Industria 2 | Review

Σημάδια ποιοτικού horror ανάμεσα από τεχνικά προβλήματα.

Πολύ συχνά βλέπουμε πρωτοεμφανιζόμενους indie δημιουργούς να κυκλοφορούν ένα παιχνίδι και έπειτα απλά να “εξαφανίζονται” – ίσως λόγω ανεπαρκών πωλήσεων, ίσως επειδή η ανάπτυξη αποδείχθηκε μεγάλος γολγοθάς. Ολοκληρώνοντας το πρώτο Industria, το μακρινό 2021, είχαμε θεωρήσει ότι θα αποτελεί μία ανάλογη περίπτωση. Με διάρκεια μόλις δύο ωρών και με εμφανέστατες τις έντονες επιρροές από το Half-Life 2 – που κάθε άλλο παρά το κολάκευαν – το πρώτο Industria έδινε την εικόνα ενός low budget FPS, στα όρια του tech demo.

Παρόλα αυτά, είναι πάντα ευχάριστο να βλέπουμε μία ομάδα ανάπτυξης να επιστρέφει και μάλιστα να επιμένει στο πόνημά της. Το Industria 2 υπερτονίζει το πόσο πρωτόλειος ήταν ο πρώτος τίτλος, με το sequel να έρχεται ως μία μακράν βελτιωμένη περίπτωση, αν και για να είμαστε ειλικρινείς αυτό δεν λέει πολλά από μόνο του.

Ενώ στο πρώτο Industria οι δημιουργοί στόχευσαν πολύ ψηλά, επιχειρώντας να δώσουν μία εμπειρία που να φέρνει αναμνήσεις από τη City 17 του Half Life 2, εδώ οι βλέψεις τους είναι πιο συγκρατημένες, συνθέτοντας ένα survival horror, με μία αρκετά ευθύγραμμη φιλοσοφία στον σχεδιασμό του. Όσον αφορά στην πλοκή, το πρώτο Industria ξεκινούσε στο ψυχροπολεμικό Βερολίνο, την ημέρα της πτώσης του τείχους.

Όχι ότι έχει ιδιαίτερη σημασία, αλλά η ηρωίδα μας βρισκόταν στη σοβιετική πλευρά, όπου ο Walter, ο σύζυγός της και μεγαλοεπιστήμονας, βάζει σε λειτουργία μία μυστηριώδη μηχανή που τον μεταφέρει σε ένα παράλληλο σύμπαν. Η Nora προσπάθησε να τον ακολουθήσει, περνώντας σε αυτόν τον παράλληλο κόσμο, τουτέστιν, ένα δυστοπικό και ρημαγμένο Βερολίνο.

Εκεί θα διαπιστώσει ότι μία AI, το ATLAS, έχει κυριεύσει τον κόσμο. Το τέλος του πρώτου Industria έβρισκε τη Nora ένα βήμα πιο κοντά στον Walter, φτάνοντας σε ένα απότομο φινάλε και μία αποκάλυψη που ήθελε τον σύζυγό της να έχει αφήσει το σώμα του και να γίνεται ένα με το δίκτυο του ATLAS προκειμένου να καταπολεμήσει την AI (την οποία ο ίδιος είχε δημιουργήσει στον δικό μας κόσμο).

Το sequel ξεκινάει σχεδόν αμέσως μετά το φινάλε του πρώτου παιχνιδιού, δίνοντάς μας για άλλη μία φορά τον έλεγχο της Nora. Πλέον, η πρωταγωνίστρια προσπαθεί να βρει το ακριβές σημείο που βρίσκεται ο Walter αλλά και να γυρίσει στον δικό της κόσμο. Πολύ σύντομα θα βρεθεί με τη Marlene, μέλος της Αντίστασης, η οποία με τη σειρά της προσπαθούσε να εντοπίσει τη Nora.

Δεν θα επεκταθούμε πολύ περισσότερο στα της πλοκής, καθώς το Industria 2 συνεχίζει σε ένα σενάριο που επιχειρεί να είναι περιπλεγμένο αλλά καταλήγει αδιάφορο και με ελλιπείς πληροφορίες. Τουλάχιστον, η αρκετά συχνή παρουσία της Marlene είναι ευχάριστη, χάρη στην αισιόδοξη προσωπικότητά της και την καλοδεχούμενη εικόνα αλληλοϋποστήριξης που έχει με τη Nora – αν και το τελευταίο ισχύει αποκλειστικά και μόνο σε σεναριακό επίπεδο, διότι σε όρους gameplay δεν προσφέρει και πολλά.

Αυτό που καταφέρνει αρκετά καλά η ομάδα ανάπτυξης είναι στη δημιουργία ενός survival περιβάλλοντος με έντονα horror στοιχεία. Η συντριπτική πλειοψηφία των περιβαλλόντων μάς φέρνει σε κλειστούς χώρους, συνήθως εργοστασιακούς και άλλοτε ρημαγμένων σπιτιών. Σε συνδυασμό με τον μουντό φωτισμό, όπου τα σκοτάδια είναι… σκοτάδια, καλλιεργείται μία ταιριαστή κλειστοφοβική ατμόσφαιρα.

Αν και ο ήχος είναι προβληματικός σε σημεία (ορισμένες φορές εξαφανίζεται ο περιβαλλοντικός ήχος μονομιάς), στις περιπτώσεις όπου λειτουργεί όπως πρέπει, το κομμάτι του horror εξυψώνεται. Κάπου εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι το μεγαλύτερο κομμάτι των κινδύνων έρχεται με τη μορφή περιφερόμενων, θανατηφόρων ρομπότ.

Δεδομένης της τρωτότητας της Nora και των περιορισμένων πυρομαχικών, το άκουσμα των μεταλλικών βημάτων αρκεί για να δημιουργηθεί μία πηγαία αίσθηση άγχους. Ο σχεδιασμός των ρομπότ είναι προσεγμένος και σχετικά πρωτότυπος, απεικονίζοντας μορφές που δείχνουν πραγματικά απειλητικές. Η αλήθεια είναι ότι η ποικιλία τους είναι αρκετά μικρή, όμως, λαμβάνοντας υπόψη την μόλις πεντάωρη διάρκεια, δεν είναι κάτι το ιδιαίτερα αρνητικό.

Για την αντιμετώπισή τους, η Nora έρχεται οπλισμένη με έναν λοστό και ορισμένα ακόμα συμβατικά και αρχετυπικά όπλα (πιστόλι, καραμπίνα, πολυβόλο, τουφέκι), κάθε ένα εκ των οποίων δύναται να λάβει ουσιαστικές αναβαθμίσεις. Στα πρώτα στάδια της περιπέτειας, η εύρεση των πυρομαχικών είναι σαν να ψάχνουμε βελόνες στα άχυρα, κάτι που συμβαδίζει με το σκέλος του horror.

Πρέπει να σκεφτόμαστε διπλά για κάθε σφαίρα που χρησιμοποιούμε και το σημάδι μας πρέπει να είναι πάντα ακριβές. Λαμβάνοντας υπόψη τους κλειστούς χώρους όπου εξελίσσεται η δράση, το ευάλωτο στοιχείο της πρωταγωνίστριας και το καλοδεχούμενα δύστροπο σύστημα στόχευσης (χρειάζεται ένα κουμπί για να σημαδεύσουμε από το ισχίο και ένα ακόμα για να σημαδέψουμε από το κλισιοσκόπιο) κάθε σύγκρουση μπορεί να ανεβάσει την ένταση κατακόρυφα.

Αργότερα τα πυρομαχικά έρχονται περισσότερο απλόχερα, όπως και οι ύλες για το στοιχειώδες crafting, δίνοντας περισσότερη έμφαση στο κομμάτι της δράσης, ακριβώς στο σημείο που χρειάζεται για να ανεβάσει “ταχύτητα” και να αποφύγει την κόπωση. Δεν μετατρέπεται ποτέ σε καθαρόαιμα action τίτλο και πάντα πρέπει να υπολογίζουμε τις σφαίρες, αλλά τουλάχιστον μετά από τα μέσα του παιχνιδιού αρχίζουμε να είμαστε λιγότερο φειδωλοί στη χρήση των πυρομαχικών.

Όσον αφορά στο κομμάτι του horror, η ομάδα ανάπτυξης, γνωρίζοντας τους περιορισμούς του budget της, δημιούργησε προσεγμένες σκηνοθετημένες καταστάσεις, εμφανίζοντας με έξυπνο τρόπο τους εχθρούς σε διάφορα σημεία, ώστε να ανεβαίνει κατακόρυφα η αίσθηση της απειλής και του απρόβλεπτου κινδύνου.

Έχοντας έντονο το survival στοιχείο, το Industria 2 προσφέρει και ένα τυπικό crafting, επιτρέποντας τη δημιουργία πυρομαχικών και χειροβομβίδων. Δίχως να προσφέρει κάποια έκπληξη σε αυτό το κομμάτι, αποφεύγει να περιπλέξει αχρείαστα το gameplay, προσφέροντας τα απαραίτητα ώστε να έχει νόημα το ψάξιμο κάθε επιμέρους χώρου για πρώτες ύλες.

Αυτό που θα μπορούσε να λείπει είναι τα δύο boss fights, τα οποία είναι παντελώς επιφανειακά και αδιάφορα, όπως επίσης και οι συγκρούσεις με ανθρώπινους στρατιώτες. Αυτοί οι εχθροί δεν κάνουν τίποτα παραπάνω από το να δείχνουν την ελλιπή AI του παιχνιδιού, σε αντίθεση με τους ρομποτικούς εχθρούς που συμπεριφέρονται σαν ζόμπι, κάτι που έχει μία σχετική δικαιολόγηση μέσω του lore. Ευτυχώς, οι συγκρούσεις με τους ανθρώπους είναι μετρημένες στα δάχτυλα.

Μιλώντας για τις αρνητικές πτυχές του Industria 2, αν και όπως προείπαμε πετυχαίνει στη δημιουργία της horror ατμόσφαιρας, δεν γίνεται παρά να παρατηρήσει κάποιος – αρκετά νωρίς – ορισμένα στοιχεία που μαρτυρούν τους περιορισμένους πόρους της ομάδας ανάπτυξης. Η πιο χτυπητή ένδειξη έρχεται με τους λιγοστούς εξωτερικούς χώρους, οι οποίοι καλύτερα θα ήταν να απουσιάζουν, αφού η πτώση της ποιότητας είναι εμφανέστατη.

Αν και τα εσωτερικά περιβάλλοντα είναι σαφώς καλύτερα οπτικά, υπάρχει πολύ μεγάλη ανακύκλωση πανομοιότυπων assets (καρέκλες, φωριαμοί κ.λπ.), οδηγώντας σε έντονο déjà vu. Δεν βοηθάει επίσης ότι αρκετοί χώροι δείχνουν απλά άδειοι.

Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι στην παρούσα φάση το Industria 2 μαστίζεται από διάφορα τεχνικά προβλήματα, που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι και game breaking φύσης. Στο δικό μας playthrough έπρεπε να ξεκινήσουμε από την αρχή ένα ολόκληρο act από τα τρία, επειδή το κουμπί του inventory σταμάτησε να λειτουργεί, ενώ κάποιες φορές δεν μπορούσαμε να κάνουμε interact ή χάνονταν αντικείμενα από το inventory, απαιτώντας το load σε προηγούμενο save.

Εάν κάποιος επιλέξει να σφίξει τα δόντια και να προσπεράσει τις αδυναμίες του τίτλου, πιστεύουμε ότι θα εντοπίσει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι δημιουργοί όντως είχαν κάποια βάση για να επιμείνουν στη δημιουργία ενός sequel.

Είναι πιθανό το survival σκέλος και η -σχεδόν- αποπνικτική αίσθηση των κλειστών χώρων, σε συνδυασμό με τις απειλητικές ρομποτικές οντότητες, να σας απορροφήσουν, τουλάχιστον έως ότου έρθετε σε επαφή με ένα ακόμα τεχνικό πρόβλημα…

Το Industria 2 κυκλοφορεί από τις 29/4/26 για PC. Το review μας βασίστηκε σε review code που λάβαμε από τη Headup Games.

Νικόλας Μαρκόγλου
Νικόλας Μαρκόγλου

Η αγάπη του Νικόλα για το gaming ξεκίνησε από το Atari 2600 που εμφανίστηκε ένα ωραίο πρωινό στο σαλόνι. Έκτοτε, το πάθος για τα βιντεοπαιχνίδια εκτοξεύθηκε με γεωμετρικούς ρυθμούς. Ο κινηματογράφος είναι η δεύτερη αγάπη του και παρακολουθεί συχνά ταινίες από την εποχή του ασπρόμαυρου σινεμά μέχρι τα σύγχρονα blockbusters του Hollywood.

Άρθρα: 1458

Υποβολή απάντησης