Assassin’s Creed Black Flag Resynced | Review

Οι Ασσασσίνοι της Καραϊβικής.

Ήταν το 2013 όταν το τότε νεότερο μέλος της σειράς Assassin’s Creed έκανε το ντεμπούτο του σε κονσόλες και ηλεκτρονικούς υπολογιστές, φέρνοντας την ίδια στιγμή αλαλαγμούς ικανοποίησης στην κοινότητα. Η κυκλοφορία του Assassin’s Creed III έναν χρόνο νωρίτερα δοκίμασε τις αντοχές των οπαδών της σειράς, ή τουλάχιστον όλων εκείνων που είχαν βρει νόημα στο να ακολουθούν τα ετήσια ταξίδια του Desmond Miles. Το τέλος του κόσμου ερχόταν, το πεπρωμένο της ανθρωπότητας ήταν σχεδόν όμοιο και απαράλλαχτο με το πεπρωμένο του Πρώτου Πολιτισμού (των Isu, όπως έγιναν γνωστοί αργότερα) και ο Desmond, με την ενασχόλησή του με τους προγόνους του και την απόκτηση των ικανοτήτων του μέσω του bleeding effect, έμελλε να γίνει ο ήρωας που θα έσωζε τον κόσμο.

Και τον έσωσε, αν και στο τέλος πλήρωσε το υπέρτατο τίμημα. Αυτή η άδικη κατάληξη, σε συνδυασμό με έναν από τους πλέον αδιάφορους και μη χαρισματικούς πρωταγωνιστές της σειράς, ήταν αρκετή για να ξεκινήσει μια γκρίνια, η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα για διάφορους λόγους.

Ωστόσο, το Assassin’s Creed III έφερε και μια καινοτομία στο gameplay του – τις ναυμαχίες. Ένα διαφορετικό μεν, αλλά πλήρως ευπρόσδεκτο mode παιχνιδιού, που η Ubisoft έσπευσε να μεγαλώσει και να ενσωματώσει στο νέο κεφάλαιο της σειράς. Το Assassin’s Creed IV: Black Flag ήρθε για να βελτιώσει και να προσφέρει σε αφθονία την καινοτομία του προηγούμενου τίτλου, χρησιμοποιώντας τη Χρυσή Εποχή της Πειρατείας ως το καταλληλότερο ιστορικό υπόβαθρο για να πλαισιώσει τον νέο μηχανισμό gameplay και έναν νέο πρωταγωνιστή που θα προσπαθούσε να κερδίσει τις καρδιές των παικτών.

Έτσι, ο Edward Kenway θα ξεκινούσε ένα ταξίδι στις θάλασσες της Καραϊβικής, από το πλέον ταπεινό ξεκίνημα ως μούτσος σε πειρατικό πλοίο, καταφέρνοντας να προσθέσει στο βιογραφικό του τους τίτλους του καπετάνιου, του Master Pirate (Αρχιπειρατής) αλλά και του Master Assassin (Αρχιασσασσίνος). Όμως, οι ναυμαχίες και τα θαλασσινά ταξίδια αποτέλεσαν μηχανισμούς που η Ubisoft προσπάθησε να χρησιμοποιήσει ξανά και ξανά σε επόμενα παιχνίδια της σειράς, χωρίς ωστόσο να έχουν τον ιδιαίτερο αντίκτυπο που κατάφερε αυτός ο ένας τίτλος.

Και κάπως έτσι, δύο γενιές κονσολών αργότερα, το Assassin’s Creed: Black Flag Resynced έρχεται ξανά στο προσκήνιο, με τη μορφή ενός πλήρους remake του αρχικού παιχνιδιού, το οποίο θα προσπαθήσει να διαφοροποιήσει την αρχική εμπειρία, ενώ παράλληλα θα σεβαστεί απόλυτα το αρχικό υλικό. Πώς, ωστόσο, μπορεί αυτό να επιτευχθεί, χωρίς να αλλοιωθεί η φύση του τίτλου και το αποτύπωμα που άφησε πάνω στην ίδια τη σειρά και την κοινότητα; Πώς μπορεί η πλήρης εμπειρία παιχνιδιού που προσέφερε το Black Flag δεκατρία χρόνια πριν (και που, μεταξύ μας, εξακολουθεί να είναι τόσο ευχάριστο όσο και τότε) να μπορεί να σταθεί σε πιο σύγχρονα δεδομένα;

Καλώς ή κακώς, το Assassin’s Creed: Black Flag ήταν ένας κύκλος που σχεδιάστηκε με γνώμονα την τεχνολογία και τις δυνατότητες δύο γενεών νωρίτερα, κάτι που σημαίνει ότι θα υπάρχουν περιορισμοί μέσα στον πυρήνα του παιχνιδιού. Λοιπόν, 50 και πλέον ώρες παιχνιδιού μετά, μπορούμε να πούμε πως οι περισσότερες ανησυχίες μας αντικρούονται αποτελεσματικά από τους δημιουργούς του Black Flag Resynced. Την ίδια στιγμή, δυστυχώς, δεν καταφέρνουν να προσφέρουν αυτήν την ιδανική εμπειρία που ονειρευόμασταν οι παλιοί θαλασσόλυκοι της σειράς και που θα άξιζε να βιώσουν οι νεοφερμένοι στη σειρά – αυτοί που αποφάσισαν να επισκεφθούν τώρα τη σειρά, αποφεύγοντας τον σκόπελο που ακούει στο όνομα “Assassin’s Creed Shadows“.

Από την αρχή γίνεται εμφανής η προσπάθεια των δημιουργών να διατηρήσουν αυτούσια την αρχική εμπειρία, εμπλουτίζοντάς την παράλληλα με όσο το δυνατόν περισσότερες, ουσιαστικές αλλαγές. Καλό είναι να μην υπάρχει η πεποίθηση πως θα πραγματοποιηθούν κοσμοϊστορικές αλλαγές στην ιστορία του Edward. Από εκείνη την πρώτη ναυμαχία, όπου ο Edward καταλήγει να σφετεριστεί την ταυτότητα του Ασσασσίνου Duncan Walpole και να εισβάλλει (άθελά του μεν, ευθαρσώς δε) στο Συμβούλιο των Ναϊτών της Καραϊβικής, μέχρι την τιμωρία των μεγάλων villains της ιστορίας και την απόφασή του να επιστρέψει στο Λονδίνο, τα γεγονότα κυλούν ακριβώς όπως ενδεχομένως θα θυμούνται οι παλαιότεροι.

Όμως, οι αλλαγές ξεκινούν από εδώ. Βρίσκονται στους διαλόγους, όπου σκέψεις και πράξεις θα αναλυθούν και θα συζητηθούν λίγο περισσότερο. Βρίσκονται στον εμπλουτισμό του σεναρίου, όπου οι δημιουργοί κάνουν εμφανή την προσπάθεια να «φωτίσουν» περισσότερο τον πρωταγωνιστή, κάνοντάς τον πιο προσεκτικό, στοχαστικό, ίσως και ανθρώπινο. Ο Edward Kenway του Black Flag Resynced έχει μεν τα ίδια κίνητρα με τον χαρακτήρα του αρχικού τίτλου, αλλά σκέφτεται διαφορετικά.

Θα δούμε τον Edward να είναι πιο τρυφερός με τη σύζυγό του, την Caroline Scott, η οποία έμεινε πίσω στο Swansea όταν ο Edward ξεκίνησε το ταξίδι στις Δυτικές Ινδίες, κυνηγώντας τις δικές του χίμαιρες. Θα δούμε πως μια απόφαση να σκοτώσει μπορεί να μην είναι τόσο αυθόρμητη όσο στο αρχικό παιχνίδι και πώς φτάνει στο σημείο να εξαντλήσει τα περιθώρια. Και, τέλος, ο Edward του Black Flag Resynced θρηνεί για τις απώλειες συντρόφων και φίλων, με σεβασμό στη μνήμη τους, χωρίς να τις προσπερνά ως κάτι τελεσίδικο. Αυτά είναι από τα πολύ θετικά σημεία του character development του χαρακτήρα, ένα σημείο στο οποίο θεωρούμε ότι το αρχικό παιχνίδι υστερούσε και που χαιρόμαστε να βλέπουμε στο παρόν remake.

Υπάρχουν, επίσης, αλλαγές στον ίδιο τον χάρτη του κόσμου. Η τοποθεσία είναι η ίδια, οι περιοχές ίδιες, οι πόλεις της Καραϊβικής, ακόμα και οι σημαντικές τοποθεσίες που σχετίζονται με την ιστορία του τίτλου. Ωστόσο, οι αλλαγές είναι εξίσου εμφανείς. Σεντούκια, για παράδειγμα, μπορεί να έχουν αφαιρεθεί από την αρχική τους τοποθεσία και να έχουν μεταφερθεί σε σημεία που απαιτούν την επίλυση κάποιου απλού προβλήματος, ή κάπου υποθαλάσσια.

Το νερό και η στεριά στον κόσμο του Black Flag Resynced ενώνονται οργανικά, προσφέροντας στον παίκτη τη δυνατότητα να στρέψει την προσοχή του και υποβρύχια. Δεν υφίστανται οθόνες φόρτωσης κατά τη μετάβαση στις μεγάλες πόλεις από τις θάλασσες και αντίστροφα, κάτι που σημαίνει ότι ο παίκτης δυνητικά θα μπορούσε να εγκαταλείψει το Jackdaw και να πάει…κολυμπώντας από τη μια γωνία του χάρτη στην άλλη. Μιλώντας, μάλιστα, για το κομμάτι της υποθαλάσσιας εξερεύνησης, μπορούμε να πούμε πως η Ubisoft έχει κάνει καταπληκτική δουλειά ως προς την απόδοσή της.

Μια βουτιά, μόνο, είναι αρκετή για να πείσει τον παίκτη όσον αφορά στην ομορφιά των χρωμάτων και την ποιότητα των assets που έχει χρησιμοποιήσει για να αποδώσει όμορφα τον βυθό της θάλασσας, προσφέροντας έτσι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ένα κομμάτι που έλειπε από το αρχικό Black Flag ειδικά, αλλά και από ένα αξιόλογο παιχνίδι με θέμα την πειρατεία γενικά.

Φυσικά, είναι πασίδηλη η ικανότητα της Ubisoft να δημιουργεί και να σχεδιάζει κόσμους, κάτι που μπορούμε με ευκολία να παρατηρήσουμε σε κάθε νέο τίτλο που προσφέρουν τα στούντιό της. Η αναβαθμισμένη έκδοση της Anvil Next που χρησιμοποιήθηκε για να απεικονίσει την Ιαπωνία του Shadows, έναν χάρτη πολύ πιο εκτενή και με πολύ περισσότερες λεπτομέρειες, στο Black Flag Resynced κάνει θαύματα. Θάλασσες, ερημονήσια, ζούγκλες, πόλεις και ψαροχώρια συνθέτουν έναν πανέμορφο κόσμο, ο οποίος είναι πολύ πιο φυσικός και ζωντανός από ποτέ.

Το σύστημα του δυναμικού καιρού που έχει χρησιμοποιήσει η Ubisoft συνεισφέρει ακόμα περισσότερο σε αυτή τη φυσικότητα. Μια ηλιόλουστη μέρα στη θάλασσα, αλλά και στην Αβάνα, μπορεί πολύ εύκολα να καταλήξει σε τροπική καταιγίδα. Πρώτα, ωστόσο, θα έχει μεσολαβήσει η ένταση του ανέμου, η συννεφιά στον ουρανό και μετά τα υπόλοιπα φαινόμενα. Οι NPCs των πόλεων θα αντιδράσουν εξίσου ομαλά, με τον αριθμό τους να λιγοστεύει όταν ξεσπά η καταιγίδα, ή όταν πέσει η νύχτα.

Μια καταιγίδα στη θάλασσα, εκτός από τους συνήθεις ανεμοστρόβιλους, θα συνοδεύεται και από ρίψεις κεραυνών, οι οποίοι μπορούν να προκαλέσουν σημαντική ζημιά στο Jackdaw. Οι κίνδυνοι αυτοί, όσο μεγάλοι και αν είναι, ενισχύουν ακόμα περισσότερο την αίσθηση του ότι, ενώ παίζουμε, είμαστε τμήμα ενός οργανικού κόσμου, κάτι που δεν έχουμε δει σε κανένα άλλο παιχνίδι της σειράς μέχρι και σήμερα και που ευελπιστούμε να ξαναδούμε στο μέλλον της.

Και η Καραϊβική δεν σταματά να μας εκπλήσσει εδώ. Ο χάρτης του αρχικού Black Flag ήταν γεμάτος με σεντούκια θησαυρού, με τον χάρτη να γεμίζει ενοχλητικά εικονίδια, που είτε θα επιλέγαμε να αγνοήσουμε, είτε θα μπαίναμε στη διαδικασία να ενδώσουμε σε ένα ανελέητο κυνήγι συλλογής θησαυρών, έχει αντικατασταθεί από dynamic world events που μας εξέπλησσαν και αυτά ευχάριστα. Ένας άδικος συλλέκτης φόρων, για παράδειγμα, θα ζητήσει από τον σωματοφύλακά του να μας εξοντώσει όταν πάμε να παρέμβουμε στο έργο του, με την αναμενόμενη αποτυχία που θα επακολουθήσει να τον τρέψει σε φυγή και να μας δωροδοκήσει για να του χαρίσουμε τη ζωή όταν τον στριμώξουμε.

Μια γυναίκα, που ουρλιάζει στον άντρα της όταν μέθυσε και βρέθηκε σε ένα δύσβατο σημείο του χάρτη, θα μας βάλει σε υποψίες να τον μιμηθούμε, διαδικασία που θα μας χαρίσει μια ανταμοιβή και ένα achievement. Μια επίσκεψη σε ένα ερημωμένο νησί για να ξεθάψουμε έναν κρυμμένο θησαυρό θα βάλει στον δρόμο μας έναν αποτρελαμένο κληρικό, το κήρυγμα του οποίου μπορεί να δώσει στοιχεία για ένα επιπλέον στοιχείο ανταμοιβής. Αυτά δεν είναι παρά μερικά μόνο παραδείγματα τέτοιων γεγονότων που σμιλεύουν ακόμα πιο προσεκτικά την εικόνα ενός ζωντανού κόσμου, ακόμα και αν έχουμε δει αντίστοιχα συμβάντα σε άλλα παιχνίδια ίδιου και μεγαλύτερου βεληνεκούς και που κανονικά δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσουν με την ύπαρξή τους.

Ωστόσο, από εκεί και πέρα, τα περισσότερα σημεία της ξηράς περιλαμβάνουν μια σειρά σεντουκιών, θαλασσινών τραγουδιών, συλλεκτικών αντικειμένων και ιστοριών, όπως ακριβώς ίσχυε στο αρχικό παιχνίδι της σειράς. Έχουμε, όμως, την αίσθηση πως ο αριθμός τους είναι αυτός που έπρεπε, χωρίς υπερβολές και χωρίς υπερβολικό πέρα-δώθε για τη συλλογή όλων, κάτι που είδαμε να συμβαίνει ανελέητα στα επόμενα παιχνίδια της σειράς και σε ακόμα μεγαλύτερους χάρτες.

Τέλος, όπως είναι φυσικό, ένα remake δεν θα μπορούσε παρά να συνοδεύεται από μια σειρά QoL προσθηκών, αρκετών για να αναβαθμίσουν την εμπειρία του παίκτη. Για παράδειγμα, η δυνατότητα fast travel στο Jackdaw ανά πάσα στιγμή είναι από τις προσθήκες που θεωρήσαμε ότι ήταν απολύτως απαραίτητη, η έλλειψη της οποίας ήταν μάλλον περιοριστική στο αρχικό παιχνίδι. Το σύστημα των trinkets, διακοσμητικών αντικειμένων με ειδικές ικανότητες, επιτρέπει στον παίκτη να εξοπλίσει αντικείμενα με ικανότητες, χωρίς να περιορίζεται από τον εξοπλισμό των σχετικών outfits. Για παράδειγμα, το Mayan Outfit προσφέρει την ικανότητά του σε ένα trinket που έρχεται μαζί με τη στολή, επιτρέποντας στον παίκτη να εξοπλίσει το σχετικό αντικείμενο και να αγνοήσει το outfit.

Το Black Flag Resynced έρχεται επίσης με ένα καλύτερο σύστημα διαχείρισης του στόλου του Kenway (Kenway’s Fleet), έναν κομβικό μηχανισμό που είναι υπεύθυνος για την απόκτηση χρημάτων και υλικών για την ταχύτερη αναβάθμιση του εξοπλισμού του Edward, του Jackdaw και της βάσης του στο νησί Great Inagua. Πλέον, οι αποστολές λαμβάνουν χώρα στην Καραϊβική και όχι στις θάλασσες και τους ωκεανούς του κόσμου.

Επιπλέον, η επιλογή των πλοίων για τις επιχειρήσεις του στόλου, ο έλεγχος της δυσκολίας της εκάστοτε διαδρομής και η επισκευή των πλοίων που έχουν πληγεί από τα πυρά εχθρικών σκαφών είναι πολύ πιο άμεση, χωρίς να απαιτούνται…διαμάντια και άλλα άχρηστα αντικείμενα. Μαζί με αυτόν τον μηχανισμό, αναβαθμισμένο ρόλο αποκτά και η βάση του Edward στο Great Inagua, η οποία λειτουργεί ως μέσο διαχείρισης τόσο του στόλου όσο και της γύρω περιοχής, με τις οικονομικές απολαβές του παίκτη να αυξάνονται όσο περισσότερο επενδύει σε κτίρια της περιοχής, σε συλλογή collectibles για τη βίλα, αλλά και για την πρόσβαση σε περισσότερες ναυτικές αποστολές μέσω του Milo Van der Graaf, μεγαλοεμπόρου που πλέον εμφανίζεται με σάρκα και οστά.

Στα θετικά των QoL προσθηκών, τέλος, θα σημειώσουμε και τα περισσότερα σημεία για fast travel που εμφανίζονται στον χάρτη και απλώς επιτρέπουν στον παίκτη να τα επισκεφθεί αν έχει πλησιάσει αρκετά τα νησιά / σημεία ενδιαφέροντος για να αποκαλύψει το όνομά τους, ανεξάρτητα από το αν έχει κάνει συγχρονισμό στο σημείο σκοπιάς (viewpoint) ή όχι.

Θετική εντύπωση μας έκανε, επίσης, η τροποποίηση στο UI του εξοπλισμού, το οποίο λειτουργεί πολύ πιο εύκολα και άμεσα σε σχέση με το αρχικό παιχνίδι, αν και η αφαίρεση του εργαλείου πρόσβασης στους χάρτες μας αναγκάζει να επισκεφθούμε το Codex menu πιο συχνά απ’ όσο χρειάζεται, είναι από τα σημεία που αμαυρώνουν την εμπειρία μας. Δυστυχώς, υπάρχουν αρκετά από αυτά τα σημεία μέσα στο παιχνίδι, τα οποία θεωρούμε πως έκαναν το Black Flag Resynced να παλινδρομεί ανάμεσα στα θετικά και τα αρνητικά πολύ πιο συχνά απ’ ό,τι θα έπρεπε.

Για αρχή, θα επικεντρωθούμε στην κίνηση και στο parkour. Δεν είναι λίγες οι φορές που η κίνηση του Edward θυμίζει λειτουργία αντιγραφής-επικόλλησης από την αντίστοιχη της Naoe του Assassin’s Creed: Shadows και τις δυσκολίες / ελλείψεις που ίσχυαν σε αυτό το παιχνίδι. Σε ένα παιχνίδι, όπου η αναρρίχηση σε δένδρα δεν λειτουργεί καθόλου, πώς είναι δυνατόν να ισχύσει σε έναν τίτλο όπου αυτή η δυνατότητα λειτουργούσε κομβικά για το gameplay; Ο Edward μπορεί μεν να κυλιέται με γρηγοράδα και ευκολία στο έδαφος για να αποφύγει μια επίθεση, αλλά πολλές φορές θα δυσκολευτεί να ισορροπήσει και να βρει τον δρόμο του πάνω στα δέντρα.

Το Eagle Jump, ο χειρισμός του οποίου δεν μας προκάλεσε ποτέ πρόβλημα, αρκετές φορές θα αποτύχει να κεντράρει στον στόχο του και θα στείλει τον Edward σε άδικο θάνατο. Ακόμα και το Eagle Vision, το οποίο λειτουργούσε άψογα στο αρχικό παιχνίδι, επιτρέποντάς μας να εντοπίσουμε τους στόχους μας και να μαρκάρουμε εχθρούς πολύ πιο εύκολα, τώρα λειτουργεί ακριβώς όπως στο Shadows, κάνοντάς μας να αναρωτιόμαστε γιατί οι δημιουργοί έκαναν αυτή τη λανθασμένη επιλογή. Τέλος, είναι εμφανής η απουσία mocap στα cutscenes του νέου περιεχομένου, με τον Edward να κινείται και να εκφράζεται μάλλον αστεία, με επαναλαμβανόμενα animations, κάτι που έρχεται σε άμεση αντίθεση με την ποιότητα του υλικού από το αρχικό παιχνίδι, το οποίο αποδίδεται άψογα με τη νέα τεχνολογία.

Το ίδιο το σύστημα μάχης είναι επίσης από τους μηχανισμούς που υποφέρουν από τις κατάρες όλων των αδικοχαμένων πειρατών. Αν μιλούσαμε για έναν υπερβολικά εύκολο μηχανισμό μάχης το 2013, που στηριζόταν στη λογική του parry και του takedown, το ίδιο ακριβώς ισχύει και τώρα.

Αυτή τη φορά, μαζί με το parry, προστίθεται και η δυνατότητα εκτέλεσης πολλαπλών χτυπημάτων στον αντίπαλο πριν η επιλογή του takedown εμφανιστεί στην οθόνη. Φυσικά, η Ubisoft επέλεξε να προσθέσει μια σειρά από πρόσθετες κινήσεις για να διευρύνει ελαφρώς το ρεπερτόριο κινήσεων του Edward: τη σάρωση των εχθρών και την κλωτσιά. Ωστόσο, το μόνο που καταφέρνει είναι να προσφέρει κινήσεις που δύσκολα «κλειδώνουν» κατά τη διάρκεια μιας έντονης μάχης, με συχνά dodges από τους αντιπάλους, και σαφώς χωρίς ιδιαίτερο εκτόπισμα.

Καταλήγουμε, λοιπόν, με έναν μηχανισμό μάχης που δεν μπορεί να αποτινάξει τη μετριότητα από πάνω του, μαζί με τη διαπίστωση ότι η Ubisoft το μόνο που κάνει είναι να πειραματίζεται, χωρίς να μπορεί να αποφασίσει τι ακριβώς οφείλει να κάνει για να ικανοποιήσει σε αυτόν τον τομέα. Το Assassin’s Creed: Unity, το παιχνίδι που ακολούθησε το αρχικό Black Flag, έθεσε τις σωστές βάσεις για το σύστημα μάχης και είναι μάλλον λυπηρό πως, 12 χρόνια και 7 τίτλους αργότερα, το Black Flag Resynced δεν μπορεί να προσφέρει το κάτι παραπάνω σε αυτό το κομμάτι του.

Για εμάς, όμως, το μεγαλύτερο αγκάθι του Black Flag Resynced είναι η ιστορία της σύγχρονης εποχής (Modern Story). Το αρχικό παιχνίδι έδειξε προς ποιες ακριβώς αφηγηματικές οδούς είχε βάλει πλώρη η Ubisoft, στην προσπάθειά της να απομακρύνει από τη σειρά όλες τις σεναριακές βάσεις που είχε δημιουργήσει ο Patrice Desilets, ο οποίος και αποτελούσε κόκκινο πανί για την εταιρεία εκείνη την περίοδο. Έκτοτε, έχουμε βιώσει δύο αφηγηματικά reboots, χωρίς να έχουμε ιδέα τι ακριβώς θέλουν να αφηγηθούν οι δημιουργοί των πιο πρόσφατων παιχνιδιών της σειράς. Και αν και είχαμε μια υποψία με το Shadows, με το Black Flag Resynced είμαστε σίγουροι πως η Ubisoft έχει, πλέον, εκτροχιαστεί.

Αν υπάρχουν, μάλιστα, παίκτες που ξεκινούν τη σειρά με τα πλέον πρόσφατα παιχνίδια, είναι σχεδόν βέβαιο πως δεν θα μπορέσουν να κάνουν τη σύνδεση με όλα όσα αναφέρονται στο παιχνίδι. Ένας νέος παίκτης θα αναρωτηθεί για το ρόλο του Sage εντός του παιχνιδιού, για το ρόλο της Abstergo Entertainment και το πώς όλα αυτά συνδέονται στο σήμερα με μια Τεχνητή Νοημοσύνη (Animus Ego) και τον ιό που υπάρχει στο Animus και προσπαθεί να την μπλοκάρει (Eagle).

Και αυτό είναι κρίμα, γιατί η κεντρική ιστορία του παιχνιδιού είναι στιβαρή, καλά δομημένη και, αν δεν καταφέρει να συμπαρασύρει σαν κύμα τον παίκτη, μπορεί σίγουρα να τον κάνει να την παρακολουθήσει χωρίς να τον κουράσει. Ο Matt Ryan, η φωνή του Edward, επιστρέφει για να δώσει ξανά ζωή στον χαρακτήρα του με ακόμα περισσότερη σοβαρότητα και βάθος στην ερμηνεία του, ειδικά σε μερικά από τα κορυφαία cutscenes τόσο των παλιών, όσο και των νέων αποστολών.

Και ενώ οι θετικές βάσεις υπάρχουν, η Ubisoft επιλέγει για ακόμα μια φορά να μην προσφέρει ένα σταθερό αφηγηματικό πλαίσιο που να ενώνει το χθες με το σήμερα, αλλά να μας μεταφέρει σε ένα δυστοπικό μέλλον, με εμάς να μην γνωρίζουμε τι ακριβώς έχει μεσολαβήσει στα περίπου 84 χρόνια από τα γεγονότα του Valhalla. Και ενώ η ιστορία του αρχικού Black Flag έδενε αρμονικά με το gameplay τμήμα της τότε Modern Story, η ιστορία του Black Flag Resynced προσφέρεται απλώς σαν σωσίβιο σε ένα πλοίο που βυθίζεται συνεχώς, χωρίς ελπίδα να διασωθεί.

Θα ήμασταν άδικοι, όμως, αν κλείναμε το παρόν κείμενο μόνο με αρνητικές σκέψεις, ξεχνώντας το πιο σημαντικό κομμάτι του Black Flag Resynced, αυτό που έκανε τη διαφορά και στο αρχικό παιχνίδι – τις ναυμαχίες. Μετά από το Black Flag, το Assassin’s Creed: Rogue, την τεχνολογία πίσω από τις ναυμαχίες στα Origins και Odyssey και -κυρίως- στο Skull and Bones, η Ubisoft φαίνεται ότι έχει κατακτήσει αυτόν τον μηχανισμό και τον προσφέρει ξανά, στην καλύτερη δυνατή εκδοχή του, στο Black Flag Resynced.

Για να είμαστε ειλικρινείς, οι ναυμαχίες στο Black Flag Resynced ήταν και το τμήμα που μας προκαλούσε τον μεγαλύτερο φόβο. Φόβο ότι θα πρέπει να εμπλακούμε ξανά σε δεκάδες ναυμαχίες, συγκεντρώνοντας υλικά και χρήμα για την αναβάθμιση του σκάφους μας, σε σεκάνς αναμέτρησης που γρήγορα θα μας επιφέρουν κόπωση. Ε, λοιπόν, το Black Flag Resynced δεν μας απογοήτευσε καθόλου. Ένα ανανεωμένο UI στο μενού αναβάθμισης του Jackdaw, το οποίο εξηγεί ακριβώς τι κερδίζει ο παίκτης με την αναβάθμιση ενός τμήματος του πλοίου, η προσθήκη πρόσθετων τρόπων επίθεσης και οι νέοι αξιωματικοί, κάθένας με τη δική του ικανότητα, κάνουν την κάθε αναμέτρηση μια μοναδική εμπειρία.

Αποκορύφωμα της εμπειρίας οι αναμετρήσεις μέσα στις καταιγίδες, όπου τα εντυπωσιακά physics των νερών και η ικανοποιητική συμπεριφορά της ΑΙ των πλοίων προσφέρουν μια εντυπωσιακή εμπειρία, αρκετή για να ξεχάσει ο παίκτης τα…ατοπήματα της στεριάς και, κυρίως, για να γίνει ακόμα μεγαλύτερη η απόσταση μεταξύ ενός Assassin’s Creed και ενός καθαρόαιμου πειρατικού τίτλου. Αυτή, άλλωστε, είναι και η γοητεία του αρχικού τίτλου – να προσφέρει μια εμπειρία που θολώνει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους Ασσασσίνους, τους Πειρατές και τους Ναϊτες, κάτι που αποδίδεται και στη σύγχρονη εποχή του.

Όπως και τότε, έτσι και σήμερα, το Black Flag Resynced μαστίζεται από προβλήματα και θέματα που είτε μεταφέρονται από την εποχή του αρχικού τίτλου, είτε προκύπτουν από τις ασυνέπειες και τις λανθασμένες επιλογές της Ubisoft του σήμερα. Στο σύνολό του, ωστόσο, και ανεξάρτητα από το αν κάποιοι θεωρούν πως το Black Flag Resynced είναι ένα γνήσιο Assassin’s Creed ή όχι, το παιχνίδι έχει κληρονομήσει μια πολύ καλή βάση από το παρελθόν και συνεχίζει να χτίζει επάξια πάνω της. Και με ένα καλό παιχνίδι σαν υπόβαθρο, θα ήταν αυτοκτονία για τη Ubisoft να μην προσφέρει μια εξίσου καλή, αν όχι καλύτερη εμπειρία.

Το Black Flag Resynced δεν ήταν το παιχνίδι που ίσως θα θέλαμε να δούμε, που ίσως ονειρευόμασταν ότι θα δούμε. Είναι, ωστόσο, ένα παιχνίδι με εντυπωσιακή τεχνολογία, ευχάριστο gameplay και στιβαρή κεντρική ιστορία – κοντολογίς, ένα παιχνίδι που η Ubisoft θα ήταν καλό να χρησιμοποιήσει ως πρότυπο για τα επόμενα πονήματά της, καθώς συγκεντρώνει τα θετικά που αναζητούν οι παίκτες και τα αρνητικά που πρέπει κάποτε, να διορθωθούν.

Μέχρι τότε, ο Edward θα ολοκληρώσει τον κύκλο του ταξιδιού του για ακόμα μια φορά. Και στο τέλος, με ένα ποτήρι που θα σηκώσει στη μνήμη των συντρόφων που έφυγαν και όλων των στιγμών που δεν θα επιστρέψουν ξανά, θα μας προτρέψει να τον αποχαιρετήσουμε ακόμα μια φορά – μέχρι οι δρόμοι μας να συναντηθούν ξανά, στις θάλασσες του πεπρωμένου και τους ωκεανούς του χρόνου.

Το Assassin’s Creed Black Flag Resynced κυκλοφορεί από τις 9/7/26 για PS5, PC και Xbox Series. Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για το Xbox Series με review code που λάβαμε από τη Ubisoft.

Κώστας Παπαμήτρου
Κώστας Παπαμήτρου

Είναι θερμός οπαδός της Nintendo από παιδί, αν και στην πορεία απόλαυσε πολλές gaming στιγμές από (σχεδόν) όλες τις κονσόλες. Action adventures τρίτου προσώπου (όπως τα Tomb Raider, Prince of Persia και Assassin’s Creed) αλλά και ποιοτικά RTS μπορούν να τον κρατούν απασχολημένο για ώρες, αν δεν βλέπει ταινίες ή σειρές.

Άρθρα: 1125

Υποβολή απάντησης