογές του PlayStation 3.
{PAGE_BREAK}

Πατήστε για μεγέθυνση της εικόναςΠροαναφέραμε ότι η Insomniac μελέτησε επαρκώς τη σύγχρονη ιστορία των First Person Shooters και προσπάθησε να μεταφέρει τα καλύτερα κεφάλαια αυτής στο παιχνίδι της. Δεν είναι παράξενο λοιπόν το γεγονός πως, πολλές φορές, το Resistance σου προξενεί συναισθήματα deja vu. Πολλά επίπεδα θυμίζουν τη σειρά Call of Duty, άλλα, μοιάζουν να βγήκαν μέσα από το Gears of War (παρόλο που ο τίτλος της Epic δεν είναι FPS), ενώ, όταν η δράση μεταφέρεται σε κλειστούς χώρους, δεν μπορείς παρά να αναγνωρίσεις άμεσα τις ομοιότητες του Resistance με τη σειρά Half-Life. Κατά την άποψή μας η «αντιγραφή» στην οποία προέβη η Insomniac δεν είναι αθέμιτη, καθώς το τελικό αποτέλεσμα μόνο καλό καταφέρνει να κάνει στο παιχνίδι. Προσθέτοντας όλα τα παραπάνω στη «συνταγή» και μετά από ένα καλό…ανακάτεμα, έχουμε έναν ενδιαφέρων, συμπαγή και εντυπωσιακό τίτλο δράσης, ο οποίος δεν κάνει ποτέ «κοιλιά» και καταφέρνει με κάθε νέο του επίπεδο να προσφέρει μια νέα πρόκληση, να προχωρά την ιστορία μπροστά και να κρατά τον παίκτη καθηλωμένο.

Σημαντικός αρωγός σε όλα τα παραπάνω είναι δύο στοιχεία-πυλώνες των First Person Shooters. Το ένα εκ των δύο είναι ο οπλισμός και εδώ η Insomniac διέπρεψε. Δημιουργώντας ένα παιχνίδι που διαδραματίζεται σε έναν εναλλακτικό 20ο αιώνα, οι developers είχαν την ελευθερία να πειραματιστούν και να προσφέρουν στον παίκτη όπλα που ξεφεύγουν από το φάσμα του ρεαλιστικού. Όσοι έχουν παρακολουθήσει τη σειρά Ratchet and Clank θα γνωρίζουν ότι, όσον αφορά στα όπλα, η Insomniac αρέσκεται στο να υπερβάλει και να προσφέρει το κάτι παραπάνω. Έτσι έπραξε και στο Resistance και η αλήθεια είναι ότι ορισμένα από τα όπλα του παιχνιδιού και πρωτότυπα, αλλά και απολαυστικά στη χρήση τους είναι. Το Auger για παράδειγμα, είναι ένα όπλο των Chimera που μπορεί και διασπά την ύλη, με αποτέλεσμα τα βλήματά του να περνούν μέσα από τοίχους και να εξοντώνουν τους αντιπάλους ακόμα και αν αυτοί κρύβονται.

Πατήστε για μεγέθυνση της εικόναςΙδιόμορφο είναι και το Bullseye, ένα ακόμα τυφέκιο των Chimera, το οποίο εξαπολύει ειδικά βλήματα που «κολλούν» επάνω στον εχθρό και στη συνέχεια τραβούν επάνω τους όλες τις συμβατικές σφαίρες που εξαπολύουμε. Τέτοιες ευχάριστες νότες στο gameplay υπάρχουν πολλές και δεν περιορίζονται στα προαναφερθέντα. Πέραν πάσης αμφιβολίας, αν θα απολαύσετε το Resistance για κάποιο λόγο, αυτός θα έχει να κάνει με το οπλοστάσιό του. Ο δεύτερος πυλώνας επάνω στον οποίο πατά ένα FPS οικοδόμημα είναι η τεχνητή νοημοσύνη των αντιπάλων και ο βαθμός πρόκλησης που αυτοί προφέρουν. Επιτυχία και εδώ για την Insomniac, καθώς το Resistance διαθέτει εξελιγμένη –σε βαθμό προσαρμογής στο περιβάλλον- τεχνητής νοημοσύνης για τους αντιπάλους, αλλά και για τους συμπολεμιστές του Nathan Hale.

Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι, μετά από οκτώ ώρες παιχνιδιού, υπήρξαν στιγμές που δεν δικαίωσαν τον παραπάνω χαρακτηρισμό, ωστόσο, στο μεγαλύτερο μέρος του το Resistance μάς προσέφερε σημαντική πρόκληση. Ακόμα και στον πιο χαμηλό βαθμό δυσκολίας, οι Chimera κινούνται πειστικά, κρύβονται με τακτική στο χώρο, μας εντοπίζουν από μεγάλη απόσταση, στήνουν παγίδες και, γενικότερα, δεν στέκονται ως ανόητοι drones που περιμένουν υπομονετικά να αδειάσουμε επάνω τους τις σφαίρες μας. Κάποιοι από τους πιο…ιδιόμορφους Chimera διαθέτουν πολύ πιο απλοϊκές ρουτίνες, όμως αυτό οφείλεται στο γεγονός πως οι εν λόγω αντίπαλοι είναι πλάσματα ζωώδη και ως τέτοια, δικαιολογούν την διαφορετική προσέγγιση τους στις μάχες. Είδαμε λοιπόν ότι, σε ό,τι αφορά το gameplay του, το Resistance, ακολουθεί μεν την πεπατημένη, αλλά όπου το πράττει τα καταφέρνει αρκετά καλά. Μιλώντας όμως για το «παντοδύναμο» PlayStation 3 δεν μπορεί κανείς να μην αναφέρει τις εντυπώσεις του από τον τεχνικό τομέα.

Πατήστε για μεγέθυνση της εικόναςΣτα γραφικά και στη γενικότερη αρχιτεκτονική του τίτλου αναφερθήκαμε πιο πριν και το μόνο που έχουμε να προσθέσουμε είναι ότι το Resistance είναι, απλά και μόνο, ένα πρώτο δείγμα του τι είναι ικανό να προσφέρει το PlayStation 3. Πρακτικά, έχουμε να κάνουμε με ένα «μονοδιάστατο» τίτλο, ο οποίος πατά επάνω στην υψηλή ανάλυση, στα εντυπωσιακά particles, στη ρεαλιστική φυσική και στην ασύλληπτη ταχύτητα της 3D μηχανής για να προκαλέσει εντυπωσιασμό και να τραβήξει το μάτι από την παντελή έλλειψη παρεμβατικότητας με το «νεκρό» περιβάλλον. Οι χρωματισμοί που έχει επιλέξει η Insomniac είναι μουντοί και πιστοί στο «World War II» ύφος του τίτλου, όμως η ποικιλία είναι μεγάλη και αλλάζει από επίπεδο σε επίπεδο. Εκεί όμως που το PlayStation 3 δείχνει τα «δόντια» του είναι στον ήχο του παιχνιδιού. Είναι χαρακτηριστικό ότι το Blu-Ray δισκάκι του Resistance είναι το μοναδικό από τα 18 που έχει λάβει μέχρι σήμερα το GameOver για το PlayStation 3, το οποίο χρησιμοποιεί σχεδόν όλη τη χωρητικότητά του format.

Δεδομένου ότι τα cinematics του τίτλου δεν είναι πολλά και η διάρκειά του μετά βίας ξεπερνά τις δέκα ώρες, συμπεραίνουμε ότι ο υπέροχος πολυκάναλος ήχος που απολαύσαμε παίζοντας το Resistance βρίσκεται ασυμπίεστος και έτοιμος να δαμάσει τον ενισχυτή σας και να συνταράξει τα ηχεία σας. Ναι, γνωρίζουμε ότι οι νέες κονσόλες απαιτούν HD τηλεοράσεις για να δείξουν το πραγματικό τους πρόσωπο, όμως στην περίπτωση του PlayStation 3, εξίσου σημαντική είναι και η ύπαρξη ενός καλού 5.1 ηχοσυστήματος. Μια μικρή γεύση από την ηχητική πανδαισία αυτού του παιχνιδιού μπορείτε να πάρετε από τα δύο in-game videos, τα οποία μπορείτε να κατεβάσετε από τα links που θα βρείτε παρακάτω.

Κλείνοντας με την πρώτη παρουσίαση του GameOver σε παιχνίδι του PlayStation 3, μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι το Resistance: Fall of a Man είναι μια συμβατική και χωρίς καινοτομίες μεν, ενδιαφέρουσα και καθ’ όλα αξιόλογη δε, προσπάθεια. Θεωρώντας ως δεδομένο ότι οι πρώτοι τίτλοι κάθε συστήματος της αγοράς δεν εκμεταλλεύονται επαρκώς τις δυνατότητές του, τότε κοιτώντας το Resistance, το μέλλον διαφαίνεται λαμπρό και για το ίδιο το PlayStation 3, αλλά και για τα παιχνίδια που θα απολαύσουμε εν καιρώ από την Insomniac. Αν από τις 23 Μαρτίου πρόκειται να στολίσετε το δωμάτιό σας με ένα PS3, το Resistance δικαιούται να είναι μια από τις πρώτες επιλογές σας.

Γιώργος Καλλίφας

Ανάλυση οθόνης 480i/ 480p/ 720p
Widescreen Ναι
PAL 60Hz Ναι
Ήχος Stereo/ Dolby Digital 5.1
PEGI 16+

Γιώργος Καλλίφας
Γιώργος Καλλίφας

Απο το 1982 και έναν "κλώνο" κονσόλας Atari ξεκίνησε το μικρόβιο. Από εκεί και πέρα τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. Commodore 64, Amiga 500, PC, SNES, PlayStation, Xbox... Το μικρόβιο έκατσε για τα καλά και παραμένει στο μυαλό μέχρι σήμερα . Σήμερα βρίσκει ακομα χρόνο για κανένα καλό JRPG ή FPS, αλλά και κανένα high fantasy βιβλίο, ταινίες και σειρές.

Άρθρα: 4180

Υποβολή απάντησης