JU-ON: The Grudge

“It never forgives. It never forgets”...εμείς το ξεχάσαμε κιόλας

“It never forgives. It never forgets”…εμείς το ξεχάσαμε κιόλας

Αααχ…casual gaming. Τι υπέροχη εξέλιξη για τη βιομηχανία! Μετά την εμφάνιση και την απρόσμενα τεράστια επιτυχία του Wii, όλοι θέλουν ένα κομμάτι από αυτήν την χορταστική και τόσο κερδοφόρα πίτα. Όλοι θέλουν να φέρουν τη χαρά του gaming σε εκείνο το κοινό που δεν θέλει να αποκτήσει πτυχία στο gaming, αλλά απλά και μόνο να διασκεδάσει με την παρέα του για λίγες μόνo ώρες. Και ενώ αυτή η εξέλιξη και το άνοιγμα της αγοράς μόνο καλό θα μπορούσε να θεωρηθεί, έρχεται ο ορυμαγδός των “shovelware” τίτλων -κοινώς, σκουπιδιών- μόνο και μόνο για να γκρεμίσει την όποια καλή εικόνα έχει δημιουργηθεί για το gaming στα μάτια και στη συνείδηση του μη hardcore κοινού. Και καθώς περιμένεις να δεις πολλές τέτοιες “αρπαχτές” από κάθε λογής εκδότη, σίγουρα κεραυνός εν αιθρία είναι η άφιξη ενός τέτοιου εξαμβλώματος από την αγαπημένη Rising Star Games.

Ποια είναι η Rising Star; Μα η εταιρεία που έχει λάμψει με τις κυκλοφορίες της για το Wii, προσφέροντας εξαιρετικές -ή, τουλάχιστον αξιοπρεπείς- προσπάθειες όπως τα Little King’s Story, No More Heroes, Baroque, Muramasa και Fragile Dreams. “The home of japanese games” είναι το moto της Rising Star, και όταν έφτασε στα γραφεία μας το JU-ON: The Grudge με το λογότυπο της εν λόγω εταιρείας στο κουτί, νιώσαμε εξαιρετικά. “Η Rising Star μετέφερε το γνωστό, ανατριχιαστικό θρίλερ στα videogames!” σκεφτήκαμε και αμέσως τοποθετήσαμε το δισκάκι στο Wii. Σχεδόν δύο ώρες μετά, το “παιχνίδι” είχε τελειώσει και εμείς στεκόμασταν μπροστά στην οθόνη, με μια έκφραση απορίας χαραγμένη στο πρόσωπό μας, που ακόμα και ο Angry Videogame Nerd θα ζήλευε…

Τί είναι το JU-ON, όμως, και γιατί θεωρούμε ότι είναι τόσο κακό; Πρακτικά, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια μεταφορά της γνωστής, φερώνυμης και μνημειώδους ιαπωνικής ταινίας τρόμου του 2002, που τρία χρόνια μετά την αρχική προβολή της γνώρισε και ένα remake από το Hollywood. Η περιπέτεια αυτή εξελίσσεται σε δέκα κεφάλαια, όπου ο παίκτης παίρνει το ρόλο διαφόρων μελών μιας ιαπωνικής οικογένειας, τα οποία εξερευνούν ορισμένα στοιχειωμένα κτίρια. Σκοπός μας, λοιπόν, είναι να ξεφύγουμε από αυτά τα κατασκότεινα κτίρια, περπατώντας αργά -μα πολύυυ αργά- έχοντας ως μοναδικό μας “όπλο” ένα φακό. Η δράση στο JU-ON περιγράφεται μέσα από κάμερα πρώτου προσώπου και ο γενικότερος ρόλος του παίκτη είναι απλούστατος: Να χρησιμοποιεί μόνο το Wii Remote ως φακό για να φωτίζει το δρόμο του, να αποφεύγει τα φαντάσματα και, ενίοτε, να συλλέγει αντικείμενα που θα του φανούν χρήσιμα στην πορεία.

Μέχρι στιγμής όλα φαντάζουν ικανοποιητικά. ‘Εχουμε μια καλοφτιαγμένη ατμόσφαιρα με σκοτεινούς χώρους, τα τρομακτικά πλάσματα των ταινιών JU-ON να καραδοκούν στις σκιές, άποψη πρώτου προσώπου που μας τοποθετεί με μεγαλύτερη αμεσότητα στο χώρο και ούτε ίχνος οπλισμού για να χρησιμοποιήσουμε, γεγονός που μας καθιστά ευάλωτους και αυξάνει την αγωνία.

Και από εδώ και πέρα, όλα παίρνουν τον κατήφορο…

Το πρώτο δείγμα του ότι κάτι δεν πάει καλά εδώ, έρχεται όταν συνειδητοποιούμε ότι το Wii Remote είναι το μόνο χειριστήριο που θα χρησιμοποιήσουμε. “Μα πως μπορεί να συμβεί αυτό σε ένα παιχνίδι πρώτου προσώπου;” είναι η εύλογη απορία που έρχεται αβίαστα στα χείλη. Και όμως, η Feel Plus κατάφερε και δημιούργησε το πρώτο παιχνίδι όπου ένα ανθρώπινο ον κινείται στο χώρο σαν άρμα μάχης με χαλασμένες ερπύστριες! Εν ολίγοις, το Wii Remote παίρνει το ρόλο του φακού που χρησιμοποιούμε για να ελέγχουμε το χώρο, ενώ με το πάτημα του B ξεκινά η πιο αργή, νωχελική, κουραστική, εκνευριστική (βοηθήστε λίγο, ξεμείναμε από επίθετα) κίνηση που έχουμε δει μέχρι σήμερα σε παιχνίδι.

Ναι, λοιπόν, με το Wii Remote ελέγχουμε το χώρο ως φακό, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιείται και για την κίνηση. Την ίδια στιγμή, διαπιστώνουμε ότι οι δημιουργοί έκαναν κοπάνα από τα “σεμινάρια σωστής χρήσης της κάμερας” που έδωσαν τα Metroid Prime 3 και The Conduit, με αποτέλεσμα -μετά από ορισμένες απότομες κινήσεις- να αρχίζει μια τρελή κούρσα της απεικόνισης που θα ζάλιζε ακόμα και έμπειρους αστροναύτες που έχουν εκπαιδευτεί σε κάψουλες άσκησης φυγόκεντρου δύναμης.

{PAGE_BREAK}

Δυστυχώς, οι “ομορφιές” του JU-ON δεν περιορίζονται στα προαναφερθέντα. Η τραγικά αργή και δύστροπη κίνηση στο χώρο, που προαναφέραμε, μάλλον είναι κόλπο των δημιουργών για να αυξήσουν έτσι τη διάρκεια του πονήματός τους, η οποία, ακόμα και με τέτοια κίνηση σαλιγγαριού, μετά βίας ξεπερνά τις δύο ώρες! Ο τρόμος που προκύπτει από το παιχνίδι περιορίζεται σε φθηνά “boo scares”, δηλαδή σε απότομες εμφανίσεις χεριών ή προσώπων των πνευμάτων, οι οποίες μετά από ελάχιστα λεπτά φθίνουν και χάνουν κάθε ίχνος έκπληξης και τρόμου.

Η χρήση των αντικειμένων που βρίσκουμε στο χώρο (συνήθως κλειδιών) και των μπαταριών για το φακό, είναι επίσης αποτυχημένοι μηχανισμοί, που δεν προσφέρουν σχεδόν τίποτα στη συνολική εμπειρία και, τέλος, ως κερασάκι στην τούρτα έχουμε την ολοκληρωτική απουσία checkpoints, με αποτέλεσμα μετά από κάποια αποτυχημένη μάχη με τα πνεύματα (ως “μάχη”, περιγράφεται το απότομο τίναγμα του Wii Remote προς την κατεύθυνση που μας δείχνουν ορισμένα βέλη που εμφανίζονται στην οθόνη) ή αν ξεμείνουμε από μπαταρίες, να επιστρέφουμε στην αρχή του κάθε κεφαλαίου.

{VIDEO_1}

Για την υποστήριξη παιχνιδιού δύο ατόμων, όπου ο δεύτερος πατά ένα κουμπί “panic”, απλά για να εμφανίσει τη μορφή ενός πλάσματος στην οθόνη και να τρομάξει τον συμπαίκτη του, και τη βαθμολόγηση “φόβου και “sissy” (!) μέσα από το ζωδιακό κύκλο δεν έχουμε να πούμε τίποτα…

Εν κατακλείδι, το JU-ON: The Grudge δεν είναι απλά ένα πολύ κακό casual παιχνίδι, αλλά ένα πολύ κακό παιχνίδι γενικώς. Τέτοιες προσπάθειες πρέπει να αποφεύγονται πάση θυσία όχι μόνο από το κοινό, αλλά και από εκδότες του κύρους της Rising Star, η οποία είναι μεν μικρή ως εταιρεία, αλλά -όπως προαναφέραμε- μέχρι σήμερα έχει δώσει εξαιρετικά δείγματα γραφής. Α, να μην ξεχάσουμε να πούμε ότι οι δύο από τους τρεις βαθμούς πηγαίνουν στην πολύ χαμηλή τιμή διάθεσής του…

Γιώργος Καλλίφας

Γιώργος Καλλίφας
Γιώργος Καλλίφας

Απο το 1982 και έναν "κλώνο" κονσόλας Atari ξεκίνησε το μικρόβιο. Από εκεί και πέρα τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. Commodore 64, Amiga 500, PC, SNES, PlayStation, Xbox... Το μικρόβιο έκατσε για τα καλά και παραμένει στο μυαλό μέχρι σήμερα . Σήμερα βρίσκει ακομα χρόνο για κανένα καλό JRPG ή FPS, αλλά και κανένα high fantasy βιβλίο, ταινίες και σειρές.

Άρθρα: 4181

Υποβολή απάντησης