
Marvel’s Wolverine | Review
Ανελέητο μακελειό.
Πέρα από ό,τι άλλο αναφέρουμε για το Wolverine, θα πρέπει να δώσουμε τα εύσημα για την παραγωγικότητα της Insomniac, μία ομάδα ανάπτυξης, που δεν απαιτεί πολυετείς κύκλους ανάπτυξης για να παραδώσει ποιοτικά, ΑΑΑ παιχνίδια. Ήδη μετράει τέσσερις τίτλους για το PS5 (OK, ένα εξ αυτών και για το PS4), τη στιγμή που άλλα first party studio μετά βίας έχουν κυκλοφορήσει 1-2 τίτλους ή και κανέναν.
Ας περάσουμε όμως στο προκείμενο. Έχοντας πλέον καταστήσει τα Ratchet & Clank ως εμβόλιμες κυκλοφορίες, η Insomniac φαίνεται να βρήκε την άκρη της και την ευρεία αναγνωρισιμότητα μέσω της Marvel, και δη από τα Spider-Man, τα οποία αποτέλεσαν από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές επιτυχίες για τα first party studios της Sony. Δεν γνωρίζουμε πώς αποφασίστηκε να πάρει σειρά ο Wolverine, αλλά το σίγουρο είναι ότι ορθώς αφήσανε να ξαποστάσει για λίγο ο Spider-Man, προτού έρθει σε σημείο κορεσμού.

Αν και δεν πιστεύουμε ότι ο Wolverine φτάνει το ίδιο επίπεδο δημοτικότητας με τον “φιλικό μας γείτονα”, δεν παύει να αποτελεί μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες φιγούρες της Marvel. Είναι όμως το ίδιο κατάλληλος πρωταγωνιστής για να υποστηρίξει ένα παιχνίδι στημένο επάνω του; Το σίγουρο είναι ότι ο Spider-Man φαινόταν ως ένας χαρακτήρας κομμένος και ραμμένος για ένα action, open-world παιχνίδι, για λόγους που είμαστε σίγουροι ότι το αντιλαμβάνονται όσοι ασχολήθηκαν με τις καλύτερες εκ των τρισδιάστατων εξορμήσεων του υπερήρωα, από το Spider-Man 2 της Treyarch του 2004 μέχρι τα παιχνίδια της Insomniac.
Από την άλλη πλευρά, ο Wolverine δεν φαινόταν να είναι σε θέση να πραγματοποιήσει το πέρασμά του στο gaming με την ίδια ευκολία, έχοντας πρακτικά ως μόνο αξιόλογο δείγμα το X-Men Origins: Wolverine (2009), μία ιδιαίτερη περίπτωση βέβαια λόγω της “τύχης” που είχε η Raven Software στην ανάπτυξή του (ιστορία που έχουμε αναφέρει πολλάκις στα webcasts). Στην προκειμένη περίπτωση, η υψηλή ποιότητα παραγωγής, στην οποία μας έχει συνηθίσει η Insomniac, φαίνεται από την εκρηκτική εισαγωγή. Σε αυτήν, μας τοποθετεί μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της Team X (Mystique και Sabretooth) στην επιχείρηση διάσωσης του “αφεντικού” τους, Nathaniel Essex, ο οποίος έχει απαχθεί από τον Bolivar Trask.

Αποτελεί μία ιδανική εισαγωγική αποστολή για το tutorial του παιχνιδιού, που μεταφέρει από πρώτο χέρι την καταιγιστική δράση, μαθαίνοντάς μας τον χειρισμό κατευθείαν εντός του πεδίου μάχης. Η πρώτη εντύπωση που θα αποκομίσει κανείς είναι ότι η Insomniac δεν κρατήθηκε στο ελάχιστο στο splatter σκέλος.
Οι λεπίδες του Wolverine σκίζουν με ευκολία τους εχθρούς, οι ακρωτηριασμοί δεν έχουν σε τίποτα να ζηλέψουν αυτούς που βλέπαμε στα Ninja Gaiden και το gore θα μπορούσε να βρίσκεται εύκολα σε ένα Mortal Kombat. Αναμφίβολα, είναι ένα στοιχείο που έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με τις περιπτώσεις των Spider-Man, ωστόσο, συνοδεύοντας ιδανικά τις άγριες διαθέσεις του πρωταγωνιστή.

Βέβαια, όταν βρίσκεται εκτός της μάχης, ο -κατά κόσμον- Logan αποτελεί μία πιο προσιτή προσωπικότητα, όσο κι αν θέλει να δείχνει λακωνικός και δύστροπος. Ο Liam McIntyre – ο ηθοποιός που χαρίζει τη φωνή του αλλά και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του – μεταφέρει επαγγελματικά την προσωπικότητα του Logan, τόσο στις πιο ήρεμες στιγμές του όσο και στις περιπτώσεις που η οργή του πιάνει κόκκινο.
Καταφέρνει μάλιστα, συχνά-πυκνά, να αποδίδει διάφορους μορφασμούς (μέσω motion capture προφανώς), που σχηματίζουν μία αμυδρά ζωώδη υπόσταση στον χαρακτήρα, αποφεύγοντας όμως υπερβολές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην εντύπωση μίας καρικατούρας. Ο Logan δημιουργεί την εικόνα ενός ανθρώπου που έχει περάσει εξαιρετικά δύσκολες στιγμές και έχει βιώσει τόσο πόνο, που πλέον απλά είναι μουδιασμένος απέναντι σε αυτόν.

Είναι κάτι που άλλωστε το αποτυπώνουν έμπρακτα οι ποικίλες cutscenes (πέραν δηλαδή από τα χτυπήματα εντός του gameplay) όπου δεν είναι λίγες οι φορές που θα τον δούμε να δέχεται ισχυρά πλήγματα που θα οδηγούσαν σε ακαριαίο θάνατο οποιονδήποτε κοινό θνητό. Αντιθέτως, ο Logan απλά τα προσπερνάει με στωικότητα, αφού πλέον ο πόνος απλά περνάει από πάνω του σαν να είναι ένα απλό γδάρσιμο.
Όταν οι καταστάσεις το προστάζουν και ιδίως όταν έρχεται στα όριά του, κυρίως μέσω καταστάσεων που βάλλουν έντονα την ψυχική του κατάσταση, ο Wolverine σχεδόν μετατρέπεται σε ένα αιμοδιψές αγρίμι. Αυτές οι περιπτώσεις ευτυχώς είναι αρκετά συγκρατημένες, ώστε να μην χάνουν την έντασή τους όταν δηλώνουν το παρόν.

Τον εκρηκτικό χαρακτήρα του Logan πλαισιώνει ιδανικά η Jean Grey, μία δυναμική χαρακτήρας που θα εμφανιστεί στις αρχές της περιπέτειας και θα βρίσκεται συχνά στο πλευρό του. Η συναισθηματική σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ τους πραγματοποιείται οργανικά, πλέκοντας ένα όμορφο δέσιμο, δίχως ποτέ να περνάει σε μελοδραματικά ή υπέρ του δέοντος ρομαντικά μονοπάτια. Αυτή η σχέση αποτελεί και το πιο ενδιαφέρον σκέλος της ιστορίας, καθώς τα υπόλοιπα κομμάτια της πλοκής καταφεύγουν σε κοινότυπα μονοπάτια.
Ακόμα και αν κάποιος δεν έχει ιδιαίτερη επαφή με τα ονόματα των χαρακτήρων, δύσκολα δεν θα αντιληφθεί την εξέλιξη της ιστορίας αναφορικά με την ταυτότητα του κεντρικού villain. Παρόλο που βρισκόμαστε σε μία περίοδο όπου οι X-Men ακόμα δεν έχουν συνταχθεί σαν ομάδα, το σενάριο και πάλι καταπιάνεται με το θέμα των μεταλλαγμένων – όπως ήταν αναμενόμενο – αφού η πλοκή περιστρέφεται γύρω από το θέμα της (μη) αποδοχής των μεταλλαγμένων από τους υπόλοιπους ανθρώπους.

Το θέμα του κοινωνικού ρατσισμού, όπως και στη γενικότερη φιλοσοφία των X-Men, έτσι και εδώ βρίσκεται στο επίκεντρο, εντούτοις, δεν θα πρέπει να περιμένει κανείς κάποια βαθιά ανάλυση του θέματος, καθώς αυτό παραμένει σε εντελώς επιδερμικά επίπεδα. Προφανώς δεν είχαμε απαίτηση για κάτι διαφορετικό, αλλά και τα υπόλοιπα σεναριακά κομμάτια δεν προσφέρουν κάτι το αξιομνημόνευτο, πλην της προαναφερθείσας ωραίας σχέσης μεταξύ των δύο βασικών χαρακτήρων.
Το επίκεντρο της ιστορίας αφορά στο κυνήγι του βασικού villain και την αποτροπή του βασικού στόχου του που, προς αποφυγήν spoilers, θα πούμε απλά ότι είναι εφάμιλλος του “θέλω να κατακτήσω τον κόσμο”. Να σημειώσουμε ωστόσο ότι οι ηθοποιοί κάνουν πάρα πολύ καλή δουλειά στους διαλόγους χάρη στις φυσικές ερμηνείες φίλιων και εχθρικών χαρακτήρων.

Και αν σας φαίνεται περίεργο που καταναλώσαμε τόσες αράδες για το θέμα των χαρακτήρων και του σεναρίου, αυτό έγινε γιατί η αφήγηση καταλαμβάνει ένα σεβαστό κομμάτι της εμπειρίας. Εξυπακούεται ότι είναι ευπρόσδεκτο να υπάρχουν διαλείμματα ανάμεσα από την καταιγιστική δράση, αλλά μερικές φορές τα σκέλη της νηνεμίας φτάνουν σε σημείο να πλατειάζουν. Παρόλα αυτά, δεν θα πρέπει να υπάρχει ανησυχία για τον καθαρό χρόνο του gameplay, καθώς στις – περίπου – 16 ώρες διάρκειας της περιπέτειας, το μακελειό που ακολουθεί την πορεία του Wolverine είναι κάτι παραπάνω από χορταστικό.
Στο θέμα της δράσης η Insomniac πήρε την πολύ ορθή απόφαση να αφήσει πίσω τα open world κατατόπια των Spider-Man, προς όφελος μίας γραμμικής περιπέτειας με αυστηρά “σωληνωτή” δομή. Αυτή η προσέγγιση ταιριάζει γάντι στο παιχνίδι, επιτρέποντας τις συνεχείς αλλαγές στα περιβάλλοντα μέσα από τα ταξίδια του Wolverine σε διαφορετικές περιοχές και χώρες. Αν και το platforming είναι υποτυπώδες, παρότι ελαφρώς διασκεδαστικό στις μικρές δόσεις που υπάρχει, αυτή η εναλλαγή στα σκηνικά βοηθάει στα μέγιστα στην ποικιλία των “αρένων” όπου εκτυλίσσονται οι συγκρούσεις.

Η ίδια η μάχη ακολουθεί ένα πολύ απλό σύστημα χειρισμού, που θα μπορούσε να παραλληλιστεί με αυτό ενός πλήρως εκμοντερνισμένου brawler. Οι συνήθεις ύποπτοι, στο θέμα του χειρισμού, δηλώνουν το παρόν, όπως τα απλά combos γρήγορων επιθέσεων που μπορούν να καταλήξουν σε μία ισχυρή. Η κλωτσιά, με το εκτενές πάτημα του τετραγώνου, είναι περισσότερο απολαυστική από ό,τι μάλλον θα περίμενε κανείς, δίνοντάς μας πολλές ευκαιρίες να εκτινάξουμε τους αντιπάλους στον τριγύρω χώρο, με βλαβερές συνέπειες για τους ίδιους.
Επιπλέον, με το πάτημα του τριγώνου ο Wolverine μπορεί να εκτοξεύεται πάνω στους εχθρούς που βρίσκονται σε απόσταση, μέσα από έναν απολαυστικό και “κτηνώδη” (αν μας επιτρέπετε) ελιγμό με παρατεταμένες τις λεπίδες. Το συγκρατημένο skill tree προσθέτει ορισμένες εξτρά κινήσεις που λειτουργούν με cool downs, οι οποίες όμως, με 1-2 εξαιρέσεις, κυρίως υπάρχουν για το “φαντεζί” του θέματος και λιγότερο επειδή προσφέρουν ουσιαστικές τακτικές επιλογές.

Το σύστημα μάχης ολοκληρώνεται με τα συνήθη dodges και parries, τα οποία έχουν ιδανικό χρονισμό, με τη συχνή τους χρήση να δίνει μία απαραίτητη ικμάδα βάθους στο θέμα της άμυνας. Μην σας προβληματίζει το τελευταίο ωστόσο, αφού ο Wolverine βρίσκεται πάντοτε στην επίθεση και στη διαρκή κινητικότητα, αλλά κάπου κάπου πρέπει να αποφεύγει ορισμένα katanas ή σκάγια.
Όπως είπαμε και νωρίτερα, η splatter φύση της μάχης μεταφέρει ιδανικά τη βίαιη φύση του Wolverine και τη χρήση των εμβληματικών λεπίδων του. Όταν όλα τα τμήματα της δράσης κάνουν… “κλικ”, μπορεί να επιτευχθεί μία αιματηρά ωμή χορογραφία μεταξύ αποφυγών, αλλεπάλληλων αποκρούσεων, finishing moves και άκρων που πετιούνται δεξιά, αριστερά.

Το σίγουρο είναι ότι μέσα από την απλότητά του, το σύστημα μάχης χαρίζει ανόθευτη διασκέδαση έστω σε μικρές δόσεις ενασχόλησης. Το τελευταίο το αναφέρουμε γιατί το μεγαλύτερο ατόπημα του παιχνιδιού έρχεται στην ελλιπή ποικιλία εχθρών και την ακόμα μικρότερη ποικιλία από bosses, κάτι που, ιδίως σε μεγάλα sessions, οδηγεί στην κόπωση.
Δεν βοηθάει ότι το ρεπερτόριο του Wolverine έχει ελάχιστη εξέλιξη, ενώ και από τη φύση του ίδιου του ήρωα, ο οπλισμός του αρχίζει και τελειώνει με τις λεπίδες του. Ένας οπλισμός που εννοείται είναι επιβλητικός και εμβληματικός αλλά δεν παύει να χάνει την αίγλη του έπειτα από ώρες επανάληψης των λιγοστών combos, με τα finishing animations και τους ακρωτηριασμούς να μην μπορούν από μόνα τους να διατηρούν αμείωτο τον αρχικό ενθουσιασμό.

Ένα στοιχείο που θα βοηθούσε, πέραν από την ύπαρξη περισσότερων εχθρών (και ίσως εχθρών που να περνούσαν περισσότερο προς τα χνάρια των μεταλλαγμένων και όχι να αποτελούν απλούς μισθοφόρους), θα ήταν τα περισσότερα boss fights. Το παιχνίδι μετράει μετά βίας πέντε κανονικά boss fights, τα οποία είναι πολύ λίγα για το μέγεθος του παιχνιδιού. Παρόλα αυτά, οδηγούν σε ωραίες συγκρούσεις (αν και με λίγο μεγαλύτερη μπάρα ενέργειας από ό,τι θα έπρεπε), γεμάτες ένταση και νεύρο, χωρίς ποτέ να εποφθαλμιούν να πάνε σε soulslike επίπεδα πρόκλησης (κάτι που γενικότερα δεν είναι ο στόχος του παιχνιδιού και ούτε θα έπρεπε εννοείται).
Παρά το θέμα της επανάληψης, τουλάχιστον ο γράφων οφείλει να αναφέρει ότι μετά από μεγάλα διαλείμματα, πολύ ευχαρίστως έπιανε εκ νέου το gamepad για να προχωρήσει στην εντελώς εύπεπτη μάχη. Εκεί που σίγουρα η Insomniac τα πάει εξαιρετικά είναι στον οπτικό τομέα, επαναφέροντας την ποιοτικότατη δουλειά που είχε πετύχει στα Spider-Man, εκτείνοντάς την εδώ σε μία πολύ εκτενέστερη ποικιλία διαφορετικών περιοχών.

Από τον Καναδά, μέχρι την Ιαπωνία (και ορισμένες ακόμα στάσεις), τα περιβάλλοντα (από χιονισμένα βουνά, μέχρι αστικούς ιστούς και κλασικούς εργοστασιακούς χώρους) αποτυπώνονται λεπτομερώς και με αρκετή αλληλεπίδραση ώστε να αποδίδεται επιτυχώς ο χαμός που προκαλεί ο Wolverine. Ιδίως ορισμένα set pieces, όπως το κυνηγητό με τη μηχανή, μεταφέρονται εντυπωσιακά, αν και είναι αρκετά λίγα σε αριθμό ώστε να “σπάσουν” επαρκώς τις τυπικές αρένες όπου συνήθως βρισκόμαστε.
Τέλος, η ικανότητα του Wolverine να γιατρεύει σε δευτερόλεπτα τα τραύματά του, σημαίνει ότι είναι από τα ελάχιστα παιχνίδια όπου τα χτυπήματα που δέχεται είναι κάτι φυσικό και όχι ένας gaming μηχανισμός (“gaming armor”, αν θέλετε). Το αποτέλεσμα είναι να βλέπουμε απτά και λεπτομερώς τις σφαίρες και τα χτυπήματα από τις λεπίδες που έχει δεχθεί, με την κάθε λογής ενδυμασία του (πάνω από 20 διαφορετικές στολές) να διαλύεται με αληθοφάνεια.

Εν κατακλείδι, το Wolverine μπορεί να προσφέρει διασκέδαση σε σχετικά μικρά διαστήματα ενασχόλησης, σε μία εμπειρία που γενικά δυσκολεύεται να αποφύγει την αίσθηση της στασιμότητας. Αναμφίβολα βρίσκεται σε ΑΑΑ επίπεδα παραγωγής, όπως μαρτυρά το σύνολο του οπτικοακουστικού τομέα, όμως, κάπου φαίνεται να περιορίζεται από το εύρος των ικανοτήτων του Wolverine, οι οποίες μπορεί να εξιτάρουν σε ένα κόμικ ή μία ταινία αλλά στα πλαίσια ενός παιχνιδιού είναι μάλλον περιορισμένες.
Δεν θεωρούμε ότι μπορεί να φτάσει το αποτύπωμα των Spider-Man, στη συγκεκριμένη θεματολογία παιχνιδιών, αλλά τουλάχιστον η “ακομπλεξάριστη” προσήλωση στην mature προσέγγιση – έναντι της PG-13 – δείχνει τα… δόντια της (και τις λεπίδες της).
Το Marvel’s Wolverine κυκλοφορεί από τις 15/9/26 για το PS5. Το review μας βασίστηκε σε review code που λάβαμε από το PlayStation Greece.