
Jak and Daxter: The Lost Frontier
Καταφέρνει το "αποπαίδι" της High Impact να σταθεί δίπλα στην πρώτη, επική τριλογία;

Καταφέρνει το “αποπαίδι” της High Impact να σταθεί δίπλα στην πρώτη, επική τριλογία;
Θα μπορούσαμε να πούμε πως η πορεία του νέου Jak & Daxter προς τα ράφια των καταστημάτων, ήταν ιδιαίτερα ταραχώδης. Αρχικά, οι πρώτες πληροφορίες μιλούσαν απλά για ένα νέο τίτλο, δίχως να αναφέρουν ποιος κρυβόταν πίσω από αυτόν, ή για ποια συστήματα θα γίνει διαθέσιμο. Με τη Naughty Dog να έχει κάνει…θαύματα στο PlayStation 3, οι ελπίδες για μία next-gen περιπέτεια του αξέχαστου ντουέτου, ήταν πολλές. Ή τουλάχιστον, έτσι ήθελαν να πιστεύουν οι φίλοι της σειράς. Η φετινή πρωταπριλιά όμως, φαίνεται πως επιφύλασσε εκπλήξεις, και μάλιστα δυσάρεστες, για αυτούς που περίμεναν τη μετάβαση του franchise στο PlayStation 3.
Η High Impact Games, αδελφική εταιρία των Naughty Dog και Insomniac, αποτελούμενη από πρώην μέλη των τελευταίων, επέλεξε τη 1η Απριλίου του 2009 για να αποκαλύψει πως το πολυσυζητημένο The Lost Frontier, θα κατέφθανε το -τότε- ερχόμενο φθινόπωρο, όχι για το PlayStation 3, αλλά για το PlayStation Portable και το PlayStation 2.
Οι αρχικές αντιδράσεις ήταν αρνητικές, όχι μονάχα επειδή το παιχνίδι προοριζόταν για τα συγκεκριμένα συστήματα, αλλά κυρίως λόγω της High Impact Games, αφού πολλοί οπαδοί ανέμεναν ένα πραγματικό sequel διά χειρός Naughty Dog. Το ιστορικό της συγκεκριμένης εταιρείας όμως, και πιο συγκεκριμένα το ιδιαίτερα ποιοτικό Ratchet & Clank: Size Matters, έκαναν πολλούς να δουν θετικά το όλο εγχείρημα, μιας και τουλάχιστον θα τους δινόταν η ευκαιρία να απολαύσουν μία νέα περιπέτεια του αγαπημένου τους ντουέτου, που έγραψε platforming ιστορία στο PlayStation 2. Το Jak & Daxter: The Lost Frontier βρίσκεται πλέον μέρες μακριά από την κυκλοφορία του κι εμείς, μετά από την ενασχόληση μας με τη PlayStation 2 έκδοση, μπορούμε να πούμε πως το παιχνίδι δεν απογοητεύει…πολύ.
Kids, you’re back! Το σενάριο
To παιχνίδι ξεκινά κάπως απότομα, αφού βρίσκει τους ήρωες μας, μαζί με τo πάλαι πότε flirt του Jak, Keira, να ταξιδεύουν στην άκρη του κόσμου, κοντά στο Brink. Εκεί, πέφτουν θύμα επίθεσης από πειρατές των αιθέρων, και αναγκάζονται να προσγειωθούν απότομα, κυριολεκτικά μέτρα από το τέλος του γνωστού κόσμου. Ο λόγος που οι τρεις φίλοι μας ταξιδεύουν τόσο μακριά από το σπίτι τους, είναι η έλλειψη Eco που απειλεί τη συνέχιση της ζωής στο σύμπαν. Εξαιτίας της έλλειψης αυτής, ο Jak, για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια, δεν είναι σε θέση να πάρει τη σκοτεινή μορφή του, κάτι που σημαίνει πως επιστρέφουμε στο καλό, παλιό gameplay του The Precursor Legacy. Μιας και δεν θέλουμε να αποκαλύψουμε περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το σενάριο του παιχνιδιού, απλά θα αναφέρουμε πως οι ήρωες μας θα βρεθούν να συνεργάζονται με μία ομάδα πειρατών, στην αναζήτηση του υπαίτιου για την εξαφάνιση του Eco.
Platforming, πτήσεις και…επαναλάβετε: Το gameplay
Το gameplay του Lost Frontier περιστρέφεται γύρω από τρεις άξονες. Το παραδοσιακό platforming που αγαπήσαμε στο πρώτο παιχνίδι της σειράς, τις πτήσεις και τις αερομαχίες που συνεπάγονται, και τα τμήματα που ελέγχουμε τον Daxter -ή κάτι που μοιάζει στον Daxter, για να είμαστε ακριβείς. Όταν είμαστε πεζοί, τα όπλα αναλαμβάνουν δευτερεύοντα ρόλο, χωρίς αυτό να σημαίνει πως το οπλοστάσιο μας δεν είναι ικανοποιητικό. O Jak, αντί για ένα εκτεταμένο οπλοστάσιο, αυτή τη φορά έχει στην κατοχή του ένα ιδιόμορφο ραβδί, στο οποίο μπορεί να προσαρμόσει ειδικά εξαρτήματα όπλων που βρίσκει στην πορεία. Η χρήση τους είναι γνώριμη, αφού παρόλο που δεν είναι όπλα καθ’ αυτά, το “shotgun” εξάρτημα θυμίζει αυτό του Jak II, και ούτω καθ’ εξής.
Εκεί όμως που τα πράγματα αλλάζουν ευχάριστα, είναι στις νέες ικανότητες του Jak, οι οποίες ισοσταθμίζουν την απουσία της σκοτεινής μορφής του. Μέσω ειδικών Orbs, αποκτούμε εντυπωσιακές ικανότητες, που επεκτείνονται από την εκμετάλλευση του γύρω περιβάλλοντος, μέχρι το σταμάτημα του χρόνου ή την απελευθέρωση ενέργειας που έχει εκρηκτικές ιδιότητες. Ενώ στη πράξη φαντάζει απλό, οι νέες αυτές δυνάμεις έχουν ενσωματωθεί φανταστικά στο ήδη γνώριμο gameplay, προσδίδοντάς του έναν αέρα φρεσκάδας, χωρίς να αλλοιώνει την ταυτότητα του.
Ένα πολύ μεγάλο τμήμα του παιχνιδιού αναλώνεται στις πτήσεις και στις αερομαχίες. Να αναφέρουμε πως σε αντίθεση με τα Jak II και Jak 3, τα μόνα μέσα μεταφοράς εδώ είναι τα αεροσκάφη, τα οποία χρησιμεύουν για τη μετάβαση μας από περιοχή σε περιοχή, και όχι για μετακίνηση μέσα στις πόλεις που θα επισκεφθούμε. Ενώ αρχικά ο χειρισμός ξενίζει και το gameplay φαντάζει βαρετό, όσο το παιχνίδι εξελίσσεται και οι μάχες αποκτούν μεγάλες διαστάσεις, τα πράγματα καλυτερεύουν. Σε αυτό βοηθά και το υπερπλήρες μοντέλο αναβάθμισης των πλοίων που έχουμε στην κατοχή μας, το οποίο μας επιτρέπει να αναβαθμίσουμε το οπλοστάσιο, την ταχύτητα και την άμυνα του σκάφους μας.
Ο χειρισμός μέσω του αριστερού μοχλού κατεύθυνσης απαιτεί λίγη εξοικείωση, ενώ οι μανούβρες αποφυγής που μπορούμε να κάνουμε με το D-pad, αποδεικνύονται ιδιαίτερα χρήσιμες. Θετική και ευφάνταστη είναι η δυνατότητα να εκτοξεύσουμε τον Daxter στα αντίπαλα πλοία, όπου θα εισαχθούμε σε ένα διασκεδαστικό minigame, στο οποίο ο Daxter “γδέρνει” το αντίπαλο σκάφος από τα οπλικά του συστήματα, ή προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε ζωτικά σημεία του.
{PAGE_BREAK}
Αξίζει να αναφέρουμε πως το παιχνίδι κάνει εσκεμμένη χρήση quicktime events (QTE), αλλά με έναν διαφορετικό, πιο διαδραστικό τρόπο. Όταν, παραδείγματος χάρη, ο Daxter πηδάει σε ένα αντίπαλο σκάφος, καλούμαστε να πατήσουμε μία σειρά πλήκτρων, ώστε να φέρουμε εις πέρας το minigame. Το ίδιο ισχύει και όταν θέλουμε να κάνουμε χρήση ενός μηχανήματος, ή να ανοίξουμε μία προστατευμένη από κεντρική μονάδα πόρτα. Αντί, λοιπόν, απλά να πατάμε πλήκτρα, το παιχνίδι περιέχει πιο interactive QTEs, που περιλαμβάνουν χρήση του αναλογικού μοχλού -λόγου χάρη. Το τί πρέπει να πατήσουμε προβάλλεται με μεγάλα εικονίδια στην οθόνη, κάνοντάς το σχεδόν αδύνατο να αποτύχουμε. Ενώ ο Jak, όπως προαναφέραμε- δεν είναι σε θέση να μεταμορφωθεί στο σκοτεινό alter ego του, ο Daxter, κρύβει έναν άσο στο μανίκι του.
Σε μία άτυχη στιγμή, θα έρθει σε επαφή με μία μεγάλη δόση Dark Eco, που θα τον μεταλλάξει σε ένα υπερμέγεθες, τριχωτό πλάσμα, που κρύβει λίγο από Taz μέσα του. Ο “σκοτεινός Daxter” είναι σε θέση να πετά σκοτεινή ενέργεια από το στόμα του, να χτυπά εχθρούς με δυνατές melee επιθέσεις, και να στριφογυρίζει με απίστευτες ταχύτητες, κοντράροντας έτσι τη χαρακτηριστική κίνηση του Taz, της Looney Tunes οικογένειας. Τα τμήματα αυτά, εκτός του ότι μοιάζουν εκτός τόπου και χρόνου, είναι υπερβολικά απλά, και φαντάζουν περισσότερο ως επέκταση της συνολικής διάρκειας του παιχνιδιού, παρά ως ουσιαστική προσθήκη στη gameplay εμπειρία. Παρόλα αυτά, τα τμήματα όπου ελέγχουμε τον Daxter είναι λίγα σε αριθμό, και μπορούν να αντιμετωπιστούν ως ένα διάλειμμα από το κεντρικό gameplay.
O οπτικοακουστικός τομέας
Πριν αναλύσουμε τα του τεχνικού τομέα, να αναφέρουμε το εξής: Το PSP και τα platform παιχνίδια δεν είναι και οι καλύτεροι φίλοι. Κύριος αίτιος για τη σχέση τους αυτή, είναι η έλλειψη δεύτερου αναλογικού μοχλού, που συνήθως χρησιμεύει για την περιστροφή της κάμερας. Τώρα θα αναρωτιέστε γιατί μιλάμε για το PSP, τη στιγμή που το κείμενο αφορά την PlayStation 2 έκδοση. Ο λόγος είναι ότι το παιχνίδι αναπτύχθηκε με βάση το PSP και έπειτα μπήκε στη διαδικασία porting για το PS2. Το αποτέλεσμα είναι ένα σχετικά όμορφο παιχνίδι, που όμως έχει κάποια προβλήματα με την κάμερα. Η δυνατότητα να ελέγχουμε τη θέση της κάμερας έχει προστεθεί, αλλά όχι σε όλους τους άξονες.
Έτσι, πολλές φορές η κάμερα δυσκολεύει την προσπάθεια μας να πετύχουμε έναν εχθρό, ή να φέρουμε εις πέρας ένα επικίνδυνο άλμα. Παρεμπιπτόντως, η απουσία οποιουδήποτε lock-on συστήματος κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα. Ο οπτικός τομέας, για τα δεδομένα του PSP, είναι ικανοποιητικότατος. Για αυτά του PS2, όμως, όχι και τόσο. Παρόλα αυτά, τα μοντέλα των χαρακτήρων είναι όμορφα σχεδιασμένα, με τα cut-scenes άλλοτε να είναι pre-rendered και άλλοτε προερχόμενα από τη μηχανή γραφικών του παιχνιδιού.
{VIDEO_1}
Να αναφέρουμε εδώ πως η εμφάνιση του Jak έχει αλλάξει ελαφρώς, αφού πλέον η κόμη του θυμίζει πιο πολύ εποχές Jak 3, ενώ το πρόσωπο του εποχές Precursor Legacy. Η Keira δεν θυμίζει σε τίποτα αυτή του Jak II, ενώ ο Daxter έχει μείνει ίδιος και απαράλλαχτος. Οι περιοχές που θα επισκεφθούμε, αν και δεν βρίθουν λεπτομέρειας, είναι με προσοχή σχεδιασμένες, κάτι που ισχύει και για τα εφέ εκρήξεων και όπλων.
Το frame rate έμεινε σταθερό καθ’ όλη τη διάρκεια ενασχόλησης μας με το τίτλο, με την ολοκλήρωση της ιστορίας να αγγίζει τις 7 με 9 ώρες, ανάλογα με το επίπεδο εξοικείωσης του παίκτη με τη σειρά (ο γράφων χρειάστηκε 6 ώρες και 27 λεπτά). Το voice-over είναι για άλλη μία φορά ποιοτικότατο, με τους διάλογους να είναι όμως πιο απλοϊκοί σε περιεχόμενο, σχεδόν λακωνικοί θα λέγαμε. Μόνο ο Daxter καταφέρνει να μας κάνει να χαμογελάσουμε, με τις ατάκες του να είναι πάντα εύστοχες και διασκεδαστικές. Μεγάλο μείον αποτελεί η απουσία του Mike Erwin ως Jak, ο οποίος, αν δεν κάνουμε λάθος, δεν εντοπίζεται στο cast των ηθοποιών. Παρόλα αυτά, μόνο οι μυημένοι στη σειρά θα καταλάβουν τη διαφορά στη φωνή του Jak.
Συμπεράσματα
Το πρόβλημα με το The Lost Frontier δεν εντοπίζεται στο ίδιο το παιχνίδι, αλλά στο παρελθόν της σειράς. Μετά από μία τριλογία που λάτρεψαν εκατομμύρια παίκτες ανά την υφήλιο, η High Impact Games ανέλαβε να κατευνάσει τη δίψα τους, προσφέροντας τους ένα καλό παιχνίδι, που όμως δεν στέκεται επάξια δίπλα στους τίτλους της Naughty Dog. Ως αποτέλεσμα, έχουμε ένα ποιοτικό τίτλο, που πλην της προβληματικής κάμερας, δεν έχει κάποιο χτυπητό μειονέκτημα. Το πρόβλημα εντοπίζεται στον πυρήνα του παιχνιδιού, που ενώ θα ευχαριστήσει τους φίλους της σειράς, θα φανεί αδιάφορος στο μέσο παίκτη. Οι εραστές της πολυαγαπημένης σειράς επιβάλλεται να το δοκιμάσουν. Απλά, θα πρέπει να κρατάμε στην άκρη του μυαλού μας, πως έχουμε να κάνουμε με έναν -εν μέρει- spin-off τίτλο και όχι με ένα αυθεντικό συνεχιστή της σειράς.
Δημήτρης Μπάνος