
Castlevania: Curse of Darkness
Νέα 3D Castlevania προσπάθεια από την Konami. Κατάφερε αυτή τη φορά να μεταφέρει τη γοητεία της σειράς επιτυχώς στον κόσμο των πολυγώνων;
Νέα 3D Castlevania προσπάθεια από την Konami. Κατάφερε αυτή τη φορά να μεταφέρει τη γοητεία της σειράς επιτυχώς στον κόσμο των πολυγώνων;
Το καλύτερο 3D Castlevania;
Η Konami, όσο και αν έχει προσπαθήσει, δεν έχει μέχρι σήμερα καταφέρει να περάσει την ποιότητα και τη μαγεία της θρυλικής σειράς Castlevania επιτυχώς στις τρεις διαστάσεις. Προσωπική μας άποψη είναι πως, το Lament of Innocence ήταν ένας αξιοπρεπέστατος τίτλος, όμως και πάλι άφησε τους φίλους της σειράς να ζητούν κάτι περισσότερο. Ωστόσο, εκτιμούμε πως κάποια στιγμή πρέπει να βγάλουμε εντελώς από το μυαλό μας τα 2D επεισόδια της σειράς και να αντιμετωπίσουμε τα 3D Castlevania ως αυτά που είναι: Δηλαδή, αξιόλογα και καλοσχεδιασμένα παιχνίδια δράσης, με φανταστικό υπόβαθρο και ικανοποιητικό gameplay. Σκεφτόμενοι έτσι, το καινούργιο επεισόδιο με το όνομα Curse of Darkness, δεν μπορεί παρά να προσφέρει μια, αν μη τι άλλο, αξιοσέβαστη gaming εμπειρία σε όσους ασχοληθούν μαζί του και παρόλο που ορισμένα προβλήματα στο σχεδιασμό του θα ενοχλήσουν φίλους των Castlevania και μη, πεποίθησή μας είναι πως έχουμε να κάνουμε με το αρτιότερο τρισδιάστατο επεισόδιο της σειράς που προέκυψε από τα studios της Konami.
Σε μια προσπάθεια πλήρους ανανέωσης, η Konami εμπλούτισε το Curse of Darkness με καινούργιους χαρακτήρες, νέο και άκρως ενδιαφέρον σενάριο και ορισμένες καινοτόμες για τη σειρά RPG μηχανικές, που έλλειπαν από το Lament of Innocence. Ήρωας της νέας περιπέτειας είναι ο Hector, ένας πρώην προστατευόμενος του κόμη Δράκουλα, ο οποίος αηδιασμένος από την κακία του δασκάλου του, αποφάσισε να φύγει από το ανίερο κάστρο της Valachia και να ζήσει μια πιο ειρηνική ζωή.
Η ιστορία ξεκινά με μια κινηματογραφική σκηνή που αφηγείται ορισμένα σημαντικά γεγονότα που συνέβησαν λίγο πριν ο Hector επιστρέψει στην Valachia. O Δράκουλας είναι νεκρός, όμως πριν αφήσει την τελευταία του (;) πνοή, έριξε στην Ευρώπη μια θανάσιμη κατάρα που την έχει οδηγήσει στο χείλος της καταστροφής. Ενώ λοιπόν για τρία χρόνια το σκοτάδι έχει κυριέψει τη Γηραιά Ήπειρο, ο Hector καταφθάνει στο κάστρο του πρώην αφέντη του. Εκεί θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον Isaac έναν πρώην φίλο και «συμμαθητή» του, o οποίος -όπως προκύπτει από την εξέλιξη της ιστορίας- είναι υπεύθυνος για το θάνατο της αγαπημένης του Hector. Εκτός όλων των προαναφερθέντων καταστάσεων, που παραμένουν πιστές στο ρομαντικό και κάπως ιπποτικό ύφος της σειράς Castlevania, η ιστορία κρύβει κάτι καινούργιο που για πρώτη φορά χρησιμοποιείται σε τίτλο της σειράς.
Όπως μαθαίνουμε, οι δύο αντίπαλοι (Hector και Isaac) είναι οι μοναδικοί άνθρωποι στον κόσμο που κατέχουν μια σκοτεινή τέχνη γνωστή ως Devil Forging. Με τη χρήση αυτής της μαγείας, οι δύο πρωταγωνιστές μπορούν να δημιουργήσουν κάθε είδους φανταστικά πλάσματα, που μπορεί να ξεκινούν από απλές νεράιδες και να καταλήγουν σε κτηνώδεις δαίμονες. Αυτή η ικανότητα είναι και το πιο ισχυρό χαρτί του νέου Castlevania και ευθύς αμέσως θα δούμε πως λειτουργεί.
Σφυρηλατώντας δαίμονες
Η τεχνική Devil Forging είναι η πνοή ανανέωσης που απεγνωσμένα χρειαζόταν η σειρά. Άλλωστε, το γεγονός πως το κυρίως gameplay του Curse of Darkness βαδίζει στα σίγουρα και -λίγο πολύ- προσφέρει μια από τα ίδια, θα χώλαινε αισθητά χωρίς αυτό το αξιόλογο RPG στοιχείο. Με τη χρήση του Devil Forging λοιπόν, ο παίκτης θα μπορεί να δημιουργεί πλάσματα που θα λειτουργούν ως σύντροφοι και αρωγοί στις μάχες του. Η δημιουργία αυτών των πλασμάτων δεν είναι απλή υπόθεση, καθώς πρώτα πρέπει να ακολουθηθούν κάποια βήματα. Αρχικά, πρέπει να συλλεχθούν διάφορα αντικείμενα που πέφτουν από τους εχθρούς που εξοντώνουμε. Συλλέγοντας έναν ικανοποιητικό αριθμό, αλλά και διαφορετική ποικιλία, από αυτά τα αντικείμενα, θα είναι πλέον εφικτή η μετάβαση στο ειδικό μενού της δημιουργίας δαιμόνων.
Για το ξεκίνημα της περιπέτειας, τα πλάσματα που θα προκύψουν από τη μαγγανεία και τη χρήση των αντικειμένων θα είναι μικρά και αδύναμα, όμως στην πορεία θα μπορούμε να προβούμε στην εξαπόλυση παντοδύναμων δαιμόνων, αλλά και στην αναβάθμιση των ήδη υπαρχόντων. Εδώ εντοπίζεται και το σημείο που το σύστημα Devil Forging πετυχαίνει στο μέγιστο βαθμό το ρόλο του.
Οι δαίμονες λειτουργούν ως «ώριμα» Pokemon, τα οποία βοηθούν στις μάχες ανάλογα με τις ιδιότητές τους (ορισμένα ανοίγουν πόρτες, άλλα πετούν και μας μεταφέρουν σε σημεία με δύσκολη πρόσβαση και κάποια άλλα γιατρεύουν τις πληγές μας), αλλά έχουν και τη δυνατότητα να μαθαίνουν νέες κινήσεις και να αναβαθμίζονται. Αυτές οι αναβαθμίσεις γίνονται περισσότερο αισθητές μετά την εύρεση αυγών (ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με μαγικούς κρυστάλλους που εξαπολύονται από τους ίδιους τους Innocent Devils), τα οποία σε συνδυασμό με ένα ήδη υπάρχον πλάσμα, θα μας δώσει μια νέα, αναβαθμισμένη και σαφώς ισχυρότερη έκδοσή του. Με παρόμοιο τρόπο λειτουργούν και οι αναβαθμίσεις που μπορούν να εφαρμοστούν στα όπλα και στην πανοπλία του Hector.
Χρησιμοποιώντας ξανά τα αντικείμενα που πέφτουν από τους ηττημένους εχθρούς (να λοιπόν το κίνητρο για ατελείωτο hack ‘n’ slash), ο ήρωάς μας θα μπορεί να δημιουργεί τα όπλα του κατά βούληση, να τα ενδυναμώνει και έτσι να δημιουργεί μια συλλογή που θα του φανεί ιδιαιτέρως χρήσιμη στις πολλές μάχες των επιπέδων που θα ακολουθήσουν. Όλο αυτό το σύστημα αναβάθμισης, που φέρνει στο μυαλό αγαπημένα RPG, είναι το στοιχείο του gameplay που διασώζει το Curse of Darkness, γιατί -ατυχώς- η εξέλιξη των μαχών και της εξερεύνησης του χώρου βρίσκεται πολύ πίσω από τον ανταγωνισμό.
Μα πριν από λίγο δεν ήμουν σε αυτό το δωμάτιο;
Το μεγάλο μειονέκτημα του Castlevania: Curse of Darkness, όπως συνέβαινε και με το Lament of Innocence πριν από αυτό, βρίσκεται στην επανάληψη. Τα επίπεδα που θα κληθούμε να «εξερευνήσουμε» δεν προσφέρουν σχεδόν καμία απολύτως πρόκληση, ενώ μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους, σε βαθμό που δημιουργούν στον παίκτη ένα συνεχές συναίσθημα déjà vu. Αντί να επιλέξει τη δημιουργία ενός ανοικτού, μεγάλου κόσμου, όπου τουλάχιστον θα υπήρχε η δυνατότητα εξερεύνησης, η Konami βάδισε στα σίγουρα και επέλεξε να χρησιμοποιήσει τη συνταγή των dungeons. To κακό είναι πως, σε κάθε ένα από τα κομμάτια της ιστορίας -που κατ’ ουσία λειτουργούν ως επίπεδα- τα dungeons διαθέτουν ακριβώς τους ίδιους εχθρούς και σχεδόν πανομοιότυπη διαρρύθμιση.
Το level design, είναι ανύπαρκτο και διαφαίνεται από τον τρόπο που εξελίσσεται η ιστορία, καθώς βρίσκουμε τον εαυτό μας να προχωρά μέσα σε -φαινομενικά- ατελείωτους διαδρόμους, εξοντώνοντας τους ίδιους εχθρούς και ψάχνοντας να βρούμε την επόμενη έξοδο, που θα μας οδηγήσει σε ένα νέο, αλλά ακριβώς ίδιο δωμάτιο. Αυτή η επιλογή της Konami είναι, το λιγότερο, ατυχής και το μόνο που καταφέρνει είναι να μειώσει τη συνολική απόλαυση που το Curse of Darkness έχει να μας προσφέρει.
Και αυτό είναι που μας ενόχλησε περισσότερο από όλα, γιατί το νέο Castlevania δεν είναι ένα κακό παιχνίδι, αντιθέτως. Η υπέροχη γοτθική ατμόσφαιρα βρίσκεται εκεί, η μουσική είναι από τις καλύτερες που έχουμε ακούσει σε παιχνίδι της σειράς και η ιστορία καθηλωτική. Περισσότερο από όλα τα άλλα, το σύστημα δημιουργίας Innocent Devils είναι η καλύτερη ιδέα που έχουμε δει σε τίτλο Castlevania τα τελευταία χρόνια. Είναι άδικο λοιπόν, αυτές οι θετικές παράμετροι να σκιάζονται από το ρηχό και επαναλαμβανόμενο gameplay. Ευχής έργο είναι το γεγονός πως το Curse of Darkness διαθέτει τα ομορφότερα γραφικά που έχουν, μέχρι σήμερα, δημιουργηθεί σε 3D παιχνίδι της σειράς. Τα περισσότερα από τα πλάσματα που εμφανίζονται είναι ευφάνταστα και καλοσχεδιασμένα. Δέος προκαλούν ορισμένα από τα αφεντικά, τα οποία ανεβάζουν σημαντικά το χαμηλό επίπεδο πρόκλησης των dungeons, με το τεράστιο μέγεθός τους και τον εξαιρετικό σχεδιασμό τους, ενώ πολύ καλό είναι και το animation όλων των χαρακτήρων. Η ταχύτητα στην κίνηση είναι μεν χαμηλή, όμως οι μάχες, φέρνουν στο μυαλό τη σειρά Devil May Cry, καθώς διαθέτουν πιο hack ‘n’ slash ύφος από το Lament of Innocence.
Εν κατακλείδι, το Castlevania: Curse of Darkness φαντάζει ως μια εξαιρετική αλλά μάλλον χαμένη ευκαιρία. Οι προοπτικές υπάρχουν και τα θετικά στοιχεία είναι πολλά, όμως λίγη περισσότερη προσοχή στο level design σίγουρα θα ήταν χρήσιμη. Αν και το σύστημα Devil Forging είναι απολαυστικό, η συνεχής επανάληψη ίσως τελικά λειτουργήσει ως ανασταλτικός παράγοντας προς αυτούς που αναζητούν την ποικιλία από τα παιχνίδια τους.
Widescreen Όχι
Progressive Scan Όχι
PAL 60 Hz Ναι
Ήχος Stereo/ Dolby Surround Pro Logic II