Destiny : The Legendary Recap
«Παίζει ακόμα ο κόσμος Destiny;»
«Παίζει ακόμα ο κόσμος Destiny;»
Eyes up, Guardian. Βρισκόμαστε περίπου δύο χρόνια μετά τον επεισοδιακό και αμφιλεγόμενο ερχομό του Destiny και μία «ανάσα» πριν από την κυκλοφορία του τέταρτου, κατά σειρά, πακέτου επέκτασης του τίτλου. Το «Rise of Iron» ταυτόχρονα εγκαινιάζει ανεπίσημα τη Year Three του παιχνiδιού και, αναμφίβολα, θα θέσει το ύφος της κατεύθυνσης που αποσκοπεί να ακολουθήσει η Bungie στο μέλλον της σειράς με αυτό το -πολύ πιθανώς- τελευταίο, μεγάλο κεφάλαιο πριν προχωρήσει στο sequel.
Όπως είναι ευρέως γνωστό, το Destiny δίχασε κριτικούς και gamers ανά την υφήλιο, και όχι άνευ λόγου και αιτίας. Τα τελευταία χρόνια αποτελεί κοινή πρακτική η τάση της κυκλοφορίας ημιτελών παιχνιδιών, βαφτισμένων ως «vanilla», με τους καταναλωτές να περιμένουν πότε η «vanilla» που πλήρωσαν θα μετατραπεί τελικά σε ένα πλoυσιότατο «banana split» -ή, τουλάχιστον, σε ένα «sundae» βρε αδερφέ- και συνεπώς σε μια ολοκληρωμένη gaming εμπερία που άξιζε εν τέλει τα λεφτά για το expansion pass. Το Destiny, φυσικά, δεν αποτέλεσε εξαίρεση σε αυτόν τον τομέα. Βέβαια, θα ήταν άδικο να μην αναφέρουμε το γεγονός ότι, σύμφωνα με την ίδια την Bungie, η φιλοσοφία του παιχνιδιού ήταν η συνεχής ανανέωσή του με νέο υλικό, αυτή όμως δεν μπορεί να σταθεί μόνη της ως δικαιολογία υπέρ του.

Παρ’ όλα ταύτα, εν έτει 2016, ο multiplayer τίτλος – όπως γίνεται συνήθως με παιχνίδια του είδους- βελτιώθηκε κατά πολύ στο διάστημα που μεσολάβησε από την κυκλοφορία του και ο σκοπός του κειμένου είναι να επιχειρήσει μια πολύ γρήγορη αναδρομή σε αυτά τα δύο πρώτα έτη του, με αναφορές στις πιο σημαντικές αλλαγές και προσθήκες, που βελτίωσαν το παιχνίδι και βοήθησαν στο να καταφέρει να υποδεχτεί μια ολοκαίνουρια «φουρνιά» νέων και αφοσιωμένων παικτών στο community, αλλά και να κερδίσει ξανά κάποιους από τους παίκτες που έχασε μετά την αρχική, μεγάλη απογοήτευση της βασικής έκδοσης.
«Ι don’t even have time to explain why I don’t have time to explain.»
Αυτή η περιβόητη φράση της αινιγματικής Stranger, που αποτελούσε τη δεύτερη σκιά μας στο βασικό campaign, ίσως και να είναι η πιο κατάλληλη για να περιγράψει τα απερίγραπτα της αρχικής κατάστασης του Destiny. Στους πρώτους μήνες κυκλοφορίας, πριν την έλευση του πρώτου expansion, το παιχνίδι δεν κατάφερε να κρατήσει μεγάλο κομμάτι του κοινού του λόγω έλλειψης υλικού. Το single player κομμάτι ήταν φανερά ανεπαρκές, με μικρής διάρκειας campaign και αδιάφορο story, με χαρακτήρες που αφοσίωναν περισσότερο χρόνο στο να μας εξηγούν το… γιατί δεν μπορούν μας εξηγήσουν τα μυστήρια του ελλιπούς lore και να μας λύσουν κάποιες βασικές απορίες.

Ο μόνος τρόπος να μάθει κανείς κάποιες πληροφορίες για το lore, δε βρισκόταν σε κάποιο Codex εντός του παιχνιδιού. Αντιθέτως, οι πληροφορίες αυτές ήταν –και δυστυχώς είναι ακόμα- προσβάσιμες μέσω των λεγόμενων Grimoire Cards, οι οποίες βρίσκονται στην επίσημη ιστοσελίδα της Bungie. Από την άλλη πλευρά, στοιχεία όπως το επαναλαμβανόμενο level design, το ατελείωτο grind και τα προβλήματα με το πολύ άδικο RNG loot σύστημα, επιβάρυναν πιο πολύ την κατάσταση, μετατρέποντας την ενασχόληση με το endgame περιεχόμενο του παιχνιδιού σε μια «κενή» εμπειρία. Οι μόνοι αντισταθμιστικοί παράγοντες παρέμεναν το gameplay με το εξαιρετικό και εθιστικό shooting, τα πανέμορφα γραφικά, η μουσική επένδυση και το καλοσχεδιασμένο Vault of Glass raid με τα «σαδιστικά» του παζλ.
Όπως ήταν αναμενόμενο, λίγους μήνες μετά, κατέφθασαν τα δύο πρώτα expansions: Το «The Dark Below» και το «House of Wolves», με το πρώτο να λαμβάνει χειρότερες κριτικές σε σχέση με το δεύτερο. Από μόνα τους δεν πρόσθεσαν με ουσιαστικό τρόπο κάτι στο υπάρχον lore ούτε επέκτειναν το play time περισσότερο από λίγες ώρες με τις νέες τους αποστολές, αλλά σαν σύνολο λειτούργησαν ευεργετικά για το Destiny. Στο «The Dark Below» οι παίκτες γνώρισαν μια νέα φυλή τρομακτικών εχθρών, τους Hive, ενώ ταυτόχρονα τα γεγονότα του είναι αυτά που θα προκαλέσουν την οργή του περιβόητου κακού του τρίτου expansion, Βασιλιά Oryx, στα γεγονότα του «The Taken King».

To «House of Wolves», από την άλλη, επικεντρώνεται σε μια ήδη γνωστή φατρία εχθρών, τους Fallen. Από άποψη περιεχομένου, συνολικά το Destiny εμπλουτίστηκε με 10 νέες αποστολές, ένα νέο μικρό raid, strikes, ένα social hub, καινούριο εξοπλισμό, χάρτες, modes και βελτιώσεις στο PvP κομμάτι. Ωστόσο, δύο προσθήκες ξεχώρισαν ιδιαίτερα και άρχισαν να προσελκύουν το κοινό. Πρώτον, το δημοφιλές και ανελέητο σε δυσκολία 3v3 εβδομαδιαίο event, με το όνομα “Trials of Osiris”, ενώ για τους παίκτες που επικεντρώνονται στο PvE υπήρχε πλέον το Prison of Elders, μια Co-Op Arena με διάφορα επίπεδα δυσκολίας, objectives, bosses και modifiers κάθε εβδομάδα.
Στην τελική, θα ήταν απόλυτα μάταιο να μακρηγορήσει κανείς για τη «vanilla» έκδοση του Destiny από τη στιγμή που ανακοινώθηκε και κυκλοφόρησε η τρίτη επέκταση του παιχνιδιού –ή, καλύτερα, η πρώτη πραγματική επέκταση- το «The Taken King». Αυτό δεν άλλαξε μόνο το παιχνίδι ριζικά, αλλά μπορεί να πει κανείς ότι το εν λόγω expansion ήταν αυτό που έπρεπε να είναι το παιχνίδι εξαρχής.