
StarCraft II: Legacy of the Void
H εξιλέωση της Blizzard...
H εξιλέωση της Blizzard…
Η σημασία του StarCraft 2 για το PC gaming κοινό είναι κάτι παραπάνω από μεγάλη. Πέρα από το γεγονός ότι είναι ένα από τα πιο αγαπητά franchises στο gaming -σε single player και multiplayer επίπεδο- σε μία περίοδο όπου τα καλά Real Time Strategy παιχνίδια σπανίζουν, στέκεται σαν μοναχικός φρουρός ενάντια στη λαίλαπα εκμοντερνισμού και απλοποίησης. Με το Wings of Liberty, που κυκλοφόρησε το 2010, η Blizzard έριξε ένα μεγάλο χαστούκι στη μόδα της εποχής, και από άποψης gameplay παρέδωσε ένα παιχνίδι που ήταν 110% StarCraft στους μηχανισμούς του. Ναι, είχε κάποιες αδυναμίες εδώ και εκεί, αλλά ήταν μια πολύ δυνατή εισαγωγή, που έστησε τις βάσεις για μια καλή τριλογία.
Το Heart of the Swarm, που ακολούθησε μερικά χρόνια μετά, κατάφερε να εξελίξει το gameplay σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα και να αναθερμάνει το ενδιαφέρον του κοινού με κινήσεις “ματ” στο balancing. Όμως, σκόνταψε σε μεγάλο βαθμό στο σενάριό του, κάνοντας περίεργα πισωγυρίσματα, φλυαρώντας ακατάπαυστα σε διάφορες αχρείαστες αποστολές και, εν τέλει, ολοκλήρωσε τα 2/3 της τριλογίας έχοντας αναλωθεί σε μικροπράγματα και δίχως ακόμα να ξεκινήσει τη μεγάλη μάχη που περιμένουμε να δούμε από το Brood War του 1998. Με το σενάριο να θυμίζει σαπουνόπερα (αλλά και τα στραβοπατήματα του σεναρίου και στο Diablo 3), η ιδέα ότι η παλιά, επική Blizzard καταστράφηκε συγγραφικά από το WoW, είναι μία που μέχρι πρόσφατα ταλάνιζε τις σκέψεις μας και μας είχε οδηγήσει στο να έχουμε χαμηλά τον πήχη για το τελευταίο παιχνίδι της σειράς. Ε, κάποιο παλικάρι εκεί στα μπουντρούμια της Blizzard θα τους είχε ξεμείνει από την παλιά εποχή, και με δωροδοκίες, απειλές και μπόλικη ίντριγκα, κατάφερε να προσπεράσει τον σαπουνοπερο-ύφαλο και να φέρει επιτέλους το αστρόπλοιο του StarCraft στα παλιά του, βαθιά και γνώριμα νερά!

Η ιστορία του παιχνιδιού λαμβάνει χώρα λίγο μετά τα γεγονότα του HotS, με βασική φυλή αυτή τη φορά τους Protoss και πρωταγωνιστή τον Artanis, ο οποίος πλέον είναι ο ηγέτης των εναπομεινάντων High και Dark Templar. Και ενώ ξεκινά με βασικό στόχο την επιστροφή του λαού του στον πλανήτη τους, Aiur, και την ολοκληρωτική εκδίωξη των Zerg από εκεί, τα πράγματα περιπλέκονται πολύ όταν (επιτέλους) επιστρέφει στον γαλαξία ο Amon, ο καταραμένος αποστάτης των Xel Naga, ο οποίος μαζί με τα Zerg/ Protoss υβρίδιά του, θέλει να εξαφανίσει κάθε μορφή ζωής από το γαλαξία. Αρνούμαστε να πούμε κάτι παραπάνω για την ιστορία, καθώς δεν θέλουμε να σας χαλάσουμε αυτό που είναι με διαφορά η καλύτερη σεναριακά στιγμή της Blizzard μετά το 1998. Θα αρκεστούμε να πούμε, όμως, πως θα πρέπει να ετοιμαστείτε για μια πραγματικά μεγάλη διαμάχη στο γαλαξία, ανατροπές που πραγματικά δεν θα περίμενε κανείς, σοβαρότητα που έλειπε στα προηγούμενα δύο παιχνίδια, αλλά και πάρα πολλές πληροφορίες γύρω από το lore του StarCraft, τη δημιουργία των Protoss και των Zerg, την αλήθεια για τους Xel Naga και άλλα πολλά.
Πρόκειται για μία δυνατή ιστορία, με πάρα πολύ υλικό για τους fans της σειράς, που καταφέρνει να γίνει αξιομνημόνευτη σε πολλές από τις στιγμές της. Βέβαια, αυτό το πολύ υλικό, ίσως κάποιες φορές να είναι υπερβολικά πολύ. Με την απόφαση να “σπάσει” το SC2 σε τρία κομμάτια και οι δημιουργοί να δώσουν στην κάθε φυλή ένα αυτοτελές παιχνίδι, το SC2 έπεσε θύμα αρκετά μεγάλης φλυαρίας, με αποστολές που μπήκαν 100% για να μεγαλώσουν τη διάρκεια του τίτλου και που δεν θα χρειάζονταν να υπάρχουν αν το παιχνίδι ήταν σπασμένο όπως το αρχικό StarCraft (με το Brood Wars). Η φλυαρία, λοιπόν, είναι και εδώ παρούσα σε κάποιο βαθμό, όχι όμως τόσο όσο στις αποστολές που είχαν τα προηγούμενα, όσο στο υλικό μεταξύ των αποστολών. Το LotV έχει με διαφορά τα περισσότερα cutscenes και συζητήσεις από κάθε άλλο παιχνίδι της σειράς, τα οποία ενώ δίνουν πολύ βάθος στο σύμπαν και προσφέρουν υλικό και μια καλύτερη ματιά στους χαρακτήρες, υπήρχαν ορισμένες στιγμές που μας πήρε κοντά μισή ώρα να μεταβούμε στην επόμενη αποστολή.

Και όπως είναι λογικό, με τόσο υλικό, κάπου πάλι ξεφεύγει ο mmo σαπουνοπερίστικος αέρας και «ευωδιάζει» το παιχνίδι δίχως λόγο. Πταίσμα που λύνεται με λίγο editing όμως. Αυτό που δύσκολα θα ξεπεραστεί, πάντως, είναι το γεγονός ότι το παιχνίδι κλείνει καθαρά και ξάστερα την ιστορία του StarCraft, που είχε ξεκινήσει το 1998, τουλάχιστον για όλους τους χαρακτήρες που γνωρίσατε μέχρι σήμερα. Πρόκειται για ένα συναισθηματικό τέλος, που κλείνει όλα τα ερωτήματα που είχαν μείνει και ξεκαθαρίζει το μέλλον των χαρακτήρων και τον λαών. Είναι μια ωραία κίνηση από την Blizzard, η οποία φέρθηκε με σεβασμό στους fans και στην αγάπη τους για το παιχνίδι, αλλά είναι και μία πολύ πιθανή «ταφόπλακα» για το μέλλον του StarCraft έτσι όπως το ξέραμε μέχρι σήμερα, αφήνοντας λίγες ελπίδες για συνέχεια της σειράς.
Ακόμα και να μην το έκανε αυτό, βέβαια, δύσκολα θα βλέπαμε άλλο RTS StarCraft στα επόμενα χρόνια, καθώς θα ήταν εξωφρενικά δύσκολο για τη Blizzard να ξεπεράσει τον gameplay σχεδιασμό του LotV. Έχοντας ξεκινήσει πολύ δυνατά με το WoL και βελτιώσει σημαντικά στο HotS, στο τελευταίο αυτό κεφάλαλιο η Blizzard απλά άγγιξε την τελειότητα σε όλους τους τομείς. Μένοντας πιστή στη resource gathering βάση της σειράς, αλλά προχωρώντας στα απαραίτητα tweaks, κατάφερε να κάνει ένα ήδη πολύ γρήγορο, rush friendly παιχνίδι, να γίνει ακόμα πιο γρήγορο. Οι βελτιώσεις στο gameplay είναι αρκετές για να καλύψουμε σελίδες ολόκληρες και έτσι, δε βλέπουμε το λόγο να μπούμε σε βαθιά ανάλυσή τους. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό, όμως, είναι πως το gameplay της σειράς έχει γίνει ταχύτερο και καλύτερο από ποτέ, επιβραβεύοντας τους καλούς παίκτες ακόμα παραπάνω, με νέα units, πολύ πιο ιδιαίτερα από τα υπάρχοντα, ανοίγοντας πολλαπλές νέες στρατηγικές και επαναφέροντας το micromanagement που είχε το original StarCraft σε όλα τα μήκη και πλάτη.

Και αν αυτό γίνεται λίγο κατανοητό στο campaign, και σας γαργαλίζει τον ουρανίσκο στα single player skirmishes, με το που θα μπείτε στο multiplayer θα απολαύσετε στο έπακρο όλες αυτές τις βελτιώσεις και προσθήκες. Βλέπετε, το multiplayer του LotV είναι πιθανότατα το πληρέστερο που έχει κυκλοφορήσει στο είδος, με τόσο πολύ υλικό, που μπορεί να σας κρατήσει απασχολημένους για χρόνια. Και δεν μιλάμε μόνο για τα κλασσικά ladder matches, achievements, rankings κ.λπ., αλλά και για το νέο σύστημα co-op, το archon mode, τα daily missions και το νέο matchmaking system. Το co-op και το Archon mode, λοιπόν, είναι σαν δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος, φαινομενικά ίδιες αλλά με πολύ βαθιές διαφορές μεταξύ τους.
Στο πρώτο, σε 2vs2, οι δύο παίκτες της κάθε ομάδας διαλέγουν ένα ειδικό boss unit ο καθένας (Raynor, Artanis κ.ο.κ.) και έχουν ένα λαό οι δύο τους, με τον καθένα όμως να ελέγχει ένα ξεχωριστό expansion της βάσης τους. Στο Archon mode, όμως, οι δύο παίκτες έχουν τον πλήρη έλεγχο μίας μόνο βάσης και στρατού, απαιτώντας έτσι εξαιρετική συνεργασία μεταξύ τους αν θέλουν να επιβιώσουν. Τα νέα αυτά modes ανοίγουν νέους ορίζοντες για το συνεργατικό online gaming του StarCraft. Παρόλο που, όπως είναι λογικό, δεν μπορούν να σταθούν αν παίζετε με άγνωστο συμπαίκτη, όταν είστε με φίλους τότε η κατάσταση γίνεται εξαιρετικά διασκεδαστική. Με τους παίκτες να μπορούν πλέον να μοιράζουν defending και attacking μεταξύ τους, ο ρυθμός του παιχνιδιού εκτοξεύεται σε δυσθεώρητα επίπεδα. Το δοκιμάσαμε για πολλά matches και μπορούμε να πούμε πως αν παίξετε σωστά και οργανωμένα, θα νιώσετε πως παίζετε άλλο παιχνίδι.

Όσον αφορά τον τεχνικό τομέα του τίτλου, τα πράγματα είναι όπως θα τα περίμενε κανείς από έναν τίτλο της Blizzard. Μπορεί να τρέχει πλέον με μια μηχανή γραφικών πενταετίας, αλλά συνεχίζει να δείχνει πανέμορφο, με νέες βελτιώσεις στα particle effects και στις καταστροφές. Και το κυριότερο, καταφέρνει να τρέχει απροβλημάτιστα δίχως κολλήματα και σε αδύναμα μηχανήματα, ενδεικτικό της εξαιρετικής δουλειάς στο optimization που έκαναν οι developers. Για τα cut scenes δεν υπάρχει λόγος να μιλήσουμε εκτενώς: κλασσικά, αγγίζουν το υψηλότατο επίπεδο που μας έχει συνηθίσει η Blizzard στα παιχνίδια της, με εντυπωσιακά γραφικά και καταιγιστική σκηνοθεσία. Εξίσου υψηλό παραμένει και το επίπεδο του ηχητικού τομέα, με την μουσική του StarCraft να είναι από τις πιο αξιομνημόνευτες space opera μουσικές στο gaming και τους χαρακτήρες να αποδίδουν για άλλη μια φορά τα μέγιστα στους χαρακτήρες τους.
Το Legacy of the Void είναι με όλη τη σημασία της λέξης η κληρονομία της Blizzard για τους οπαδούς του StarCraft. Όχι μόνο κατάφερε να βελτιώσει ακόμα παραπέρα το ήδη εξαιρετικό gameplay του StarCraft 2, αλλά εξιλεώθηκε επιτέλους στα μάτια του κοινού, δίνοντας την πρέπουσα σημασία στο σενάριο της σειράς και στη βαρύτητα μιας μεγάλης σύρραξης. Ξεπερνάει τα άλλα δύο μέλη της τριλογίας σε όλους τους τομείς, τιμά τη σειρά και κλείνει με επικό τρόπο αυτή τη soft space opera που γαλούχησε μικρούς και μεγάλους. Έστω και αργά, η Blizzard ξύπνησε και μας θύμισε τις παλιές εποχές της. En taro StarCraft και στο επανιδείν, θα μας λείψεις…