The End of the Sun | Review

Αυτό που λέμε “δεν είδα ήλιο”.

Στην αρχή του The End of Sun, το πρώτο πράγμα που μας καλωσορίζει είναι ένα μικρό κειμενάκι από τους δημιουργούς, το οποίο αναφέρει ότι το πόνημά τους δημιουργήθηκε από μια μικρή ομάδα ανθρώπων με περιορισμένους πόρους αλλά με αγάπη και αφοσίωση σε αυτό. Παρά το γεγονός ότι ειδικά το τελευταίο κομμάτι της δήλωσης μοιάζει κάπως τετριμμένο και κοινότοπο, παίζοντας κανείς το The End of Sun μπορεί να το αντιληφθεί.

Μπορεί να διαισθανθεί τη δουλειά που έχει ρίξει η ομάδα ανάπτυξης στο να δημιουργήσει κάτι, ακόμα και με πεπερασμένες δυνάμεις, το οποίο να είναι αξιοπρεπές και να έχει βάθος. Το πόσο καλά το κατάφερε, όμως, και πόσο αντίκρισμα έχει τελικά ο κόπος της στο τελικό αποτέλεσμα του παιχνιδιού είναι κάτι που μένει να φανεί.

Όπως, λοιπόν, μπορεί να καταλάβει κανείς από τα συμφραζόμενα, το The End of Sun πρόκειται για ενα indie game. Ενα indie game πρώτου προσώπου που βαδίζει σε μονοπάτια walking simulator, συνδυάζοντας στοιχεία puzzle solving με exploration και αντλώντας έμπνευση από τη σλαβική μυθολογία. Συγκεκριμένα, ο παίκτης λαμβάνει τον ρόλο του Ashter, ενός μάγου της φωτιάς, ο οποίος στην αναζήτησή του για ένα μυθικό πλάσμα φτιαγμένο από φωτιά και με τη μορφή πτηνού, θα οδηγηθεί σε ένα εγκαταλελειμμένο χωριό, άμεσα συνδεδεμένο με το εν λόγω ον. Ταξιδεύοντας πίσω στον χρόνο, θα ανακαλύψει στοιχεία για αυτό καθώς και για την ιστορία που συνοδεύει το χωριό.

Βασικός στόχος του παιχνιδιού αποτελεί η συλλογή των fire feathers, φτερών που έχει αφήσει πίσω του το μυθικό πτηνό και τα οποία, όταν φτάσουν σε έναν επαρκή αριθμό, θα μας επιτρέψουν να έρθουμε σε επαφή μαζί του. Για τη συλλογή των παραπάνω, ο Ashter θα πρέπει να “συνδεθεί” με τα διάφορα bonfires που υπάρχουν διάσπαρτα στον κόσμο του The End of Sun και να ανασυστήσει τα γεγονότα του παρελθόντος.

Ας δούμε πρακτικά όμως τι σημαίνει το παραπάνω. Στο παιχνίδι κάθε bonfire λειτουργεί ως “πύλη” σε κάποια παρελθοντική στιγμή, που έχει συνδεθεί με κάποια έντονη ανάμνηση στον συγκεκριμένο χώρο. Ωστόσο, οι αναμνήσεις αυτές είναι ελλιπείς και η ροή των γεγονότων διακόπτεται χωρίς να ολοκληρωθεί η αφήγηση. Αποστολή του πρωταγωνιστή μας είναι να επιλύσει τον γρίφο που συνδέεται με το εκάστοτε bonfire, παρατηρώντας στοιχεία, συλλέγοντας αντικείμενα που λείπουν και μαντεύοντας τη σωστή αλληλουχία των γεγονότων.

Αυτό αποτελεί και ένα απο τα σημαντικότερα κομμάτια του πυρήνα του τίτλου. Δυστυχώς, όμως, η όλη ουσία κινείται σε βάθη υπερβολικά ρηχά. Τα περισσότερα αντικείμενα που απαιτούνται βρίσκονται μόλις λίγα μέτρα μακριά σε εμφανείς θέσεις, η σωστή τοποθέτηση των γεγονότων απαιτεί παιδαριώδη λογική, ενώ ο πιο δύσκολος γρίφος για την επίλυσή του ζήτημα να απαίτησε παραπάνω από 5 λεπτά.

Το ακόμα χειρότερο στις περιπτώσεις αυτές, είναι ότι η ομάδα ανάπτυξης, στην προσπάθειά της να εντάξει λίγα παραπάνω στάδια στην επίλυση ορισμένων γρίφων, έχει καταφύγει σε εντελώς άχαρες λύσεις, όπως ανελέητα fetch quests με μοναδικό αποτέλεσμα τη χρονική επιμήκυνση της αποστολής χωρίς καμία πρακτική συνεισφορά σε αυτήν. Παραδείγματος χάρη, για να ανοίξει το δίνα σεντούκι, λείπει το τάδε κλειδί που βρίσκεται στην άλλη άκρη του χάρτη. Ποδαρόδρομο μέχρι να φτάσουμε εκεί και ποδαρόδρομο πάλι πίσω, και πάει λέγοντας. Πραγματικά αχρείαστες και ανούσιες επιλογές, που στερούν τη διασκέδαση και δεν καταφέρνουν επ ουδενί να κρύψουν την έλλειψη έμπνευσης και ευρηματικότητας στη δημιουργία.

Στο σημείο αυτό, και μιας και αναφερθήκαμε στον χάρτη, ερχόμαστε στο έτερο βασικό στοιχείο που χαρακτηρίζει το The End of Sun, που δεν είναι άλλο από το exploration. Η περιήγηση στον ανοιχτό κόσμο του παιχνιδιού δηλαδή και η ανακάλυψη στοιχείων που συνδέονται με την ιστορία.

Στο σημείο αυτό κάνει άμεσα αισθητή την παρουσία του το μεγαλύτερο και σημαντικότερο θέμα του τίτλου. Ο κόσμος, αν και μικρός σε απόλυτα νούμερα, είναι συγκλονιστικά άδειος, μονότονος και βαρετός. Η δεδομένη και πάγια αισθητική ταυτότητα που το χαρακτηρίζει, δηλαδή τα σλαβικά πυκνά δάση, οι ξύλινες κατασκευές και οι ρουστίκ occult αναφορές, ενώ παρουσιάζουν ένα ενδιαφέρον σε πρώτο επίπεδο, δεν συνοδεύονται από την αντίστοιχη ζωντάνια που θα απαιτούσε ένας τέτοιος τίτλος.

Ο κόσμος του The End of Sun μοιάζει άδειος και στατικός, σαν ένα αδρανές σκηνικό που υπάρχει κυρίως για να φιλοξενεί τα σημεία ενδιαφέροντος (bonfires). Σαν ενα background πίνακα σε υποδοχή κτιρίου. Τυπικός, αδιάφορος, απλά για να γεμίζει τον χώρο. Εκτός αυτών των σημείων που θα συναντήσουμε bonfires, το μεγαλύτερο μέρος του χάρτη δίνει την αίσθηση ενός «άψυχου σώματος», χωρίς δραστηριότητα, δυναμικά στοιχεία ή έστω κάποια αλληλεπίδραση που να κρατά το ενδιαφέρον του παίκτη.

Πάλι οι δημιουργοί, σε μια προσπάθεια φρεσκαρίσματος των εικόνων και των περιβαλλόντων, έχουν δημιουργήσει έναν μηχανισμό αλλαγής εποχών, ο οποίος μάλιστα επηρεάζει και το gameplay ως ενα βαθμό, ενεργοποιώντας και απενεργοποιώντας bonfires ανάλογα με την εποχή που βρισκόμαστε. Ωστόσο, οι αλλαγές αυτές δεν επιφέρουν και κάποια πρακτική αλλαγή στη μορφολογία ή τη λειτουργία του κόσμου, με αποτέλεσμα τα περιβάλλοντα να μην ανανεώνονται και να καταλήγουν επαναλαμβανόμενα με την πάροδο του χρόνου.

Βασικότατη έλλειψη και η απουσία fast travel, η οποία είτε αποτελεί συνειδητή σχεδιαστική επιλογή με σκοπό το immersion στην εξερεύνηση, είτε απλά “τεμπελιά” της ομάδας, δεν λειτουγεί σε καμία περίπτωση προς όφελος του παίκτη και τον αναγκάζει σε αμέτρητα άσκοπα και ανιαρά “πέρα-δώθε”. Συνυπολογίζοντας σε αυτά και το ότι η μετακίνηση βασίζεται αποκλειστικά στη χειροκίνητη πλοήγηση μέσω ενός χάρτη, ο αποπροσανατολισμός και η επανάληψη των ίδιων διαδρομών γίνονται η μεγαλύτερη πρακτική δυσκολία που θα συναντήσετε στο The End of Sun.

Αν σε κάτι ξεφεύγει από τη μετριότητα και την προβληματική δομή το The End of Sun, αυτό είναι το σενάριό του. Εδώ, πράγματι φαίνεται η ενασχόληση της ομάδας με τον συγκεκριμένο τομέα και οι ώρες που έχει ρίξει στην πλοκή και την αφήγηση, καθώς φαίνεται να βρίσκει μια πιο ξεκάθαρη ταυτότητα και να αξιοποιεί πιο ουσιαστικά το βασικό του concept.

Η αποσπασματική συνέχεια της ιστορίας, μέσω των γεγονότων που ο παίκτης ανασυνθέτει στα bonfires, δημιουργεί μια αίσθηση μυστηρίου και σταδιακής ανακάλυψης, με κάθε νέα πληροφορία να προσθέτει ψηφίδες στο μωσαϊκό των προηγούμενων γεγονότων. Κάθε κομμάτι ιστορίας που ο παίκτης ξεκλειδώνει με την ανασύσταση των γεγονότων, δημιουργεί και νέα ερωτηματικά που σπρώχνουν μπροστά την ιστορία.

Μπορεί η θεματολογία η οποία μέσα από την Σλαβική μυθολογία σκύβει σε διαχρονικά θέματα όπως οι ενδοοικογενειακές σχέσεις και η αντιμετώπιση της ανθρώπινης απώλειας , να μην είναι το αγαπημένο και πιο απτό θέμα για τον γράφοντα ωστόσο θα αδικούσαμε κατάφορα τον τίτλο αν λέγαμε ότι η ιστορία δεν έχει βάθος, ουσία και ανατροπές, ακόμα και στις λίγες ώρες που αυτή διαδραματίζεται μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους.

Παράλληλα, το παιχνίδι επενδύει σε μια πιο ατμοσφαιρική και υπαινικτική αφήγηση, χωρίς αμεσότητες, “εύκολες” απαντήσεις και υπερβολική έκθεση. Δεν βασίζεται σε εκτενείς διαλόγους ή cutscenes, αλλά αφήνει τον κόσμο και τα ίχνη του να «μιλήσουν» για αυτό, και σε συνδυασμό με τα θέματα που το απασχολούν γύρω από τους κύκλους της ζωής και της μνήμης, δίνει στο σενάριο έναν πιο στοχαστικό και φιλοσοφικό χαρακτήρα. Είναι πραγματικά κρίμα η δύναμη του σεναρίου αυτού να υπονομεύεται τόσο έντονα από το προβληματικό και ανούσιο gameplay του παιχνιδιού.

Εν κατακλείδι, λοιπόν, το The End of Sun αποτελεί έναν τίτλο με ξεκάθαρες και τρανταχτές αδυναμίες τόσο στον πυρήνα του gameplay του όσο και στη συνολική δομή του κόσμου του. Οι ρηχοί και απλοϊκοί γρίφοι του αλλά και η κουραστική και ανούσια περιήγηση στον άδειο κόσμο του, δυσκολεύουν σημαντικά την εμπειρία του παίκτη και περιορίζουν το immersion του.

Παρ’ όλα αυτά, κάτω από αυτές τις αδυναμίες κρύβεται μια ειλικρινής και φιλόδοξη προσπάθεια, με εμφανή αγάπη για το αντικείμενο και, κυρίως, με ένα σενάριο που ξεχωρίζει για τη συνοχή, την ατμόσφαιρα και την ασυνήθιστη θεματολογία του.Αν η ομάδα καταφέρει να διατηρήσει αυτά τα δυνατά στοιχεία, όπως τη φρέσκια προσέγγιση στη σλαβική μυθολογία και τη δεμένη, έξυπνα δοσμένη αφήγηση ενώ ταυτόχρονα ασχοληθεί με το να εμπλουτίσει και να επενδύσει ουσιαστικά στη βελτίωση των αδυναμιών της – όπως το gameplay – τότε ο επόμενος τίτλος της έχει όλες τις προδιαγραφές να σταθεί πολύ καλύτερα και να στοχεύσει ακόμα και στον ήλιο (ή έστω στο τέλος αυτού αν προτιμάτε).

Το The End of the Sun κυκλοφορεί για PS5 από τις 21/4/26 (για PC είναι διαθέσιμο από το 2025). Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για το PS5 με review code που λάβαμε από τη The End of the Sun Forge.

Δημήτρης Αγγέλου
Δημήτρης Αγγέλου

Ο Δημήτρης πρωτο-έπιασε dualshock στα χέρια του σε εποχές PSX. Από τότε δεν το άφησε ποτέ. Ακούραστος κυνηγός καλοφτιαγμένων action-rpgs, ξέφρενων FPS, παράξενων indies αλλά κυρίως ό,τι έχει να πει μια καλή ιστορία.

Άρθρα: 293

Υποβολή απάντησης