Duskfade | Review

Όταν η έμπνευση δεν είναι αρκετή.

Στη gaming βιομηχανία έχουμε δει αρκετές φορές δημιουργούς να εμπνέονται από υπάρχοντες τίτλους και να προσπαθούν να δημιουργήσουν το δικό τους παιχνίδι, ακολουθώντας μια παρόμοια φιλοσοφία. Ορισμένες φορές αυτό γίνεται με επιτυχία, όπως στην περίπτωση του Hollow Knight. Άλλες φορές, έχουμε να κάνουμε με πνευματικούς διαδόχους που, παρά τις καλές προθέσεις, δεν καταφέρνουν να αγγίξουν το αποτέλεσμα των τίτλων που αποτέλεσαν την έμπνευσή τους, όπως στην περίπτωση του Eiyuden Chronicle: Hundred Heroes.

Το Duskfade, σύμφωνα με το ισπανικό στούντιο Weird Beluga, εμπνέεται από τους τίτλους της εποχής του PlayStation 2 και, συγκεκριμένα, από τα Kingdom Hearts και Jack and Daxter. Αυτό, εξάλλου, γίνεται αντιληπτό από τα πρώτα λεπτά ενασχόλησης με τον τίτλο, όπου συναντάμε έναν κόσμο ντυμένο στο σκοτάδι και τον πρωταγωνιστή μας, τον Zirian, να καλείται να βοηθήσει την αδελφή του, η οποία είναι παγιδευμένη.

Η ιστορία προσπαθεί να αποδώσει το δράμα και τη συναισθηματική ένταση που συναντάμε στη σειρά Kingdom Hearts. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν καταφέρνει να το πετύχει στον ίδιο βαθμό, κάτι που είναι και αναμενόμενο, αφού μιλάμε για μια μικρότερη παραγωγή. Δεν πρέπει, άλλωστε, να ξεχνάμε πως αυτή είναι και η ταυτότητα του τίτλου: ένα παιχνίδι που θέλει να θυμίζει την εποχή του PS2. Οι ίδιοι οι δημιουργοί το προωθούν ως ένα “3D action platformer”.

Ο τίτλος αποτυπώνει έναν κεντρικό hub-κόσμο, από τον οποίο μπορούμε να μεταβούμε, με τη σειρά που επιθυμούμε, στις τέσσερις διαφορετικές θεματικές ενότητες του παιχνιδιού. Οι δημιουργοί φαίνεται πως γνωρίζουν καλά την Unreal Engine 5, αφού το οπτικό αποτέλεσμα είναι όμορφο και αρκετά προσεγμένο. Αυτό που απουσιάζει, ωστόσο, είναι ένα πραγματικά ιδιαίτερο εικαστικό σχέδιο.

Οι περισσότερες θεματικές ενότητες των κόσμων μοιάζουν να ακολουθούν τη φιλοσοφία της Nintendo, με θεματικές που παραπέμπουν σε φωτιά και νερό, ενώ οι υπόλοιπες θυμίζουν τμήματα από τα Kingdom Hearts. Παράλληλα, η δομή και το game design αυτών των ενοτήτων φέρνουν στο μυαλό τη λογική του Jack and Daxter. Πρόκειται για μικρότερες ενότητες που φιλοξενούν μεσαίας κλίμακας περιοχές, στις οποίες μπορούμε να εξερευνήσουμε τον κόσμο και να συλλέξουμε διάφορα collectibles.

Το παιχνίδι είναι απλοϊκό σχεδόν σε όλο το εύρος του. Στο platforming έχουμε διπλό άλμα, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα στήριξης του χαρακτήρα σε κάθετες επιφάνειες, ώστε να μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε το επόμενο άλμα. Καθώς προχωράμε στην περιπέτεια, ξεκλειδώνουμε ορισμένες αναβαθμίσεις και εργαλεία-gadgets, τα οποία, όμως, δεν ξεχωρίζουν ιδιαίτερα για την εφευρετικότητά τους.

Για παράδειγμα, ο γάντζος μάς βοηθά να πιαστούμε στον αέρα από συγκεκριμένα σημεία, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα να πατήσουμε πάνω σε ράγες και να κινηθούμε σε αυτές. Παράλληλα, τα φτερά μάς επιτρέπουν να αιωρούμαστε και να διανύουμε μεγαλύτερες αποστάσεις. Όλες αυτές οι ικανότητες λειτουργούν ικανοποιητικά και εξυπηρετούν τον σκοπό τους, χωρίς όμως να προσφέρουν κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί σε αντίστοιχους τίτλους.

Σε παρόμοιο απλοϊκό ύφος κινείται και το σύστημα μάχης. Δεν υπάρχουν συνδυασμοί επιθέσεων ή ιδιαίτερες τεχνικές που να προσθέτουν βάθος στις αναμετρήσεις. Αντ’ αυτού, πραγματοποιούμε επίθεση με τη χρήση ενός πλήκτρου και αντιμετωπίζουμε τους αντιπάλους με έναν ιδιαίτερα απλό τρόπο. Η ποικιλία των εχθρών, μάλιστα, είναι μετρήσιμη στην παλάμη του ενός χεριού, γεγονός που περιορίζει ακόμη περισσότερο την αίσθηση ποικιλίας κατά τη διάρκεια της περιπέτειας.

Τα Boss fights, με τη σειρά τους, δεν αποτελούν κάτι το ιδιαίτερο. Η λογική τους βασίζεται κυρίως στην αποφυγή των κινήσεών τους και στην επίθεση όταν υπάρχει το κατάλληλο “άνοιγμα”. Όταν η υγεία του εκάστοτε boss φτάσει σε ένα συγκεκριμένο σημείο, το παιχνίδι μάς παραπέμπει σε κάποιο τμήμα platforming, προκειμένου να συνεχιστεί η μάχη. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια να διαφοροποιηθούν οι αναμετρήσεις, αλλά και πάλι δεν αρκεί για να τις κάνει πραγματικά αξιομνημόνευτες.

Οπότε, από τα παραπάνω προκύπτει πως έχουμε να κάνουμε με έναν αρκετά απλοϊκό platform τίτλο, ο οποίος μπορεί να αποτελέσει μια ιδανική επιλογή για όσους δεν αντέχουν την υψηλή πρόκληση ή απλώς αναζητούν μια πιο χαλαρή εμπειρία. Το Duskfade δεν προσπαθεί να γίνει ιδιαίτερα απαιτητικό και, κατά συνέπεια, η προσέγγισή του μπορεί να λειτουργήσει θετικά για ένα συγκεκριμένο κοινό.

Τέλος, η διάρκεια του τίτλου αγγίζει περίπου τις επτά ώρες. Για κάποιον που θα ασχοληθεί και με τη συλλογή των collectibles, ο χρόνος αυτός μπορεί να αυξηθεί σημαντικά, φτάνοντας ακόμη και τις διπλάσιες ώρες. Τα περισσότερα από αυτά οδηγούν σε εικαστικές παρεμβάσεις και επιπλέον περιεχόμενο, δίνοντας ένα επιπλέον κίνητρο σε όσους θέλουν να εξερευνήσουν κάθε γωνιά των κόσμων του παιχνιδιού.

Ολοκληρώνοντας, το Duskfade σίγουρα δεν είναι ένας ΑΑΑ τίτλος στα επίπεδα του Kingdom Hearts. Είναι, όμως, μια καλή επιλογή για όσους αναζητούν κάτι που παραπέμπει σε μια διαφορετική εποχή του gaming. Η προσπάθεια να αναβιώσει τη λογική των 3D action platformers της εποχής του PlayStation 2 είναι εμφανής και, παρά τις απλοϊκές επιλογές του, το παιχνίδι καταφέρνει να προσφέρει μια ευχάριστη εμπειρία σε όσους γνωρίζουν τι να περιμένουν από αυτό.

Το Duskfade κυκλοφορεί από τις 13/8/26 για PC, PlayStation 5, Nintendo Switch 2 και Xbox Series X/S. Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για το PS5 με review code που λάβαμε από τη Fireshine Games.

Σταύρος Λιναρδάκος
Σταύρος Λιναρδάκος

Το ταξίδι και η πορεία του Σταύρου στα ιαπωνικής προέλευσης βιντεοπαιχνίδια ξεκίνησε το μακρινό 1997, με το Final Fantasy VII. Ωστόσο, αυτή η πορεία δεν περιορίστηκε μόνο στο συγκεκριμένο είδος, αφού οι κλώνοι του, εργάζονται υπερωρίες (με ταχύτητα road runner), ώστε να καλύψουν και άλλες κατηγορίες-genres, της gaming βιομηχανίας.

Άρθρα: 666

Υποβολή απάντησης