
Puzzles & Dragons Z + Super Mario Bros. Edition
Όταν το hardcore συναντά το casual.
Όταν το hardcore συναντά το casual.
Τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με την εξάπλωση των smart devices, υπάρχει και η άνοδος του λεγόμενου “casual gaming”. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται παιχνίδια, τα οποία έχουν αρκετά απλούς (και συνήθως εθιστικούς) μηχανισμούς, τους οποίους μπορεί να κατανοήσει εύκολα ο καθένας, ανεξάρτητα από την εμπειρία που έχει με τα βιντεοπαιχνίδια. Χαρακτηριστικότερο δείγμα του casual gaming είναι τα παιχνίδια match-3, με δημοφιλέστερα τα Bejeweled και Candy Crush Saga. To Puzzle & Dragons (PAD) κυκλοφόρησε το 2012 για smartphones και (αν και πέρασε απαρατήρητο στη Δύση) αποτέλεσε “φαινόμενο” στην Ιαπωνία. Μπορούμε να πούμε πως ό,τι κατάφερε το Angry Birds της Rovio στη Δύση, το κατάφερε και το PAD της GungHo στην Ιαπωνία. Παραδόξως, οι περισσότεροι από εμάς, πρώτη φορά ακούσαμε για το PAD από το στόμα ενός από τους σημαντικότερους game designers στον πλανήτη (Mario, Zelda, Pikmin κ.λπ.).
Φυσικά, ο λόγος για τον Shigeru Miyamoto, ο οποίος δήλωσε… “fan” του παιχνιδιού. Όπως ήταν λοιπόν αναμενόμενο, το PAD δεν άργησε να κυκλοφορήσει και στη φορητή κονσόλα της Nintendo και μάλιστα με μορφή “2 σε 1”, περιλαμβάνοντας σε ένα cartridge τα: Puzzle & Dragons Z και Puzzle & Dragons: Super Mario Bros. Edition. Θα σπάσουμε λοιπόν αυτό το review σε τρία μέρη: στο πρώτο θα σχολιάσουμε τους μηχανισμούς του PAD που είναι κοινοί και στους δύο τίτλους (Z και Mario) και μετά θα αναφέρουμε σε τι αποκλίνει η έκδοση Z και η έκδοση Mario από τη βασική φόρμουλα της σειράς και αν αυτή η διαφοροποίηση τελικά “δουλεύει” ή όχι.

Puzzle & Dragons
Tο PAD είναι ένα παιχνίδι που παντρεύει δύο φαινομενικά αταίριαστα genres: τα “casual” puzzle games τύπου match-3 και τα “hardcore” turn-based RPG, με το πρώτο να λαμβάνει χώρα στην οθόνη αφής του 3DS και το δεύτερο στην οθόνη τρισδιάστατης απεικόνισης. Το παιχνίδι αποτελείται από επίπεδα (dungeons), που είναι ουσιαστικά ένα σύνολο μαχών (encounters) και καταλήγουν σε ένα boss-fight. Για να τις φέρει εις πέρας, ο παίκτης έχει στην κατοχή του μια ομάδα (party) από 5 δράκους, ένας εκ των οποίων ορίζεται ως αρχηγός και έναν έκτο βοηθό (NPC ή χαρακτήρα άλλου παίκτη που συναντήσαμε μέσω της λειτουργίας Streetpass του 3DS).
Ο κάθε δράκος έρχεται με το δικό του στοιχείο (element), ζωή, επίθεση, άμυνα και ικανότητες (skills), όπως ακριβώς θα περιμέναμε και από έναν παραδοσιακό RPG τίτλο. Στην κάτω οθόνη υπάρχει διαρκώς ένα πλέγμα 6×5 από σφαίρες (orbs) διαφόρων χρωμάτων (4 έως 6), τα οποία αντιστοιχούν στα στοιχεία που ανήκουν οι δράκοι (Fire / Water / Earth / Light / Dark), ενώ υπάρχουν και τα Healing Οrbs. Παίζοντας match-3 με τις σφαίρες, τις σβήνουμε και οι δράκοι που ανήκουν στο συγκεκριμένο στοιχείο εκτελούν την επίθεσή τους. Φυσικά και οι αντίπαλοι έχουν τα δικά τους στοιχεία και, όπως πιθανώς μαντέψατε ήδη, ακολουθείται ο κλασικός κύκλος “πέτρα > ψαλίδι >χαρτί” (π.χ. Water > Fire) για να αποφασιστεί το ποσό ζημιάς που θα κάνουμε.

Αυτό που κάνει το PAD να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα match-3 παιχνίδια είναι το βάθος του. Σίγουρα μιλάμε για το πιο “easy to learn – hard to master” παιχνίδι του είδους. Πολλά match-3 παιχνίδια περιορίζουν τον παίκτη στο να μπορεί να ανταλλάξει (swap) δύο σφαίρες, με αποτέλεσμα τα όποια (μεγάλα) combos προκύψουν να είναι περισσότερο θέμα τύχης παρά στρατηγικής. Στο PAD, ο παίκτης έχει “άπειρο” χρόνο στη διάθεσή του σε κάθε γύρο προκειμένου να καταστρώσει τη στρατηγική του. Άπαξ όμως και κουνήσει μια σφαίρα, ένα χρονόμετρο μερικών δευτερολέπτων ξεκινά. Μέσα σε αυτό το χρονικό πλαίσιο, ο παίκτης θα πρέπει να μετακινήσει τη σφαίρα ακολουθώντας όποια διαδρομή επιθυμεί, μετακινώντας, όμως, παράλληλα και όποια σφαίρα είναι στο δρόμο του. Έτσι, μπορεί να “στήσει” τις σφαίρες ώστε να προκύψουν τα πολυπόθητα μεγάλα combos.
Χονδρικά μπορούμε να πούμε ότι ένας αρχάριος παίκτης θα καταφέρει σε κάθε γύρο 1-2 combos, ένας πιο προχωρημένος 4-5, ενώ οι… masters μπορούν να “σβήνουν” σχεδόν όλες τις σφαίρες σε κάθε γύρο. Προσωπικά, όντας αρχάριος, καθώς έπαιζα, τα μάτια μου ανέπτυξαν ενός είδους “muscle memory”: αναγνώριζα δηλαδή patterns, τα οποία ήξερα πως θα σβήσω, κερδίζοντας έτσι πολύτιμα δευτερόλεπτα για να δουλέψω σε επιπλέον combos. Όσο έπαιζα, παρατήρησα ότι γινόμουν όλο και καλύτερος, επιτυγχάνοντας combos των 4-5 σε σχεδόν σταθερή βάση, ενώ μετά από κάθε μου κίνηση αισθανόμουν ότι υπάρχει κι άλλο περιθώριο βελτίωσης. Να αναφέρουμε ότι τα combos δεν είναι απλά για… high-score αλλά απαιτούνται από τον παίκτη για να βγει νικητής.

Εκτός από την επίλυση των παζλ, αυτό που έκανε το PAD να ξεχωρίσει, είναι η συλλογή δράκων. Όπως γνωρίζουμε σε κάθε RPG, μετά το πέρας μιας μάχης ακολουθεί και το loot. To loot στο PAD έρχεται με τη μορφή αυγών, τα οποία μπορούμε είτε να εκκολάψουμε για να αποκτήσουμε νέους δράκους είτε να τα ταΐσουμε σε αυτούς που ήδη έχουμε για να τους ενδυναμώσουμε, ενώ υπάρχουν και διάφορα materials, τα οποία μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε για να εξελίξουμε τους δράκους μας.
Η εξέλιξη δεν είναι γραμμική, ο κάθε δράκος έχει το δικό του εξελικτικό δέντρο, δίνοντάς μας έτσι την ικανότητα να επιλέξουμε τη μορφή που ταιριάζει καλύτερα στον δικό μας τρόπο παιξίματος μας και στις ανάγκες της εκάστοτε ομάδας μας.