
Bayonetta
Μάγισσα πλανεύτρα, επήρες τα μυαλά μου, δε χωράς σε μέτρα, σε λένε Bayonetta

Μάγισσα πλανεύτρα, επήρες τα μυαλά μου, δε χωράς σε μέτρα, σε λένε Bayonetta
Το Bayonetta ανήκει στις παράδοξες περιπτώσεις, όπου ο Τύπος προσπαθεί απεγνωσμένα να πείσει το αναγνωστικό κοινό ότι ένας τίτλος αξίζει τους μέγιστους των επαίνων, τη στιγμή που ένα μεγάλο ποσοστό απαξιεί γι’ αυτόν. Με τον καταιγισμό ΑΑΑ τίτλων που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, το φαινόμενο αυτό έχει μειωθεί αισθητά, αφού ο αναγνώστης ξέρει τι να αναμένει, πάντα σύμφωνα με το προσωπικό του γούστο. Στη περίπτωση του Bayonetta όμως, τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά, αφού από απόλυτο outsider, ο τίτλος της Platinum Games μετατράπηκε σταδιακά σε έναν από τους πιο αναμενόμενους τίτλους του 2010, και ως συνέπεια, άξιος διεκδικητής του Hack-n-Slash θρόνου για το νέο έτος και την τρέχουσα γενιά γενικότερα.
Φυσικά, οι διθυραμβικές κριτικές που έχει λάβει μέχρι στιγμής ο τίτλος (λέγε με Famitsu και Edge), έχουν βάλει το χεράκι τους. Ανούσιο hype, θα πει κάποιος. Αυτό λοιπόν καλούμαστε να ερευνήσουμε. Είναι το Bayonetta ένα ακόμα hyped παιχνίδι, ή έχουμε να κάνουμε με το επόμενο ιαπωνικό “big thing” που θα κατακλείσει την Ευρώπη στις 8 του Γενάρη;

Πριν όμως περάσουμε στην ανάλυση του προϊόντος του ίδιου, ας κάνουμε μία αναδρομή στο background του παιχνιδιού, ώστε να ανακαλύψουμε ποιοι κρύβονται πίσω από το Bayonetta. Το όνομα του Hideki Kamiya είναι το πρώτο που έλκει την προσοχή. Να αναφέρουμε εδώ, πως όποιος δεν ανακαλεί ποιος είναι ο κύριος Kamiya, ίσως θα έπρεπε να ρίξει μια ματιά στις μεγαλύτερες ιαπωνικές δημιουργίες των τελευταίων 15 ετών. Resident Evil 2 και Zero, Devil May Cry, Viewtiful Joe, Okami, είναι μόνο μερικά από τα διαμάντια στα οποία έχει συμμετάσχει ενεργά. Το Bayonetta είναι η πρώτη next-gen δημιουργία της Platinum Games -δεύτερη, αν συγκαταλέγετε το Madworld, και συνεπώς το Wii ως next-gen σύστημα-, στέγης του Kamiya κι ενός μεγάλου τμήματος της ιαπωνικής gaming αφρόκρεμας, με Shinji Mikami, Atsushi Inaba, Masami Ueda να είναι μόνο ορισμένοι από αυτούς.
Τι συμβαίνει λοιπόν, όταν τα μεγάλα μυαλά της ιαπωνικής βιομηχανίας παιχνιδιών, συνεργάζονται; Το αποτέλεσμα είναι λίγο-πολύ δεδομένο: ότι θα είναι των άκρων. Ή εξαιρετικά απογοητευτικό, ή ανέλπιστα εντυπωσιακό. Ευτυχώς για την Platinum Games, τη SEGA και εμάς, τους παίκτες, το αποτέλεσμα είναι παραδεισένια…κολάσιμο.

Τα γεγονότα του Bayonetta, όσο περίεργο κι αν θα ακουστεί σε πολλούς, διαδραματίζονται στον 21ο αιώνα, κι όχι στην Ευρώπη του μεσαίωνα. Μία φανταστική πόλη στο κέντρο της Ευρώπης, η Vigrid, είναι ο χώρος όπου θα λάβουν χώρα γεγονότα πρωτόγνωρα, απόρροια της καλπάζουσας και πάντα δημιουργικής φαντασίας των Ιαπώνων. Σε αυτό το εναλλακτικό σύμπαν η μαγεία παίζει καθοριστικό ρόλο στην ισορροπία των πραγμάτων. Δύο φατρίες μάγων και μαγισσών, οι Lumen Sages και οι Umbran Witches, κρατούν στα χέρια τους την ισορροπία του γνωστού σύμπαντος μέσω δύο παντοδύναμων αντικειμένων με θεϊκές ικανότητες, του Left και Right Eye. Ενωμένα μαζί, είναι ικανά να επαναφέρουν στην ύπαρξη τον Jubilieus, υποτιθέμενο δημιουργό των πάντων και πανταχού παρών – εξ ου και ο συμβολισμός με τα μάτια.
Πεποιθήσεις θρησκειών μπλέκονται, αφού οι επιρροές από Βουδισμό και Χριστιανισμό είναι εμφανείς. Το αποτέλεσμα είναι ένα άκρως πρωτότυπο setting, που θέλει το Καλό και το Κακό, παράδεισο και κόλαση, να συνυπάρχουν, εντοπισμένα στο ίδιο επίπεδο με το δικό μας καθημερινό κόσμο, με μονάχα τους περιορισμούς της ανθρώπινης αντίληψης να μας εμποδίζουν από το να έρθουμε σε επαφή με τα Paradiso και Inferno. Οι μάγοι, ανώτατα όντα στη φύση τους, έχουν πρόσβαση σε όλες τις διαστάσεις μέσω του Purgatorio, μίας διάστασης που εγγυούταν στους κυνηγημένους μάγους του μεσαίωνα ησυχία από τους ανθρώπους.

Κάπου εδώ να αναφέρουμε πως, στα χαρτιά, οι μάγοι εξαφανίστηκαν από προσώπου γης αιώνες πριν, μετά από τα αλλεπάλληλα κυνήγια μαγισσών και τις πολλαπλές συγκρούσεις μεταξύ των Lumen Sages και των Umbran Witches. Όλα αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω, η Bayonetta τα μαθαίνει στην πορεία της καταιγιστικής περιπέτειάς της, μιας και τα 500 χρόνια ανενεργούς δράσης έχουν εξασθενήσει τη μνήμη της. Με άλλα λόγια, θυμάται τα βασικά, αλλά όχι τις λεπτομέρειες. Η τεχνική αυτή, βοηθά αφάνταστα την ταύτιση του παίκτη με την ηρωίδα, αφού και οι δύο βρίσκονται στο σκοτάδι για τις πρώτες ώρες του παιχνιδιού.
Τώρα, το πόσο μπορεί κανείς να ταυτιστεί με μία uber sexy δίμετρη αυταρχική μάγισσα με ατέλειωτα πόδια και κοκάλινα γυαλιά, που φοράει τα μαλλιά της ως επικίνδυνα εφαρμοστό catsuit, κι έχει στη κατοχή της δαιμονικές δυνάμεις, είναι κάτι το εντελώς υποκειμενικό. Το μόνο σίγουρο είναι πως η ταύτιση, δεν είναι η πρώτη σκέψη που περνάει από το μυαλό των αρσενικών παικτών…

Το Bayonetta ανήκει σε μία κατηγορία, που οι συγκρίσεις είναι αδύνατο να αποφευχθούν. Από τους πρώτους κιόλας μήνες, όταν λεπτομέρειες του τίτλου δόθηκαν στη δημοσιότητα, η ρετσινιά του Devil May Cry κλώνου, κόλλησε στο Bayonetta. Εκτός του ότι είναι πρακτικά αδύνατο κάτι που έχει τον ίδιο δημιουργό να θεωρηθεί κλώνος ή αντιγραφή, αν θα έπρεπε ντε και καλά να συγκριθεί με κάποιο παιχνίδι, αυτό είναι το Ninja Gaiden κι όχι το Devil May Cry. Και ο λόγος είναι το gameplay του. Δομικά, το σύστημα μάχης δείχνει να βρίσκει πάτο, στα 5000 μέτρα, ανάμεσα στα σκοτεινά βάθη των ωκεανών. Αγωγός για την αξιοποίηση των εκατοντάδων κινήσεων, είναι η ίδια η Bayonetta. Και πιο συγκεκριμένα, το σώμα της. Ως Umbran Witch, η Bayonetta παίρνει τη δύναμη της από τη Σελήνη. Τα όρια της δύναμής της καθορίζονται από την εσωτερική της γνώση και από τον αριθμό δαιμόνων που έχει υποτάξει, και έπειτα μετατρέψει σε φονικά fatality όπλα.
Αν και όχι απαραίτητα διαβολική ή κακόβουλη, η αποκλειστικά θηλυκή φατρία των Umbran Witches, αποτελούταν από μέλη που έχουν, ή μάλλον είχαν, την ικανότητα να ταξιδεύουν στο Inferno και είτε να κλείνουν συμφωνίες, είτε να υποτάσσουν δαίμονες, που έπειτα χρησιμοποιούσαν κατά βούληση, ως φονικά, τελειωτικά όπλα.

Προσθέτουμε στην εξίσωση την ευλυγισία της ηρωίδας μας, το φετίχ της για το συνδυασμό περιστρόφων και άκρων, το δαιμονικό οπλοστάσιό της -ευγενική “χορηγία” του Rodin, κυνηγό δαιμόνων με εξειδίκευση τη μετατροπή τους σε όπλα- και τις μαγικές ικανότητες της Bayonetta, κι έχουμε ένα από τα πιο ολοκληρωμένα και ισορροπημένα συστήματα μάχης στην ιστορία των videogames. Όπως προείπαμε, η Bayonetta είναι ο δίαυλος πρόσβασης στην, εκ πρώτης όψεως, ατέλειωτη λίστα κινήσεων, ειδικών και μη. Η μακρυμαλλούσα μάγισσα είναι σε θέση να συνδυάζει το εκτεταμένο ρεπερτόριο κινήσεών της, με σκοπό την εξόντωση των αγγέλων που μπαίνουν εμπόδιο στο διάβα της. Το πόσο αποδοτικά θα εξοντώσουμε τους εχθρούς μας, εξαρτάται από τα αντανακλαστικά μας, και την κατανόηση του συστήματος άμυνας/ επίθεσης.
Όπως και στο Ninja Gaiden, το πλήκτρο αποφυγής (R2 στο PS3, RT στο Xbox 360) θα γίνει ο πιο στενός μας φίλος. Το σωστό timing παίζει επίσης καθοριστικό ρόλο, αφού μία τέλεια εκτελεσμένη αποφυγή ενεργοποιεί το Witch Time. Βάζοντας μία παύση στη ροή του χρόνου, η Bayonetta μπορεί να κινείται ελεύθερα στο χώρο, τη στιγμή που οι εχθροί της μένουν ουσιαστικά ακίνητοι. Η εκμετάλλευση της συγκεκριμένης ικανότητας κρίνεται απαραίτητη, αν θέλουμε να σημειώσουμε πρόοδο στο παιχνίδι, αφού κατά τη διάρκεια του Witch Time μπορούμε να χτυπήσουμε ανελέητα τους εχθρούς μας, χωρίς να κινδυνεύσει η μπάρα ζωής μας. Δυστυχώς ή ευτυχώς, η διάρκειά του είναι μόνο μερικά δευτερόλεπτα, κάτι που προσδίδει στη χρήση του στρατηγική σημασία.

Μιας και η Bayonetta δεν μπορεί να αμυνθεί, η αποφυγή είναι η μοναδική λύση όταν ο κίνδυνος καραδοκεί. Αφαιρώντας μας τη δυνατότητα να αμυνθούμε, οι δημιουργοί έκαναν σίγουρο πως ο ρυθμός της μάχης, και του παιχνιδιού γενικότερα, δεν θα ερχόταν σε ένα τέλος εύκολα. Σπάνιες είναι οι περιπτώσεις που θα μείνουμε ακίνητοι, αφού η υπερκινητικότητα είναι το μεσαίο όνομα του παιχνιδιού. Παρόλα αυτά, η Bayonetta έρχεται σε στάση όταν πρόκειται να εκτελέσει μία Torture Attack ή να καλέσει έναν δαίμονα. Η πρώτη περίπτωση προϋποθέτει την ύπαρξη μίας τουλάχιστον μπάρας μαγείας. Χρησιμοποιώντας τη μαγεία αυτή, η Bayonetta “τιμωρεί” τους διάφορους αγγέλους, μέσω ενός εκτεταμένου ρεπερτορίου βασανιστηρίων. Ένα όρθιο φέρετρο γεμάτο καρφιά, μία γκιλοτίνα, μία θεία κρεμάλα, είναι μόνο μερικά από τα όργανα βασανιστηρίων της, με το μέγεθος του κάθε εχθρού και την ποσότητα της διαθέσιμης μαγείας να καθορίζει ποιο θα χρησιμοποιήσει.
Το κάλεσμα ενός δαίμονα δεν γίνεται ανά πάσα στιγμή, αλλά μόνο σε προκαθορισμένες στιγμές ή εχθρούς. Συνήθως, απαιτείται η ύπαρξη κάποιου mini-boss, ή τουλάχιστον ενός αγγέλου ανώτερης λεγεώνας. Ο εξασθενημένος εχθρός στέκεται μπροστά στη Bayonetta, ενώ αυτή μετατρέπει το ρουχισμό της σε δαιμονική ύπαρξη, που είτε καταβροχθίζει, είτε απλά σαπίζει στο ξύλο την εχθρική αγγελική ύπαρξη. Οι δαίμονες ποικίλουν επίσης, και όσο η Bayonetta ανακαλύπτει τον πραγματικό της εαυτό, τόσο αυξάνεται και το μέγεθος των ικανοτήτων της -και των δαιμόνων, ως συνέπεια.

Στα της παραδοσιακής δράσης (τρόπος του λέγειν), τα τέσσερα μπροστινά κουμπιά, χρησιμεύουν για λακτίσματα, γροθιές, άλματα και πυροβολισμούς. Με το πέρασμα των ωρών, το button mashing μετατρέπεται σε πολύπλοκα σχεδιασμένους συνδυασμούς επιθέσεων, όπλων, μανουβρών και μαγείας. Αυτοί με στρατηγικό μυαλό είναι που θα απολαύσουν στο μέγιστο το μεγαλείο και το βάθος του battle system που οι Ιάπωνες ετοίμασαν για εμάς, ιδιαίτερα στα μεγαλύτερα επίπεδα δυσκολίας -χωρίς αυτό να σημαίνει πως το Normal δεν παρουσιάζει πρόκληση. Τα όπλα θα αποδειχθούν σημαντικοί σύμμαχοι στο παιχνίδι, με κάθε ένα από αυτά να ενδείκνυται για συγκεκριμένους τύπους εχθρών. Από τα τέσσερα Scarborough Fair περίστροφα της Bayonetta, μέχρι το παντοδύναμο katana Ashura Blade, τα καταστροφικά Onyx Roses (shotguns), ένα μαστίγιο μέσα στο οποίο κατοικεί ένας αρχαίος δαίμονας, μία… bazooka, ένα ζευγάρι παγοπέδιλα βγαλμένα από την κόλαση, ή “γάντια” παρμένα από δύο καταστροφικούς αγγέλους της φωτιάς και του ηλεκτρισμού. Ακόμα και τα όπλα των αγγέλων είναι αξιοποιήσιμα.
Θα μπορούσαμε να μιλάμε μέρες ολόκληρες για τις φαντασμαγορικές ικανότητες της Bayonetta, αλλά για το καλό των χεριών μας και των ματιών σας, ας προχωρήσουμε. Το σύστημα βαθμολόγησης, στο τέλος κάθε πίστας, παρουσιάζει ορισμένα στοιχεία από το Devil May Cry, αλλά σε καμία περίπτωση όχι όσα δανείζεται από το Viewtiful Joe. Ακόμα και στο τέλος κάθε μάχης λαμβάνουμε μετάλλια που αντιστοιχούν στην απόδοσή μας, όπως ακριβώς και στο προαναφερθέν παιχνίδι. Το τέλος κάθε κεφαλαίου σηματοδοτεί ένα mini-game σε πρώτο πρόσωπο, όπου πυροβολούμε αγγέλους για halos, το νόμισμα του παιχνιδιού. Καθόλου τυχαίο το γεγονός, ότι τα νομίσματα (halos) που αφήνουν πίσω οι εχθροί, έχουν πανομοιότυπο σχήμα και μορφή, με τα δαχτυλίδια των παιχνιδιών Sonic.

Ως ευχάριστα διαλείμματα ανάμεσα στην ακατάπαυστη δράση, υπάρχουν ορισμένες πίστες οδήγησης, πτήσης και surfing (!), ως φόρος τιμής σε κλασσικά παιχνίδια της SEGA. Θα πετάξουμε πάνω σε έναν ενεργό πύραυλο σε στυλ Space Harrier, θα οδηγήσουμε μία μηχανή ανάμεσα σε έναν κυκεώνα καταστροφής σε στυλ Super Hang-On -με το χαρακτηριστικό soundtrack να παίζει από πίσω- και θα επισκεφτούμε τις Gates of Hell (το λογότυπο των οποίων είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό του πρώτου Devil May Cry) και τον Rodin, ο οποίος πριν μας προμηθεύσει με όπλα και αντικείμενα, θα ξεστομίσει το λογοπαίγνιο “What are you buying? Heard that in a game once”, σήμα κατατεθέν του Resident Evil 4.
Αν κρατήσουμε πατημένες τις μπροστινές σκανδάλες του χειριστηρίου, η Bayonetta θα χορέψει έναν αισθησιακό χορό, στα πρότυπα της Vanessa Z, του P.N. 03. Ακόμα και remake των μουσικού θέματος του Outrun θα ακούσουμε, πριν ξεκλειδώσουμε την επίθεση με ονομασία “Afterburner” ή ξεκλειδώσουμε το Trophy / Achievement που ακούει στο “Angel May Cry”. Το αίσθημα της νοσταλγίας που όλα τα παραπάνω γενούν, μόνο στο Bayonetta δεν αναμέναμε να το βιώσουμε. Αλλά ως γνωστόν, οι Ιάπωνες είναι πάντα πρόθυμοι να μας εντυπωσιάσουν, μην ξεχνώντας ταυτόχρονα το παρελθόν τους.Το σύμπαν που κατάφεραν να δημιουργήσουν ο Hideki, ο Shinji και η παρέα τους, όχι μόνο είναι παστρικά μελετημένο, αλλά επιπρόσθετα εκλεπτυσμένο, λεπτομερές μέχρι αηδίας πολλές φορές, και πολυδιάστατο, με μία μανία να αλλάζει την προοπτική του παίκτη σε ανύποπτο χρόνο.

Από τα πανέμορφα νεοκλασικά κτίρια και στενά της Vigrid, θα ταξιδέψουμε στα παραδεισένια σκηνικά των περιοχών του Paradiso και από εκεί σε δάση, ναούς, κατακόμβες, γιγαντιαία αεροπλάνα, αυτοκινητόδρομους, θάλασσες, ουρανοξύστες, οροφές οχημάτων, πλάτες πυραύλων και, εν τέλει, στο διάστημα, μακριά από τη Γη. Συχνά στο Bayonetta όλα μοιάζουν πιθανά. Συχνά αναρωτιόμασταν πότε θα πάψει το παιχνίδι να μας συστήνει σε νέα φαντασμαγορικά σκηνικά, όπλα, εχθρούς και χαρακτήρες. Κάτι τέτοιο, φυσικά δεν συμβαίνει ποτέ, ακόμα και στους τίτλους τέλους, που το παιχνίδι αποφασίζει να κάνει το δικό του, σταματώντας τους και βάζοντας μας να παίξουμε για ακόμα ένα τεταρτάκι! Και όταν επιτέλους πιστεύουμε πως έχουν τελειώσει όλα, ένα video ακολουθεί, που αφήνει τεράστιες υπόνοιες για ένα sequel.
Τα πάντα στο Bayonetta, είναι παραδεισένια πλασμένα. Το σύμπαν που διαδραματίζονται τα γεγονότα, η ίδια η Bayonetta, οι εχθροί, οι χαρακτήρες (τουλάχιστον η πλειοψηφία αυτών), τα εκπληκτικής ποιότητας animations, τα effects επιθέσεων και κάθε τι που αφορά τον οπτικό τομέα είναι μαγευτικά. Αν αναλογιστούμε την ποσότητα πραγμάτων που εντοπίζονται ταυτόχρονα στην οθόνη, με όλη την καταστροφή, τα effects κι εχθρούς, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως η αποφυγή πτώσης του frame rate είναι άθλος.

Και στην έκδοση του Xbοx 360 ο άθλος αυτός ολοκληρώνεται με απόλυτη επιτυχία, μιας και το frame rate σπάνια πέφτει. Στην PlayStation 3 έκδοση, από την άλλη, τα πράγματα είναι χειρότερα, όχι όμως στο καταστροφικό επίπεδο που παρουσιάζεται από διάφορα μέσα. Σημασία έχει ότι η συνολική εμπειρία που παρέχει το Bayonetta, μειώνεται μεν, αλλά δεν μπορεί να χαλάσει από τα ομολογουμένως χρονοβόρα loadings, ή ορισμένα πρόχειρα textures εδώ κι εκεί. Βέβαια, εκτιμούμε ότι η SEGA -που ανέλαβε το porting της PlayStation 3 έκδοσης- θα έπρεπε να είχε δείξει περισσότερη προσοχή και όχι να αναμένουμε patch για να διορθωθούν αυτά τα τεχνικά προβλήματα, που, αναπόφευκτα, μειώνουν και τη βαθμολογία της εν λόγω έκδοσης. Σε κάθε περίπτωση, το gameplay και ο ξεχωριστός χαρακτήρας του Bayonetta είναι αυτά που το κάνουν να λάμπει και να διαπρέπει.
Το localization που έχει γίνει είναι υψηλής ποιότητας, με τα scripts του παιχνιδιού να είναι άψογα μεταφρασμένα και σε ύφος αρμόζον με αυτό του παιχνιδιού. Το voice-over είναι επίσης υψηλών προδιαγραφών, με κάθε κομμάτι διαλόγου να αποδίδεται ποιοτικότατα, από τους ηθοποιούς. Ειδικά οι σκηνές που περιέχουν το τρίο Bayonetta, Luca και Cereza, είναι κάτι παραπάνω από γραφικές, με το humor να κυριαρχεί. Το ίδιο ισχύει και σε πολλές προτάσεις της Bayonetta, αφού ως Βρετανίδα έχει ισχυρή την αίσθηση της ειρωνείας και του μαύρου χιούμορ. Η διήγηση των γεγονότων, τα περισσότερα των οποίων προσπαθήσαμε να κρατήσουμε μυστικά προς δικό σας όφελος, άλλες φορές θυμίζει καλοδουλεμένο anime, με ιστορικά στοιχεία που δίνουν στον παίκτη επίγνωση του τι συνέβη πότε και με ποια σειρά, κι άλλοτε φαντάζει εσκεμμένα “φτηνή”, με στόχο τη διασκέδαση του παίκτη -το αποκαλούμενο comic relief, αν θέλετε. Ελέω comic relief θα δούμε και αρκετά σεξιστικά αστεία ή υπονοούμενα, που είναι δεδομένο ότι θα οδηγήσουν σε ένα χαμόγελο αυτούς με την απαιτούμενη αίσθηση χιούμορ.

Αρκετά από τα cutscenes παρουσιάζονται με έναν ιδιαίτερα τρόπο, συνδυάζοντας picture stills με ήχο και ελαφρό animation. Εικόνες παρουσιασμένες ως αποκόμματα αναλογικού film, φέρνοντας για ακόμα μία φορά το Viewtiful Joe στο μυαλό. Η συγκεκριμένη τεχνική δουλεύει άψογα και, όλως περιέργως, δένει με την όλη αισθητική. Όπως είναι αναμενόμενο όμως, είναι αρκετά πιθανό να μισηθεί από κάποιους, απόρροια του διαφορετικού προσωπικού γούστου του καθενός μας.
Το ίδιο ισχύει και για ένα τμήμα του soundtrack, που παρουσιάζει J-Pop, J-Rock και τις διασκευές των μουσικών θεμάτων που αναφέραμε παραπάνω, συνοδευόμενα από μία επανεκτέλεση του Fly Me To The Moon. Εκεί, όμως, που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ποιότητα του ακουστικού τμήματος, είναι στα ορχηστρικά κομμάτια του Bayonetta. Ανάλογα την περίσταση, θα ακούσουμε τις δημιουργίες μερικών από τους καλύτερους συνθέτες της Ιαπωνίας, συμπεριλαμβανομένου του Masami Ueda, κύριο συνθέτη των μουσικών θεμάτων των Resident Evil 1 με 3, Devil May Cry, Viewtiful Joe 1 & 2, καθώς και του αριστουργηματικού Okami.Το Bayonetta, ανήκει στα ελάχιστα παιχνίδια της τρέχουσας γενιάς, που γυρνούν περιφρονητικά την πλάτη στα στερεότυπα που άλλοι τίτλοι έχουν καθιερώσει και κάνει το δικό του, δίχως αναστολές, με μοναδικό όριο τη φαντασία του δημιουργού και τις ικανότητες του εκάστοτε hardware. Έχουμε να κάνουμε με ένα ακραίο δημιούργημα, συχνό φαινόμενο στην τέχνη. Άλλοι θα το αγαπήσουν (όπως ο υπογράφων) κι άλλοι θα το μισήσουν, όπως άλλωστε συμβαίνει με κάθε ιδιαίτερο videogame. Το ποιό από τα δύο θα συμβεί, θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από το γούστο του καθενός, την ανοχή του σε μαζοχιστικής δυσκολίας μάχες με κολοσσιαίου μεγέθους bosses, την ποιότητα των αντανακλαστικών του και τη θέληση του για τη βίωση μιας από τις πιο συναρπαστικές εμπειρίες του σύγχρονου gaming.
Για τους πρόθυμους, το Bayonetta είναι σε θέση να σας εισάγει σε ένα φαντασμαγορικό συνονθύλευμα δράσης, χρωμάτων, ιδιόμορφων σεναριακών καταστάσεων και χαρακτήρων, με έπαθλο ένα επικό 12ωρο αγνής, videogame μαγείας και αποχαυνωτικού (με την καλή έννοια) gameplay. Δηλώνουμε μαγεμένοι.